Ο πατέρας του, Αδαμάντιος, ήταν ιερωμένος (από το όνομα και την ιδιότητα του οποίου προέκυψε το επώνυμο Παπαδιαμάντης), μεγαλωμένος στο βαθιά συντηρητικό θρησκευόμενο περιβάλλον των Κολλυβάδων ενώ η μητέρα του προερχόταν από παλιά ξεπεσμένη αρχοντική γενιά. Η πολυμελής οικογένειά του ζούσε σε συνθήκες μεγάλης ένδειας και κάποια από τα αδέλφια του πέθαναν μικρά. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, απομονωμένο ακόμη και μέσα στον μικρόκοσμο του νησιού, ο Παπαδιαμάντης διαμόρφωσε έναν χαρακτήρα συνεσταλμένο, με ένα αίσθημα αποξένωσης από τον κοινωνικό περίγυρο. Τη διάσταση αυτή την περιγράφει στο αυτοβιογραφικό διήγημα Τα δαιμόνια στο ρέμα: «Τ’ άλλα παιδιά (…) με εμίσουν, διότι ήμην παπαδοπαίδι. Εκείνοι ήσαν τέκνα ναυτικών, πορθμέων, ναυπηγών, γεωργών. Οι πατέρες εθαλασσοπνίγοντο ή ίδρωναν πολύ για να βγάλουν το ψωμί, και οι νιοι το είχαν καύχημα. Και διά τούτο εμέ μ’ επεριφρονούσαν…». Ο κόσμος της θρησκείας τού ήταν πιο προσιτός και ο νεαρός Παπαδιαμάντης έγινε ο απαραίτητος βοηθός του πατέρα του στις ιερουργίες και στις άλλες εκκλησιαστικές δραστηριότητές του. Από τότε χρονολογείται και η κλίση του στην ψαλτική, που μεταβλήθηκε αργότερα σε πραγματικό πάθος, και η ευλαβική του προσήλωση στους κανόνες και στο τυπικό της Εκκλησίας. Σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό του σημείωμα σημειώνει: «Εβγήκα από το Ελληνικόν Σχολείον εις τα 1863, αλλά μόνον το 1867 εστάλην εις το Γυμνάσιον Χαλκίδος, όπου ήκουσα την Α’ και Β’ τάξιν. Την Γ’ εμαθήτευσα εις Πειραιά, είτα διέκοψα τας σπουδάς μου, και έμεινα εις την πατρίδα. Κατά Ιούλιον του 1872 επήγα εις το Άγιον Όρος χάριν προσκυνήσεως, όπου έμεινα ολίγους μήνας. Τω 1873 ήλθα εις Αθήνας και εφοίτησα εις τη Δ’ του Βαρβακείου. Το 1874 ενεγράφην εις τη Φιλοσοφικήν Σχολήν, όπου ήκουα κατ’ εκλογήν ολίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ’ ιδίαν δε ησχολούμην εις τας ξένας γλώσσας. Μικρός εζωγράφιζα Αγίους, είτα έγραφα στίχους, και εδοκίμασα να συντάξω κωμωδίας. Τω 1868 επεχείρησα να γράψω μυθιστορήματα. Τω 1879 εδημοσιεύθη η Μετανάστις, έργον μου εις το Νεολόγον Κωνσταντινουπόλεως. Τω 1881 εν θρησκευτικόν ποιημάτιον εις το περιοδικόν Σωτήρα. Τω 1882 εδημοσιεύθησαν Οι έμποροι των Εθνών εις το Μη χάνεσαι. Αργότερα έγραψα περί τα εκατόν διηγήματα, δημοσιευθέντα εις διάφορα περιοδικά και εφημερίδας». Στο σημείωμα αυτό θα πρέπει να προστεθεί ότι το ταξίδι στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε μάλλον με την αρχική πρόθεση του Παπαδιαμάντη να μονάσει, αλλά διαπιστώνοντας ότι η μοναστική ζωή δεν του ταίριαζε, έφυγε. Για να αντιμετωπίζει τις πιεστικές βιοποριστικές ανάγκες του ίδιου, αλλά και της οικογένειάς του, συνεργάστηκε με εφημερίδες της εποχής ως αρθρογράφος και μεταφραστής, κυρίως από τα αγγλικά. Η δημοσιογραφία υπήρξε γι’ αυτόν πάντοτε βιοπορισμός, δεν έγινε ποτέ επάγγελμα.

Φωτογραφημένος από τον Παύλο Νιρβάνα.

Φωτογραφημένος το 1906 από τον Παύλο Νιρβάνα.

Ο πρώτος που διέκρινε το ταλέντο του νεαρού Παπαδιαμάντη ήταν ο Βλάσης Γαβριηλίδης, ο οποίος τον παρακίνησε, τον εμψύχωσε και εργάστηκε με θέρμη για την προβολή του˙ τον προσέλαβε μάλιστα συνεργάτη στο σατιρικό φύλλο του περιοδικού Μη χάνεσαι! και αργότερα στη νεοσύστατη εφημερίδα του, την Ακρόπολη. Τότε δημοσιεύτηκαν, ως επιφυλλίδες, και τα ιστορικά μυθιστορήματα Έμποροι των Εθνών και Γυφτοπούλα. Παράλληλα, η εργασία του στην Εφημερίδα του Δημητρίου Κορομηλά βελτίωσε κάπως τα οικονομικά του, ενώ η επαφή και η αναγνώριση του από μια μερίδα του κόσμου των γραμμάτων τόνωσε κάπως το ηθικό του. Σύμφωνα με την τυπική εικόνα η οποία συνήθως παραδίδεται για τον Παπαδιαμάντη, πέρασε τη ζωή του «ψέλνοντας, γράφοντας και πίνοντας, ανάμεσα στην εκκλησία και στην ταβέρνα, ανάμεσα στο μπακάλικο του Καχριμάνη κοντά στου Ψυρρή και στο τραπέζι του μεταφραστή των εφημερίδων. Από τη δουλειά πήγαινε στην ταβέρνα και από την ταβέρνα στις ολονυχτίες, στο εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου». Η Αθήνα και ο αστικός κόσμος της δεν επηρέασαν ούτε τις ιδέες ούτε τη ζωή του, που δεν άλλαξαν ποτέ. Μόνο στον χώρο της εκκλησίας και της ταβέρνας αισθανόταν κάποια άνεση, τουλάχιστον χωρίς να πληγώνεται. Αρνήθηκε τον κοινωνικό καταναγκασμό και τη συμβατικότητα, απέρριψε κάθε συνάφεια μαζί τους, έμεινε μακριά από κάθε προσαρμογή ή αφομοίωση. Παρέμεινε έξω από την εποχή του, χωρίς να ανήκει σε καμιά άλλη, δεν επηρεάστηκε από κανέναν ούτε άσκησε επίδραση σε κανέναν. Όπως γράφει ο ίδιος: «Αλλ’ εγώ σοι λέγω ότι δεν ομοιάζω ούτε με τον Πόε, ούτε με τον Δίκενς [Ντίκενς], ούτε με τον Σαίξπηρ, ούτε με το Βερανζέ [Βερανζέρο]. Ομοιάζω με τον εαυτό μου. Τούτο δεν αρκεί;». Αυτή την ομοιότητα, τη συνέπεια προς τον εαυτό του, ο Π. την τήρησε με ευλαβική εμμονή τόσο στη ζωή όσο και στο έργο του, και μάλιστα χωρίς ηρωική έπαρση ή θριαμβολογία.

Όταν επισκέφθηκε τη Σκιάθο, το 1902, αντιμετώπισε μεγάλη ένδεια, καθώς δεν είχε χρήματα ούτε για τα εισιτήρια της επιστροφής του. Αλλά και όταν επέστρεψε στην Αθήνα, το 1904, η οικονομική του κατάσταση έγινε ακόμη χειρότερη. Στις αδελφές του, επειδή αδυνατούσε να στείλει την παραμικρή οικονομική βοήθεια, δεν έστελνε ούτε γράμμα, «από ντροπήν και αγωνίαν», όπως τους εξήγησε αργότερα. Ευτυχώς, όμως, η έμπνευσή του δεν ακολούθησε ανάλογη πορεία, ούτε κάμφθηκε από τις δυσκολίες. Αντίθετα, η τέχνη του έγινε πιο ώριμη και ουσιαστική, με καίρια ψυχογράφηση των ηρώων, με μια ανάλαφρη, πικρή ειρωνεία στην έκθεση των ανθρώπινων περιστατικών και καταστάσεων, που φανερώνει πόσο βαθιά αντίκριζε ο Παπαδιαμάντη την ανθρώπινη μοίρα. Επιστέγασμα, αλλά και θεμέλιο για την κατανόηση του βάθους του είναι η Φόνισσα, «έργον από τα ολίγα της παγκοσμίου φιλολογίας», όπως υπογράμμισε ο Κωστής Παλαμάς. Το 1908 επέστρεψε οριστικά στο νησί του, όπου και πέθανε μόνος και πάμπτωχος, έχοντας παρασημοφορηθεί από την επίσημη πολιτεία με τον Σταυρό του Σωτήρος μόλις την παραμονή του θανάτου του.

Μαζί με τον Γιάννη Βλαχογιάννη στην Αθήνα.

Μαζί με τον Γιάννη Βλαχογιάννη στην Αθήνα.

Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους σημαντικούς συγγραφείς, ο Παπαδιαμάντης δέχτηκε αμφιλεγόμενες κριτικές. Οι περισσότεροι κριτικοί τον θαύμασαν, αλλά με έναν θαυμασμό βιαστικό, κοινότοπο και στερεότυπα επαναλαμβανόμενο, χωρίς βαθύτερη ανάλυση των στοιχείων που συνθέτουν την ιδιοτυπία της προσωπικότητας και την ουσιαστική αξία του έργου του. Οι επικριτές επέμειναν κυρίως στα εξωτερικά στοιχεία της γραφής του: καθαρεύουσα, ατημέλητη γραφή, μονοτονία, ηθογραφία, έλλειψη ποικιλίας στους χαρακτήρες. Οι πιο ακραίοι τον χαρακτήρισαν δειλό, έμφοβο, άβουλο, τυπολάτρη, οπισθοδρομικό, απόκοσμο, χωρίς ιδέες και με περιορισμένο ορίζοντα, παραβλέποντας πόσα αποθέματα δύναμης, θάρρους, εσωτερικής ανάλωσης και πίστης απαιτεί μια τόσο απόλυτη συνέπεια. Η κριτική στο έργο του Παπαδιαμάντη επικεντρώθηκε σε δύο κατευθύνσεις, την κοινωνική και την αισθητική. Ως προς το ιδεολογικό περιεχόμενο του έργου, σημειώνεται η βασική στάση του: πονάει για τη ζωή των φτωχών, ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτούς, δεν τους περιγράφει, ζει και αναπνέει μαζί τους («δεν πιστεύω να βρίσκεται ως την ώρα στη φιλολογία μας τεχνίτης κατέχοντας τόσο ζωηρά τη δύναμη που οι ψυχολόγοι ονομάζουν συμπαθητική φαντασία», έγραψε ο Παλαμάς)˙ ο κόσμος είναι αιώνιος και αναλλοίωτος, η αδικία και τα κοινωνικά δεινά έχουν ισχύ φυσικού νόμου. Παρ’ όλα αυτά, το έργο του, στο οποίο τα αυτοβιογραφικά στοιχεία συμπλέκονται με τα αντικειμενικά, δονείται από έναν βαθύτερο ανθρωπισμό, πληγωμένο αθεράπευτα από τη ζωή, με μοναδικό καταφύγιο το πνευματικό άρωμα του βυζαντινού μέλους και το κάλλος της φύσης. Αυτή η φύση άλλοτε εμψυχώνεται από την παρουσία των πνευμάτων της λαϊκής μυθολογίας και τα νοσταλγικά οράματα ενός ψυχικού ονείρου και άλλοτε γίνεται αντικείμενο μιας ειδωλολατρικής και παγανιστικής λατρείας για τον Παπαδιαμάντη, «τον μόνον μετά τον Όμηρον αναπαραστήσαντα με κλασικήν τελειότητα την ελληνικήν φύσιν και ζωήν», όπως έγραψε ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου. Ως προς το αισθητικό μέρος, η έλλειψη ποικιλίας στη διαγραφή των χαρακτήρων, η οποία του καταλογίζεται ως αδυναμία, αποδίδεται στην ποιητική ιδιοσυστασία της αφηγηματικής τέχνης του Παπαδιαμάντη: «Μέσα στον παρατηρητή είναι και ένας ποιητής», είχε γράψει ο Κωστής Παλαμάς, ενώ ο Μιλτιάδης Μαλακάσης τον χαρακτήρισε ως τον «μεγαλύτερο ποιητή μας, τον μόνο που κατόρθωσε να δώση υποβολή στον πεζό λόγο». Η σύμμειξη του πεζού λόγου και της ποίησης νομιμοποιήθηκε από την κριτική στα νεότερα χρόνια και η λυρική-πνευματική μετουσίωση των θεμάτων αποσυνδέει το έργο του από τη λαογραφία. Στο έργο του, τα ήθη, τα έθιμα, οι παραδόσεις και οι λαϊκές δοξασίες δεν μεταφέρονται με γραφικότητα ή νατουραλιστική ακρίβεια, αλλά υπόκεινται σε μια συναισθηματική και πνευματική φόρτιση που εκπορεύεται από τον έντονο ψυχισμό του συγγραφέα (ο Παλαμάς τού αποδίδει «μιαν εξαιρετική όψη ανάμεσα και στους αποκλειστικούς τεχνίτες της πραγματολογικής σχολής»). Ο Γιώργος Σεφέρης, αναφερόμενος στον Μακρυγιάννη, είχε πει ότι θα ήταν ο μεγαλύτερος Νεοέλληνας πεζογράφος, αν δεν υπήρχε ο Παπαδιαμάντης.

Συνολικά, το έργο του Παπαδιαμάντη περιλαμβάνει τρία μυθιστορήματα (Η μετανάστις, 1879˙ Οι έμποροι των εθνών, 1882˙Η γυφτοπούλα, 1884), τρεις νουβέλες (Χρήστος Μηλιώνης, Η φόνισσα, Ρόδινα Ακρογιάλια), και περίπου 200 διηγήματα, από τα οποία αναφέρονται ενδεικτικά τα γνωστότερα: Η σταχομαζώχτρα, Το θέρος-Έρως, Στο Χριστό στο κάστρο, Ολόγυρα στη λίμνη, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, Της Κοκκώνας το σπίτι˙ δημοσίευσε επίσης 40 μελέτες και κριτικά σημειώματα, καθώς και αρκετά ποιήματα. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν τυπώθηκε σε βιβλίο κανένα από τα έργα του, τα οποία δημοσιεύονταν ως επιφυλλίδες στις διάφορες εφημερίδες με τις οποίες συνεργάστηκε. Μετά τον θάνατό του, ο εκδοτικός οίκος Φέξη κυκλοφόρησε 11 τόμους με τα γνωστά εκείνη την εποχή έργα του (1912-13). Την περίοδο 1925-30 οι εκδόσεις Ελευθερουδάκη κυκλοφόρησαν 5 τόμους, το 1945 εκδόθηκαν τα Θαλασσινά διηγήματα από τον Αθανάσιο Καραβία, ενώ το 1955 ο εκδοτικός οίκος Δημητράκου εξέδωσε τα Άπαντα, με σχολιασμό, εργογραφία, βιογραφικά στοιχεία με τη γενική επιμέλεια του Γεωργίου Βαλέτα (ο οποίος, το 1940, είχε δημοσιεύσει τη σημαντική φιλολογική μελέτη-σταθμό Παπαδιαμάντης: Η ζωή, το έργον, η εποχή του, που βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών). Το 1963 πραγματοποιήθηκε και άλλη έκδοση των Απάντων, από την Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων, με την επιμέλεια του Μιχάλη Περάνθη, ο οποίος έγραψε και το βιογραφικό μυθιστόρημα Ο κοσμοκαλόγερος (1948). Από τότε έχουν εκδοθεί διάφορες ανθολογίες έργων του και έχουν γραφτεί πλήθος αφιερωμάτων και μελετών για τον μεγάλο Νεοέλληνα πεζογράφο, με πιο πρόσφατη την προσέγγιση του Κωστή Παπαγιώργη (Αλέξανδρος Αδαμαντίου Εμμανουήλ, 1997).