Ο Γιόσιπ Μπροζ γεννήθηκε στο χωριό Κούμροβετς στην επαρχία Μετζιγκόριε της Κροατίας (τότε Αυστροουγγαρίας). Η ακριβής ημερομηνία γέννησης του δεν είναι γνωστή. Υπάρχουν διάφορες ημερομηνίες αν και ακριβέστερη θεωρείται αυτή η οποία αναγράφεται στα μητρώα της καθολικής εκκλησίας του Κούμβροβετς και είναι η 7η Μαΐου 1892. Στην Γιουγκοσλαβία η μέρα γενεθλίων του Τίτο επίσημα γιορτάζονταν την 25η Μαΐου – και ονομάζονταν “Μέρα της Νεότητας”.

Ήταν το έβδομο παιδί του Κροάτη Φράνιο Μπροζ και της Σλοβένας Μαρία Μπροζ-Γιάβερσεκ. Συνολικά στην οικογένεια των Μπροζ γεννήθηκαν 15 παιδιά αλλά μόνο τα 7 επέζησαν. Οι γονείς του ήταν αγρότες. Περιστασιακά ο Φράνιο Μπροζ εμπορεύονταν άλογα. Ο μικρός Γιόσκα βοηθούσε τους γονείς του στις αγροτικές εργασίες. Μετά το τέλος του δημοτικού σχολείου στο Κουμρόβετς ο μικρός Γιόσιπ αναχωρεί για την πόλη Σίσακ όπου μαθαίνει την τέχνη του σιδερά. Αμέσως εντάσσεται στο συνδικάτο χαλυβουργών και στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Κροατίας & Σλαβονίας. Ψάχνοντας για δουλειά, το 1910 πηγαίνει στην Λιουμπλιάνα, ένα χρόνο αργότερα στην Τσεχία και μετά, στη Γερμανία, όπου, για ένα διάστημα, δουλεύει ως οδηγός στην Daimler.

Στις 6 Απριλίου του 1941 οι δυνάμεις του Άξονα κηρύττουν του πόλεμο στην Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα. Το ΚΚΓ – όπως και τα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης αντέδρασε μάλλον χλιαρά. Η στάση αυτή άλλαξε ριζικά μετά την γερμανική επίθεση στην ΕΣΣΔ τον Ιούνιο του 1941. Το ΠΓ του ΚΚΓ αμέσως κάλεσε τον λαό σε ένοπλο αγώνα εναντίον των κατοχικών δυνάμεων (Γερμανία, Ιταλία, Ουγγαρία και Βουλγαρία) και των συνεργατών τους Ούστασι, Ντομομπράνετς κτλ. Στις 27 Ιουνίου ιδρύεται το Γενικό Επιτελείο των Λαϊκο-απελευθερωτικών Ομάδων της Γιουγκοσλαβίας και ο Βάλτερ αναλαμβάνει την διοίκηση του. Τότε υιοθετεί και το κομματικό του ψευδώνυμο ως «Τίτο».   

Το γιουγκοσλαβικό αντάρτικο ήταν ένα από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη. Σε λίγο διάστημα κατάφερε να κάνει αισθητή την παρουσία του. Το φθινόπωρο του 1941 οι Αντάρτες του Τίτο καταλαμβάνουν (αν και για λίγους μόνο μήνες) την πόλη Ούζιτσε και τα περίχωρα της και σχηματίζουν την ομώνυμη δημοκρατία. Τον Ιανουάριο του 1942 δημιουργήθηκε ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Γιουγκοσλαβίαςκαι στο τέλος του ίδιου χρόνου, το Μπίχατς στην Ερζεγοβίνη, το οποίο έγινε η πρωτεύουσα της ελεγχόμενης από τον Κομμουνιστικό Κόμμα περιοχής που κάλυπτε το ένα πέμπτο της προπολεμικής Γιουγκοσλαβίας μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας. 

Στα τέλη του 1943 ο Τίτο και το ΚΚΓ αρχίζουν και τον διπλωματικό αγώνα για την επικράτηση στην μεταπολεμική γιουγκοσλαβική πολιτική σκηνή. Στις 29 Νοεμβρίου 1943 στην ορεινό χωριό Γιαϊτσε της Βοσνίας συνεδριάζει για δεύτερη φορά (πρώτη ένα χρόνο πριν) το Αντιφασιστικό Συμβούλιο Λαϊκής Απελευθέρωσης της Γιουγκοσλαβίας (AVNOJ) που ουσιαστικά είναι το υποτυπώδες κοινοβούλιο του αντάρτικου στρατού του Τίτο, ένας πολιτικός βραχίονας του αγώνα. Το AVNOJ του 1943 θέτει τα θεμέλια του μελλοντικού ομοσπονδιακού καθεστώτος της Γιουγκοσλαβίας, επικυρώνει την δημιουργία της Εθνικής Επιτροπής Απελευθέρωσης, της κυβέρνησης δηλαδή και αποδίδει στον Τίτο το βαθμό του στρατάρχη. 

Στις 20 Οκτωβρίου 1944 ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός της Γιουγκοσλαβίας και οι δυνάμεις του 2 Ουκρανικού Μετώπου του Κόκκινου Στράτου της ΕΣΣΔ απελευθέρωσαν το Βελιγράδι και μετέπειτα ολόκληρη την χώρα. Στις 29 Νοεμβρίου 1944 συνεδριάζει για τρίτη φορά το AVNOJ στην ελεύθερη Γιουγκοσλαβία και ο Τίτο είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της χώρας που χαίρει της εμπιστοσύνης τόσο του ομοϊδεάτη και μέντορα του Ι. Στάλιν όσο και των δυτικών συμμάχων. Εγκαθιδρύεται η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, ο πρώην βασιλιάς Πέτρος ο 2ος κηρύσσεται έκπτωτος όπως και η εξόριστη κυβέρνηση του Λονδίνου. Συλλαμβάνεται και ο πολιτικός αντίπαλος του Τίτο στην χώρα Ντράζα Μιχαϊλόβιτς διοικητής των φίλο-μοναρχικών ανταρτών Τσέτνικ. Ο Τίτο συγκεντρώνει ολόκληρη την εξουσία στα χέρια του.

Από τον Νοέμβριο του 1945 στην Γιουγκοσλαβία έχει εδραιωθεί η εξουσία του Τίτο και του ΚΚΓ. Η χώρα απόκτα νέο σύνταγμα που ουσιαστικά δεν είναι τίποτα άλλο από μία αντιγραφή του σοβιετικού συντάγματος του 1936. Στην ύπαιθρο αρχίζει κολεκτιβοποίηση, στις πόλεις οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και μονάδων παραγωγής. Ο στρατός οργανώνεται σύμφωνα με τα σοβιετικά πρότυπα. Καμία άλλη λαϊκή δημοκρατία στην Ανατολική Ευρώπη δεν είναι τόσο κοντά στην ΕΣΣΔ όσο η Γιουγκοσλαβία του Τίτο (με εξαίρεση ίσως τη Βουλγαρία του Δημητρόβ). 

Στο εσωτερικό της Γιουγκοσλαβίας λαμβάνει χώρα ένα πρωτόγνωρο κοινωνικό πείραμα. Ο Τίτο και οι συνεργάτες τους (κυρίως ο Έντβαρντ Καρντέλι) εγκαταλείπουν το σταλινικό μοντέλο ανάπτυξης και εξέλιξης του σοσιαλισμού. Εφαρμόζουν την λεγόμενη Σοσιαλιστική Αυτοδιαχείριση. Ένα πολύπλοκο αλλά ελαστικότερο σύστημα κεντροποιημένης οικονομίας όπου οι εργάτες των βιομηχανικών μονάδων εκλέγουν τη διοίκηση της μονάδας τους και συμμετέχουν στην λήψη των αποφάσεων. Το Κόμμα περιοριζόταν στην κεντρική κρατική διοίκηση και το Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό. Το 1952 το ΚΚΓ αλλάζει το όνομά του σε Ένωση Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών (ΕΓΚ) ονομασία που παραπέμπει στα πρώτα μαρξιστικά σχέδια κόμματος. 

Το σύστημα της Αυτοδιαχείρισης εφαρμόζεται επίσης και στον κρατικό μηχανισμό δίδοντας στις έξι δημοκρατίες που απαρτίζουν την Γιουγκοσλαβία εκτεταμένη αυτονομία Η αυτονομία αυτή ενισχύει τις φυγόκεντρες δυνάμεις στις δημοκρατίες που οδήγησαν στις εθνικιστικές κρίσεις του τέλους της δεκαετίας του 60 στη Σερβία και αρχές της δεκαετίας του 70 στη Κροατία. Και στις δύο περιπτώσεις ο Τίτο ενεργεί άμεσα αποκαθηλώνοντας τα κομματικά στελέχη που διακατέχονταν από αντιλήψεις που κατευθύνονταν ενάντια στο γενικό πλαίσιο του επίσημου δόγματος της «Αδελφοσύνης & Ενότητας των γιουγκοσλαβικών εθνών και εθνοτήτων».

Το επίπεδο ζωής στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 ήταν υψηλότερο από ότι στις άλλες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και μπορούσε να συγκριθεί με το επίπεδο των χωρών της Δυτικής Ευρώπης. Ο χαλαρός κεντρικός έλεγχος της παραγωγής είχε ως αποτέλεσμα στη σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία να υπάρχει το φαινόμενο της ανεργίας. Σε συνδυασμό με την ελεύθερη μεταναστευτική πολιτική του Τίτο, χιλιάδες νέοι πολίτες της Γιουγκοσλαβίας (κυρίως από τις φτωχές δημοκρατίες) αναζήτησαν καλύτερη τύχη στο εξωτερικό, στη Δυτ. Γερμανία, στην Ολλανδία και στην Αυστραλία. Το γεγονός αυτό, μαζί με την παράλληλη αύξηση της τουριστικής κίνησης αποφέρουν τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα στα κεντρικά ταμεία τα οποία και υποθηκεύονται για την λήψη δανείων. Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο από μια αγροτική χώρα προπολεμικά μετατρέπεται σε μια βιομηχανική δύναμη. Τα γιουγκοσλαβικά προϊόντα είχαν εξαιρετική ζήτηση στην Αν. Ευρώπη και λόγω της τιμής ήταν ανταγωνιστικά στη Δύση. 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η υγεία του γηραιού Τίτο είναι καταπονημένη. Οι δημόσιες εμφανίσεις περιορίζονται στο ελάχιστο. Στις αρχές του 1980 ο Τίτο αναχωρεί από το Βελιγράδι για το Κλινικό Κέντρο της Λιουμπλιάνας για νοσηλεία.

Η καρδιά του στρατάρχη Τίτο σταμάτησε να χτυπάει στις 15:05 της 4ης  Μαΐου 1980 λίγες μέρες πριν τα 88 γενέθλια του. Στην ανακοίνωση του θανάτου του η χώρα παγώνει. Η Γιουγκοσλαβία βυθίζεται σε βαθύ πένθος. Η σορός του ηγέτη της Γιουγκοσλαβίας μεταφέρεται με το προεδρικό τρένο στο Βελιγράδι και εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα στο κτίριο της Λαϊκής Συνέλευσης.

Ο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο κηδεύεται στον κήπο του Προεδρικού Μεγάρου στο μαυσωλείο που ονομάζεται «Σπίτι των Λουλουδιών». Η κηδεία του Τίτο ήταν η μεγαλύτερη στην ιστορία του 20 αιώνα. Παραβρέθηκαν 209 αποστολές κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών, κομμάτων, κινημάτων και βασιλικών οίκων, από 127 χώρες (σε σύνολο 150 μελών του ΟΗΕ το 1980).