Τα πρώιμα χρόνια

Τον επόμενο χρόνο γράφει τη μουσική για το ντοκυμανταίρ «The King’s Stamp» του σκηνοθέτη Αλμπέρτο Καβαλκάντι, ενώ στη συνέχεια αναλαμβάνει τη μουσική επένδυση των ποιημάτων του Ουίσταν Ώντεν (Wystan H. Auden) «Coal Face» και «Night Mail». Με τον εν λόγω ποιητή συνεργάστηκε και στον κύκλο τραγουδιών «Our Hunting Fathers» Op. 8, έργο ρηξικέλευθο τόσο από πολιτικής σκοπιάς όσο και μουσικού μανιερισμού.

Σημείο-σταθμός στη ζωή του Μπρίτεν αποτέλεσε η συνάντησή του με τον τενόρο Πήτερ Πήαρς το 1937, ο οποίος έμελε να γίνει συνεργάτης, “μούσα” και διά βίου σύντροφός του. Έργο αυτής της περιόδου είναι οι “Παραλλαγές σ’ ένα θέμα του Φρανκ Μπριτζ για ορχήστρα εγχόρδων”, op. 10, καθώς και ένα Ειρηνιστικό Εμβατήριο, το οποίο καθότι ανεπιτυχές το απέσυρε.

Το 1939 βρίσκει τον Μπρίτεν στην Αμερική, όπου μαζί με τον Πήαρς ακολουθεί τα βήματα του Ώντεν. Εκεί γράφει τον κύκλο τραγουδιών “Seven Sonnets of Michelangelo”, έργο που αφιερώνει στον Πήαρς, ενώ γίνεται φίλος με τον συνθέτη Άαρον Κόπλαντ και επηρεάζεται από τη μουσική του. Επίσης γράφει το πρώτο του λυρικό θεατρικό έργο, την οπερέτα «Paul Bunyan» σε λιμπρέτο του ‘Ωντεν, αλλά και το κοντσέρτο για βιολί (op. 15), καθώς και το «Συμφωνικό Ρέκβιεμ».

Την ίδια εποχή πρωτοέρχεται σε επαφή με τη μουσική Γκαμελάν του Μπαλί, μέσω των μεταγραφών της για δύο πιάνα του Καναδού συνθέτη Κόλιν Μακφί. Η μουσική αυτή θα τον επηρεάσει βαθύτατα και το αποτέλεσμα θα φανεί χρόνια αργότερα, στα έργα «Ο Πρίγκηπας της Παγόδας», «Ο Κατακλυσμός του Νώε» και «Θάνατος στη Βενετία».

Η επιστροφή στην Αγγλία

Πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος, το 1942 το ζεύγος Μπρίτεν – Πήαρς επιστρέφει στην Αγγλία· καθώς θεωρούνται λιποτάκτες, αιτούνται ασυλία ως αντιρρησίες συνείδησης, την οποία και λαμβάνουν κατόπιν έφεσης. Κατά τη διάρκεια της επιστροφής του, ο Μπρίτεν ολοκληρώνει εν πλω τα χορωδιακά «Ύμνος στην Αγία Καικιλία» και «A Ceremony of Carols». Η όπερα «Peter Grimes» είναι ήδη στα σκαριά και σημειώνει τεράστια επιτυχία στην πρεμιέρα της το 1945.

Βρίσκοντας αντίσταση από τη λονδρέζικη μουσική σκηνή, σταδιακά αποσύρεται από την αγγλική πρωτεύουσα, ιδρύοντας το 1947 το English Opera Group. Τον επόμενο χρόνο ιδρύει το Aldeburgh Festival, όπου και βρίσκει πρόσφορη στέγη για τα έργα του, αλλά και για πλήθος άλλους Βρετανούς συνθέτες της νέας γενιάς. Το φεστιβάλ λειτουργεί ακόμη, όπου παρουσιάζονται νέα έργα Βρετανών και μη συνθετών, καθώς επίσης αναβιώνονται έργα ξεχασμένων συνθετών.

Η όπερα «Peter Grimes» αποτέλεσε την πρώτη από μια σειρά επιτυχιών. Ακολούθησαν οι «Billy Budd», «Το Στρίψιμο της Βίδας» και η σαιξπηρική του όπερα «Όνειρο Θερινής Νυκτός». Κοινό σημείο αυτών των έργων αποτελεί ο χαρακτήρας του «παρία», ενός ανθρώπου κοινωνικά εξόριστου και παρεξηγημένου, κάτι που είναι εμφανές ακόμη και στην κωμική του όπερα «Albert Herring» του 1947.

Στη δεκαετία του 1960 ο Μπρίτεν συνδέεται φιλικά με τον Ρώσσο τσελίστα Μστισλάβ Ροστροπόβιτς και τον συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς· γράφει για τον πρώτο τις «Σουίτες για Βιολοντσέλο», τη “Σονάτα για τσέλο” και τη «Συμφωνία για τσέλο», ενώ διευθύνει την 14η Συμφωνία του Σοστακόβιτς, που παίζεται για πρώτη φορά εκτός Σοβιετικής Ένωσης. Χαίρει μεγάλης εκτίμησης του Ρώσσου συνθέτη, ο οποίος και του αφιερώνει το έργο αυτό· σε ανταπόδοση, ο Μπρίτεν του είχε ήδη αφιερώσει το έργο «The Prodigal Son».

Το 1962 εγκαινιάζεται εκ νέου ο βομβαρδισμένος καθεδρικός ναός του Κόβεντρυ· ο Μπρίτεν γράφει τη μεγαλύτερη μέχρι τότε επιτυχία του, το Πολεμικό ρέκβιεμ, αποτείοντας παράλληλα φόρο τιμής στα θύματα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Την ίδια χρονιά τιμάται με το αξίωμα του Companion of Honour (CM), ενώ λίγα χρόνια αργότερα, το 1965, λαμβάνει το αξίωμα του Order of Merit (OM).

Κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, η κατάσταση της υγείας του χειροτέρεψε και τα έργα του αντανακλούν ακριβώς αυτό. Είναι η εποχή που γράφει την όπερα «Owen Wingrave», τον περίφημο «Θάνατο στη Βενετία», τη «Σουίτα πάνω σε Παραδοσιακές Αγγλικές Μελωδίες A Time There Was», τη δραματική καντάτα «Φαίδρα» (1975) και το «Τρίτο Κουαρτέτο Εγχόρδων».

Τα έργα αυτά αντλούν τη θεματολογία τους από τον «Θάνατο στη Βενετία», όπερα πάνω στην ομώνυμη νουβέλα του Τόμας Μαν, όπου βασικό χαρακτηριστικό αποτελεί η ορχηστρική απόδοση της μουσικής Γκαμελάν. Σημειωτέον ότι την ιδία εποχή γυρίστηκε η ομώνυμη ταινία του Λουκίνο Βισκόντι, την οποία ο Μπρίτεν απέφυγε να παρακολουθήσει ώστε να μην επηρεαστεί.

Έχοντας αρνηθεί τον τίτλο του ιππότη (Sir), ο Μπρίτεν έγινε εντούτοις Βαρώνος στις 2 Ιουλίου 1976. Λίγους μήνες αργότερα απεβίωσε από ανακοπή, στο σπίτι του στο Aldeburgh. Ετάφη στον περίβολο της Εκκλησίας των Αγ. Πέτρου και Παύλου της μικρής πόλης· στον διπλανό τάφο κείται ο σύντροφός του Σερ Πήτερ Πήαρς και κοντά βρίσκεται και ο τάφος της κοντινής φίλης τους Ίμοτζεν Χολστ, κόρης του Άγγλου συνθέτη Γκούσταβ Χολστ.

Ένα αναθεματικό ανάγλυφο προς ανάμνησή του βρίσκεται στο Αβαείο Γουέστμινστερ, που τοποθετήθηκε το 1978. Το “Κόκκινο Σπίτι” στο Aldeburgh, όπου διέμεναν ο Μπρίτεν και ο Πήαρς για περίπου 30 χρόνια, στεγάζει πλέον το Ίδρυμα Μπρίτεν-Πήαρς, με σκοπό την προώθηση του μουσικού τους κληροδοτήματος.