Η επίσημη εκδοχή της ναζιστικής προπαγάνδας περιέγραψε αυτές τις ενέργειες ως προληπτικό μέτρο κατά ενός πραξικοπήματος δήθεν προγραμματισμένου από τον Ερνστ Ρεμ, αρχηγό της SA και παλαιό φίλο του Χίτλερ. Για το λόγο αυτό χρησιμοποίησε τον όρο Röhmputsch, στα ελληνικά «πραξικόπημα του Ρεμ».

Η επιχείρηση, η οποία έλαβε την ονομασία «Κολιμπρί», ξεκίνησε με την κατασκευή ενός πλαστού κατηγορητηρίου[εκκρεμεί παραπομπή] από τον Χάινριχ Χίμλερ, πως ο Ρεμ είχε λάβει 12.000.000 μάρκα από τη Γαλλία για να ανατρέψει τον Χίτλερ. Το κατηγορητήριο ήταν απαραίτητο, ώστε ο Χίτλερ στις 24 Ιουνίου να πείσει τα στελέχη της SS να αναλάβουν την επιχείρηση χωρίς συναισθηματικούς δισταγμούς.

Στον φάκελο γινόταν, επίσης, αναφορά στις ομοφυλοφιλικές τάσεις του Ρεμ, πράγμα ανήκουστο για την εποχή εκείνη, και δη για αξιωματούχο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο όχι μόνον αποκήρυττε αλλά δίωκε την ομοφυλοφιλία. Τρεις μέρες αργότερα συμφώνησε με τον στρατό για την επιχείρηση, κάτι μάλλον εύκολο, αφού το στράτευμα ελεγχόταν ακόμα από τους συντηρητικούς αστούς.

Το πρωί της 30ής Ιουνίου ο Χίτλερ συγκέντρωσε τους ηγέτες των βαυαρικών SA στο Μόναχο και τους άσκησε δριμύτατη κριτική, επειδή δήθεν αδυνατούσαν να επιβάλουν τη ναζιστική τάξη στους δρόμους της πόλης. Αυτή ήταν η αρχή του διωγμού, ο οποίος υλοποιήθηκε με μαζικές συλλήψεις και δεκάδες εκτελέσεις στελεχών της SA από τους άνδρες της SS χωρίς καν δίκη. Μέσα στην αναταραχή, ο Χίτλερ βρήκε την ευκαιρία να εξοντώσει και διάφορους άλλους πολιτικούς αντιπάλους του που δεν είχαν σχέση με την οργάνωση, όπως ο Γκρέγκορ Στράσερ, ο στρατηγός Φέρντιναντ φον Μπρέντοβ, ο πρώην καγκελάριος Κουρτ φον Σλάιχερ και ο πρώην πρωθυπουργός της Βαυαρίας Γκούσταβ Ρίτερ φον Καρ.

Ο Ρεμ συνελήφθη στο εξοχικό του και οδηγήθηκε στη φυλακή Στάντελχαϊμ του Μονάχου, χωρίς ακριβώς να αντιλαμβάνεται τι έχει συμβεί. Ο επικεφαλής των δεσμοφυλάκων Τέοντορ Άικε άφησε στο κελί ένα πιστόλι με μια σφαίρα και αποχώρησε, προσδοκώντας ότι ο Ρεμ θα αυτοκτονούσε. Κάτι τέτοιο δε συνέβη και τελικά ο αρχηγός της SA εκτελέσθηκε στις 2 Ιουλίου.

Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων δεν δημοσιεύθηκε. Ο νέος αρχηγός της SA, Βίκτορ Λούτσε, είπε αργότερα ότι εκτελέσθηκαν 81 άτομα. Σήμερα υπολογίζεται ότι στις τρεις ημέρες δολοφονήθηκαν περίπου 200 άτομα, κυρίως από την SS, με βοήθεια από τη μυστική αστυνομία (Γκεστάπο) και τον Στρατό.

Στα μέσα ενημέρωσης ο Χίτλερ παρουσιάσθηκε ως θύμα συνωμοσίας του Ρεμ. Στις 3 Ιουλίου η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών νομιμοποιήθηκε εκ των υστέρων ως αυτοάμυνα του κράτους βάσει του Εξουσιοδοτικού Νόμου, ενός νόμου του συντάγματος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που, τυπικά, ήταν ακόμα εν ισχύι.

Όπως ήταν αναμενόμενο, εφόσον είχε αναφερθεί ότι ο Ρεμ ενεργούσε ως πράκτορας ξένης δύναμης (γινόταν έμμεση αναφορά στη Γαλλία), ο Γάλλος πρεσβευτής Φρανσουά-Πονσέ διαμαρτυρήθηκε έντονα για την εμπλοκή του ίδιου και της χώρας του στο “Πραξικόπημα Ρεμ”: Ειδοποίησε σχετικά την κυβέρνησή του και έκανε επίσημο διάβημα στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, το οποίο, με τη σειρά του, ενημέρωσε, επίσης επίσημα, το αντίστοιχο γαλλικό υπουργείο ότι “όλες οι αναφερόμενες κατηγορίες ήταν εντελώς ανυπόστατες και ότι ελπίζει ότι ο Γάλλος πρεσβευτής θα εξακολουθήσει να ασκεί απρόσκοπτος τα καθήκοντά του”. Ο Φρανσουά-Πονσέ παρέμεινε στη θέση του και έκτοτε είχε τις καλύτερες σχέσεις με τον Χίτλερ απ’ οποιονδήποτε άλλο ξένο πρεσβευτή στη Γερμανία.

Μετά τα γεγονότα έγινε πλέον φανερό ότι η Γερμανία είχε μεταμορφωθεί σε κράτος όπου κυβερνούσε η αυθαιρεσία. Ο καγκελάριος Χίτλερ διέταξε την εκτέλεση ανθρώπων δίχως δικαστική απόφαση, πράγμα που φανερώνει ότι ακόμα και το σύστημα δικαίου της χώρας είχε πλέον πέσει θύμα του Συγχρονισμού (Gleichschaltung). To Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα εδραίωσε απόλυτη κυριαρχία σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και οικονομίας της χώρας.

Σε εσωκομματικό επίπεδο, η εξόντωση του Ρεμ απάλλαξε τον Χίτλερ από τα «πολιτικά βαρίδια» της περιόδου που βρισκόταν στην αντιπολίτευση και διευκόλυνε τη συνεννόησή του με το πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κατεστημένο. Μετά το λεγόμενο «Πραξικόπημα του Ρεμ» η SA έχασε οριστικά τη σημασία της και η SS απέκτησε εφεξής βασικό ρόλο στη Ναζιστική Γερμανία.

Αργότερα ο Χίτλερ, διέταξε να παραχωρηθούν συντάξεις στους συγγενείς των εκτελεσθέντων της Νύχτας των Μεγάλων Μαχαιριών.