Η εργασία του είναι δύσκολο να ταξινομηθεί και παραμένει σημείο αναφοράς για τα επόμενα λογοτεχνικά ρεύματα, όπως ο παρνασσισμός, ο συμβολισμόςκαι ο μοντερνισμός. Εκτιμήθηκε ευρέως από συγγραφείς τόσο διαφορετικούς όσο οι Κάρολος Μποντλέρ, αδελφοί Γκονκούρ, Στεφάν Μαλλαρμέ, Γκυστάβ Φλωμπέρ και ο Όσκαρ Γουάιλντ. Οι τελευταίες εργασίες του υπογράμμισαν τη τελειότητα της μορφής, τη λουστραρισμένη ομορφιά της γλώσσας και των καλολογικών στοιχείων, π.χ. Emaux Et Camees.

Ήταν επίσης ο μυθιστοριογράφος του Mademoiselle De Maupin, ενώ αργότερα στράφηκε στη δημοσιογραφία. Η πίστη του στην ανώτατη σημασία της μορφής στη τέχνη, με κόστος το συναίσθημα και τις ιδέες, ενέπνευσε τους ποιητές που έγιναν γνωστοί αργότερα ως Παρνασσιστές. Κέρδιζε τα προς το ζην από τη δημοσιογραφία, για να μπορεί να γράφει και έμεινε γνωστός κυρίως για τα διηγήματά του με τίτλο Ο Θάνατος Στον Έρωτα.

Ξεκίνησε τη καριέρα του ως ποιητής από το 1826, ρίχτηκε με μέγα πάθος στο ρομαντικό κίνημα και ήταν θαυμαστής του Βικτόρ Ουγκό. Επίσης βοηθήθηκε πολύ κι από τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ, που του προσέφερε δουλειά στα Chronique de Paris. Το 1832 έγραψε το πρώτο μακροσκελές ποίημά του, «Albertus», υπερβολικό θεολογικό μύθο, αξιοπρόσεκτο για την τελειότητα ύφους, το χρώμα και τα καλολογικά στοιχεία του.

Το εξώφυλλο του βιβλίου Jeunes-France στην έκδοση του 1866

Κατόπιν ακολούθησε το «La Comédie de la mort», «Les Jeune-France» και το μυθιστόρημα «Mademoiselle de Maupin», που συγκλόνισαν τη κοινή γνώμη από τη περιφρόνηση που αυτός επέδειξε στην ηθική. Ως δημοσιογράφος για 30 χρόνια, εργάστηκε με ζήλο -κυρίως στο περιοδικό  , πράγμα που του έδινε συχνά την ευκαιρία να ταξιδεύει στον κόσμο, αλλά και να συναναστρέφεται με την υψηλή κοινωνία της εποχής- κι είχε θαυμαστή επιτυχία και ως κριτικός τέχνης, παράλληλα μ’ αυτή του συγγραφέα. Είχε ξεκινήσει από το 1831 μα χωρίς κάτι ιδιαίτερο, όταν ο φίλος του Εμίλ ντε Ζιραρντέν, τον προσέλαβε στο Λα Πρες. Kατά τη διάρκεια της θητείας του εκεί, ωστόσο, έγραψε και περί τα 70 άρθρα για τη Λε Φιγκαρό.

Μαζί με τους Μποντλέρ, Ουγκό, Μπαλζάκ, Φλομπέρ, Ντελακρουά και άλλους καλλιτέχνες της εποχής και με τον Δρ Ζακ-Ζοζέφ Μορό προεξάρχοντα, ανήκε σε μια λέσχη που σκοπό είχε να πειραματίζεται με τις διάφορες ουσίες και κυρίως το χασίς. Η λέσχη αυτή ονομαζόταν Λέσχη Των Χασισοποτών, που έδωσε και τον τίτλο σε κείμενό του, ένα άρθρο που περιγράφει τα πειράματα αυτά και γράφτηκε το 1846. Το 1840 επισκέφτηκε την Ισπανία, αμέσως μετά τον εμφύλιο. Σε εκείνον ανήκει το ρητό, «Η Φαντασία είναι το πρώτο όπλο στον πόλεμο ενάντια στη Πραγματικότητα».

Απορροφημένος στην εργασία του, μετά την Επανάσταση του 1848 έγραψε πάνω από 100 άρθρα, που συγκροτούν 4 συμπαγείς τόμους βιβλίων, μέσα σε 9 μήνες. Σε τούτο συμμετείχαν ενεργά κι άλλοι ρομαντικοί της εποχής μαζί κι ο Ουγκό, όπως οι: Σατομπριάν, Λαμαρτέν, Βινί & Μισέ. Το γόητρό του ισχυροποιήθηκε από την εποχή που ήταν διευθυντής του περιοδικού Revue De Paris. Κατόπιν, και αφού παράτησε και το Λα Πρες, έπιασε δουλειά σαν απλός δημοσιογράφος στο Le Moniteur, (επίσημο περιοδικό της 2ης Αυτοκρατορίας) βρίσκοντας ωστόσο βαρύ και ταπεινωτικό αυτό το φορτίο. Κι όμως ανέλαβε την έκδοση της Αναθεώρησης Των Καλλιτεχνών, το 1856 και εκεί κοινοποίησε την αγάπη του για την τέχνη, μέσω πολλών και διαφόρων εξαίσιων άρθρων, διατυπώνοντας παράλληλα το χαρακτηριστικό του δόγμα, «Η Τέχνη για τη Τέχνη».