29 Μαΐου 1453 ακούγεται το  «Η Πόλις Εάλω» και η Κωνσταντινούπολη, η πόλη των πόλεων, πέφτει στα χέρια των Οθωμανών.

Τελευταίος αυτοκράτορας της Πόλης ήταν ο Κωνσταντίνος ΙΑ Παλαιολόγος, ενώ σουλτάνος των Οθωμανών ήταν ο Μωάμεθ Β. Η πολιορκία κράτησε 2 μήνες, σημαίνοντας των τέλος της χιλιετούς Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την αρχή της κυριαρχίας των Οθωμανών στην ανατολική Μεσόγειο, βόρειο Αφρική και στα Βαλκάνια για 500 περίπου χρόνια.

Το Βυζάντιο είχε πέσει και στα χέρια των σταυροφόρων 2 αιώνες πριν, με την ανάκτησή του να εξασθενεί την αυτοκρατορία η οποία είχε μείνει σκιά του εαυτού της, παλεύοντας να κρατήσει τα εδάφη της. Ρόλο στην εξασθένησή της έπαιξαν οι πολιτικές και θρησκευτικές έριδες, η αδυναμία βοήθειας από την Δύση, η άσχημη οικονομική κατάσταση και η φυγή ανθρώπινου δυναμικού.

Ο στρατός του Μωάμεθ αποτελούνταν από 80.000-100.000 άνδρες, ενώ οι Βυζαντινοί από την άλλη ήταν μόνο 8.500 σύμφωνα με την αναφορά του Σφραντζή που είχε αναλάβει την καταγραφή των στρατευμάτων. Τα τείχη της πόλης σε συνδυασμό με τα 26 πλοία που βρίσκονταν στον Κεράτιο κόλπο ήταν εκείνα που την έκαναν να αντέξει δυο μήνες.

Όσον αφορά στους ηγέτες των δυο αντίπαλων δυνάμεων, ο, μόλις 21 ετών, Μωάμεθ, περιγραφόταν ως σκληροτράχηλος με χαρίσματα σπουδαίου στρατηγού, πολιτικού και οργανωτή. Ο Κωνσταντίνος από την άλλη διακρινόταν για την ενεργητικότητα και την ανδρεία του, καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες να κρατήσει την αυτοκρατορία.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα, με τους ιστορικούς, σήμανε το τέλος του Μεσαίωνα και την αρχή της Αναγέννησης.