Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό το 312. Ως το 325 ο Αρειανισμός, ένα είδος Χριστολογίας που υποστήριζε ότι ο Χριστός δημιουργήθηκε και ήταν έτσι οντότητα υποδεέστερη του Θεού Πατέρα, είχε γίνει τόσο δημοφιλής και αμφιλεγόμενος στις Αρχές του Χριστιανισμού, που ο Κωνσταντίνος συνεκάλεσε τη Σύνοδο της Νίκαιας, σε μια προσπάθεια να τερματιστεί η διαμάχη εγκαθιδρύοντας μια «ορθοδοξία» σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η Σύνοδος συνέθεσε το αρχικό Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο απέρριπτε τον Αρειανισμό και δέχθηκε ότι ο Χριστός είναι «αληθινός Θεός» και «ομοούσιος με τον Πατέρα».

Ωστόσο, η διαμάχη στους κόλπους της Εκκλησίας δεν τελείωσε με τη Νίκαια. Ο Κωνσταντίνος, ενώ προέτρεπε σε ανοχή, άρχισε να πιστεύει ότι είχε προσχωρήσει στην λάθος πλευρά, και μήπως οι της Νικαίας με τις φλογερές διώξεις κατά των Αρειανών στην πραγματικότητα διαιώνιζαν τις διαμάχες στους κόλπους της Εκκλησίας. Ο Κωνσταντίνος δεν βαφτίστηκε μέχρι που ήταν κοντά στο θάνατο (337), επιλέγοντας έναν Αρειανό επίσκοπο, τον Ευσέβιο Νικομηδείας, να τελέσει τη βάπτιση.

Ο γιος του Κωνσταντίνου και διάδοχός του στην Ανατολή, ο Κωνστάντιος, ήταν φιλοαρειανός, και μάλιστα έφτασε ακόμη και να εξορίσει επισκόπους της Νίκαιας. Ο διάδοχος του Κωνστάντιου, Ιουλιανός, ήταν ο μόνος αυτοκράτορας μετά την μεταστροφή του Κωνσταντίνου που απέρριψε τον Χριστιανισμό και επιχείρησε μια αναβίωση της θρησκευτικής ποικιλομορφίας, αποκαλώντας τον εαυτό του «Έλληνα» και υποστηρίζοντας μορφές της ελληνιστικής θρησκείας, την παραδοσιακή θρησκευτική παράδοσης της Ρώμης, και τον Ιουδαϊσμό, δηλώνοντας παράλληλα ανοχή για όλες τις διάφορες χριστιανικές αιρέσεις. Ο διάδοχος του Ιουλιανού, ο Ιοβιανός, ο οποίος ήταν Χριστιανός, βασίλεψε για μόλις 8 μήνες και ποτέ δεν εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη. Τον διαδέχθηκε στην Ανατολή ο Ουάλης, ένας Αρειανός.

Ως το 379, οπότε τον Ουάλη διαδέχτηκε ο Θεοδόσιος Α΄, ο Αρειανισμός είχε διαδοθεί στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, ενώ η δυτική παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένη στις αποφάσεις της Νίκαιας. Ο Θεοδόσιος, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Ισπανία, ήταν ο ίδιος πολύ ευσεβής Χριστιανός (εκ των της Νίκαιας). Τον Αύγουστο, ο ομόλογός του στη Δύση, Γρατιανός, ξεκίνησε δίωξη των αιρετικών.

Σπουδαιότητα

Το έδικτο εκδόθηκε υπό την επήρεια του Αχόλιου, και ως εκ τούτου του Πάπα Δάμασου Α΄, ο οποίος τον όρισε. Επιβεβαίωσε εκ νέου μια ενιαία έκφραση της Αποστολικής Πίστης ως νόμιμη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, «καθολική» (δηλαδή παγκόσμια) και «ορθόδοξη» (δηλαδή ορθή πίστη). Μετά το διάταγμα, ο Θεοδόσιος κατανάλωσε μεγάλο μέρος της ενέργειάς του για την καταστολή όλων των μη σύμφωνων με τη Νίκαια μορφών του Χριστιανισμού, ιδιαίτερα του Αρειανισμού, και για την εγκαθίδρυση της Ορθοδοξίας σε όλη την επικράτειά του.

Το διάταγμα ακολούθησε το 381 από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία επιβεβαίωσε το Σύμβολο της Νίκαιας και έδωσε την τελική μορφή στο Σύμβολο της Πίστεως (Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως). Το 383, ο Αυτοκράτορας διέταξε τις διάφορες αιρέσεις (Αρειανούς, Ανομοιανούς, Πνευματομάχους και Νοβατιανούς), να υποβάλουν γραπτώς τις δοξασίες τους στον ίδιο, τις οποίες ο ίδιος αξιολόγησε προσεκτικά και στη συνέχεια έκαψε, εκτός από εκείνες των Νοβατιανών. Οι άλλες αιρέσεις έχασαν το δικαίωμα να συνέρχονται, να χειροτονούν ιερείς, ή να προπαγανδίζουν τα πιστεύω τους. Ο Θεοδόσιος απαγόρευσε στους αιρετικούς να κατοικούν μέσα στην Κωνσταντινούπολη, και το 392 και το 394 κατέσχεσε τους χώρους λατρείας τους.