Ήταν ο τέταρτος γιος σε μια οικογένεια με επτά αγόρια, με πατέρα τον αλβανικής καταγωγής Φραντσέσκο Γκράμσι (η οικογένειά του, με πυρήνα το Plataci της Καλαβρίας, μετανάστευσε γύρω στα 1700 στη Νότια Ιταλία), χαμηλόβαθμο δημόσιο υπάλληλο και μητέρα του την Πεππίνα (Τζιουζεππίνα) Γκράμσι, κόρη εφοριακού υπαλλήλου. Σπούδασε με υποτροφία που κέρδισε στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο. Εκεί μυήθηκε στις σοσιαλιστικές ιδέες και στα 1913 έγινε μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος. Σε πολύ μικρό διάστημα αναδείχτηκε σε καθοδηγητικό στέλεχός του. Το 1914 παίρνει το πτυχίο του και τον επόμενο χρόνο περνά στη σύνταξη της σοσιαλιστικής εφημερίδας του Τορίνο “Il grido del popolo” (Η Κραυγή του Λαού) και λίγο αργότερα στη σύνταξη του κεντρικού οργάνου του Σοσιαλιστικού Κόμματος «Avanti» (Εμπρός) – αρχισυντάκτης τού οποίου είχε διατελέσει παλαιότερα ο φασίστας Ιταλός δικτάτορας Μπενίτο Μουσολίνι – και της εβδομαδιαίας “L’ Ordine Nuovo” (H Νέα Τάξη).

Το 1914 το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Ιταλίας διχάστηκε γύρω από το αν πρέπει η Ιταλία να συμμετάσχει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρχικά η Ιταλία τήρησε ουδέτερη στάση, παρά τη συμμαχία που είχε με τη Γερμανία. Ο Γκράμσι αρχικά τάχθηκε υπέρ της ουδετερότητας, αλλά όχι της “απόλυτης” ουδετερότητας που υποστήριζε η ηγεσία του κόμματος. Όπως και άλλοι σοσιαλιστές υποστήριζε την “ενεργό και λειτουργική” ουδετερότητα. Στο θέμα αυτό εν μέρει συνέπεσε η άποψή του με του Μπενίτο Μουσολίνι, ενός από τους πλέον δραστήριους εκπροσώπους της αριστεράς και μαξιμαλιστικής πτέρυγας του Σοσιαλιστικού Κόμματος μέχρι το 1914. Η έκφραση “ενεργός και λειτουργική ουδετερότητα” ήταν του Μουσολίνι, ο οποίος αργότερα υποστήριξε την ενεργό ανάμιξη στον πόλεμο. Ο Γκράμσι έλεγε ότι συμφωνεί με τον Μουσολίνι στο ότι η απόλυτη ουδετερότητα απειλούσε να μετατρέψει το προλεταριάτο σε αμέτοχους παρατηρητές της προελαύνουσας ιστορίας. Πίστευε ότι με την “ενεργή και λειτουργική ουδετερότητα” το κόμμα θα μπορούσε να αγγίξει τις μεγάλες μάζες του λαού που είχαν απομακρυνθεί από την πολιτική.[9]

O Γκράμσι, αν και διεθνιστής, είχε βαθιές ρίζες στη Σαρδηνία και έτσι σχετίστηκε με το αυτονομιστικό κίνημα του νησιού. Αντιλαμβανόταν την αυτονομία σαν κίνημα των φτωχών του Νότου που αισθάνονταν την εκμετάλλευση και την εγκατάλειψη της κεντρικής εξουσίας της Ρώμης.[10]

Το 1920 καθοδηγεί την μεγάλη απεργία των εργατών για την υπεράσπιση των εργοστασιακών επιτροπών του Τορίνο και διατυπώνει το πολιτικό πρόγραμμα-μανιφέστο «Για την ανανέωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος». Στις 21 Ιανουαρίου 1921ιδρύει το Κομμουνιστικό κόμμα Ιταλίας.

Η άνοδος των φασιστών στην εξουσία είχε ως αποτέλεσμα να τεθούν εκτός νόμου το Κ.Κ.Ι. και οι άλλες δημοκρατικές οργανώσεις και να συλληφθούν οι ηγέτες τους, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκράμσι. Στη δίκη που ακολούθησε, καταδικάστηκε σε εικοσαετή φυλάκιση. Αλλά και μέσα στη φυλακή ο Γκράμσι δε σταμάτησε ν’ αγωνίζεται. Μελετά και γράφει με σκοπό να προετοιμάσει ένα μεγαλόπνοο έργο πάνω στα θεωρητικά και πρακτικά προβλήματα του εργατικού κινήματος και τα εθνικά και πολιτιστικά προβλήματα της Ιταλίας. Ατυχώς το έργο αυτό δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, διότι υπήρξε στο μεταξύ επιδείνωση τής ήδη κλονισμένης από τις κακουχίες υγείας του που τον οδήγησε στο θάνατο στις 27 Απριλίου 1937.

Άφησε έναν τεράστιο όγκο δοκιμίων, άρθρων και σημειώσεων, που εκδόθηκαν για πρώτη φορά ύστερα από τον πόλεμο και που επηρέασαν και επηρεάζουν την σύγχρονη κίνηση των ριζοσπαστικών ιδεών σε όλον τον κόσμο και τη μετα-μαρξιστική θεώρηση.