Οι Επιβάτες για την Ελευθερία (Freedom Riders) ήταν ακτιβιστές πολιτικών δικαιωμάτων που το 1961 πραγματοποίησαν ταξίδια διαμαρτυρίας στις νότιες Πολιτείες των Η.Π.Α., διακηρύσσοντας ότι ο φυλετικός διαχωρισμός στα δημόσια λεωφορεία ήταν αντισυνταγματικός.

Κατά το 1961, το υπεραστικό λεωφορείο συμβόλιζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο τον αντιρατσιστικό αγώνα στις Η.Π.Α. Ο φυλετικός διαχωρισμός στα λεωφορεία και τις στάσεις τους είχε κηρυχθεί αντισυνταγματικός από το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά στις πολιτείες του Νότου παρέμενε, όπως και πολλές άλλες μορφές ρατσισμού, σε ισχύ.

Έτσι, στις 4 Μαΐου του 1961, μία ομάδα λευκών και μαύρων «Επιβατών για την Ελευθερία», όπως θα έμεναν στην ιστορία, ξεκίνησαν από την Ουάσινγκτον ταξίδι διαμαρτυρίας με λεωφορείο.

Τελικός προορισμός ήταν η Νέα Ορλεάνη. Ωστόσο, το ταξίδι τελείωσε στην Αλαμπάμα, όπου, απούσης της αστυνομίας, λευκοί κάτοικοι του Μπέρμιγχαμ, που όπως αποδείχθηκε αργότερα ήταν μέλη και οπαδοί της Κου-Κλουξ-Κλαν, απαγόρευσαν τη διέλευση των λεωφορείων και ξυλοκόπησαν με μανία τους διαδηλωτές, οι οποίοι υποχρεώθηκαν τελικά να επιστρέψουν στην Ουάσινγκτον αεροπορικώς. Τη θέση τους, όμως, πήραν άλλοι διαδηλωτές, καθώς στις 20 Μαΐου δεκαοκτώ φοιτητές ταξίδεψαν από το Μπέρμιγχαμ στην πρωτεύουσα της Αλαμπάμα, το Μοντγκόμερι. Στο τέλος της διαδρομής, τους διαδηλωτές περίμεναν εκατοντάδες συγκεντρωμένοι ρατσιστές.

Όλοι οι διαδηλωτές, αλλά και μέλη του τύπου, ξυλοκοπήθηκαν, αλλά με ιδιαίτερη μανία χτυπήθηκαν οι λευκοί που συμμετείχαν στο «ταξίδι της ελευθερίας». Τα επεισόδια έλαβαν τέτοια έκταση που η πολιτεία τέθηκε υπό στρατιωτικό νόμο και ο υπουργός Δικαιοσύνης Ρόμπερτ Κένεντι, ένθερμος υποστηρικτής των διαδηλωτών, έστειλε εκατοντάδες άνδρες της Εθνικής Φρουράς της Αλαμπάμα για να αποκαταστήσουν, έστω και προσωρινά, την τάξη.