Ο Λόυντ Γουέμπερ είναι ο δημιουργός μεγάλων και δημοφιλών μιούζικαλ, κάποια από τα οποία παρουσιάσθηκαν για περισσότερο από μία δεκαετία στα θέατρα του Γουέστ Εντ και του Μπρόντγουεϊ. Στη μέχρι σήμερα (2013) σταδιοδρομία του έχει συνθέσει 13 μιούζικαλ (ή «ροκ όπερες»), έναν κύκλο τραγουδιών, ένα σύνολο παραλλαγών, μουσική για δύο κινηματογραφικές ταινίες και ένα ρέκβιεμ. `Εχει τιμηθεί με τον τίτλο του ιππότη (σερ) το 1992[7], με επτά Βραβεία Τόνυ, τρία Βραβεία Γκράμι, ένα βραβείο «Όσκαρ» καλύτερου τραγουδιού (1996), 14 Βραβεία Άιβορ Νοβέλο, επτά Βραβεία Ολίβιε και ένα Golden Globe Award.

Πολλά από τα τραγούδια του έχουν αναπαραχθεί ευρύτατα και αποτελούν διεθνείς επιτυχίες έξω από τα μητρικά τους έργα, όπως το «The Music of the Night» από Το φάντασμα της όπερας, το «I Don’t Know How to Love Him» από το Jesus Christ Superstar, τα «Don’t Cry for Me, Argentina» και «You Must Love Me» από την Εβίτα, το «Any Dream Will Do» από το Joseph and the Amazing Technicolor Dreamcoat και το «Memory» από το Γάτες.

Η εταιρεία του Γουέμπερ, η Really Useful Group, αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες θεατρικές επιχειρήσεις του Λονδίνου. Ο Γουέμπερ είναι επίσης πρόεδρος της μεγαλύτερου κύρους σχολής για εκπαίδευση στο μουσικό θέατρο στο Ηνωμένο Βασίλειο, της Arts Educational Schools London, που έχει την έδρα της στο Τσίσγουικ (Chiswick) του Δυτικού Λονδίνου.

Η πρώτη συνεργασία του Λόυντ Γουέμπερ με τον στιχουργό Τιμ Ράις ήταν το The Likes of Us, ένα μιούζικαλ βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Τόμας Τζων Μπαρνάρντο. Παρότι γράφτηκε το 1965, ανέβηκε δημόσια μόλις το 2005, στο Sydmonton Festival. Από υφολογικής πλευράς το έργο αυτό ακολουθεί τα μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ των δεκαετιών του 1940 και 1950: αρχίζει με μία παραδοσιακή εισαγωγή με μίγμα μελωδιών από το έργο και η μουσική υποδεικνύει κάποιες από τις πρώτες επιρροές που ασκήθηκαν πάνω στον Λόυντ Γουέμπερ, ιδιαίτερα από τους Ρίτσαρντ Ρότζερς, Frederick Loewe και Λάιονελ Μπαρτ. Από αυτή την άποψη είναι αρκετά διαφορετικό από το μεταγενέστερο έργο του συνθέτη, που τείνει να προσεγγίζει στη φόρμα περισσότερο την όπερα από ό,τι το κλασικό μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ.

Το 1968 οι Ράις και Λόυντ Γουέμπερ δέχθηκαν μία παραγγελία: ένα έργο για το σχολείο Colet Court. Αυτή η παραγγελία εξελίχθηκε στο Joseph and the Amazing Technicolor Dreamcoat, μία νέα αφήγηση της βιβλικής ιστορίας του Ιωσήφ στην οποία οι Λόυντ Γουέμπερ και Ράις συνδυάζουν με χιούμορ διάφορα είδη μουσικής, όπως το ροκ-εντ-ρολ του `Ελβις και τη μουσική κάντρι. Ο Ιωσήφ άρχισε ως μία σύντομη καντάτα που κέρδισε κάποια αναγνώριση με το δεύτερο ανέβασμά της, με μία ευνοϊκή κριτική στους Τάιμς. Για τις μεταγενέστερες παραστάσεις του έργου οι δημιουργοί του το αναθεώρησαν και προσέθεσαν νέα τραγούδια για να το μεγαλώσουν σε διάρκεια. Μία παραγωγή δύο ωρών ανέβηκε στο Γουέστ Εντ στον απόηχο της επιτυχίας του Jesus Christ Superstar.

Το 1969 οι Ράις και Λόυντ Γουέμπερ έγραψαν ένα τραγούδι για τον Διαγωνισμό Τραγουδιού της Eurovision, το “Try It and See”, το οποίο δεν επιλέχθηκε. Με ξαναγραμμένους τους στίχους έγινε η «άρια του βασιλιά Ηρώδη» στη ροκ όπερα Jesus Christ Superstar (1970), το τρίτο τους έργο.

Τα σχέδια των Ράις και Λόυντ Γουέμπερ μετά την επιτυχία του Jesus Christ Superstar ήταν μία μουσική κωμωδία βασισμένη στα μυθιστορήματα του P.G. Wodehouse με τους Jeeves και Wooster. Ο Ράις ήταν διστακτικός για το εγχείρημα αυτό, εν μέρει επειδή φοβόταν ότι δεν θα ήταν ικανοί να σταθούν στο ύψος των μυθιστορημάτων που τόσο θαύμαζαν οι δυο τους[11]. Μετά λοιπόν από κάποια πρώτη εργασία πάνω στους στίχους, ο Ράις αποσύρθηκε από το εγχείρημα και ο Λόυντ Γουέμπερ το έγραψε με τον Alan Ayckbourn. Το Jeeves απέτυχε εισπρακτικά και κατέβηκε μετά από παραστάσεις τριών μόνο εβδομάδων. Πολλά χρόνια αργότερα οι Λόυντ Γουέμπερ και Ayckbourn το ξαναδούλεψαν και παρουσίασαν μία πιο επιτυχημένη εκδοχή με τον τίτλο By Jeeves (1996). Μόνο δύο από τα τραγούδια της αρχικής παραγωγής παρέμειναν στο νέο έργο (τα “Half a Moment” και “Banjo Boy”).

Οι Λόυντ Γουέμπερ και Ράις συνεργάσθηκαν και πάλι για να γράψουν το μιούζικαλ Εβίτα (1978), βασισμένο στη ζωή της Εβίτα Περόν. Καθώς έγινε και με το Jesus Christ Superstar, το Εβίτα βγήκε πρώτα ως concept album (1976) με την Τζούλι Κόβινγκτον να τραγουδά τον ρόλο της Εβίτα. Το τραγούδι «Don’t Cry for Me Argentina» έγινε επιτυχία ως σινγκλ και το μιούζικαλ ανέβηκε στο Prince Edward Theatre σε σκηνοθεσία Χάρολντ Πρινς και πρωταγωνίστρια την Ελέιν Πέιτζ.

Η Εβίτα ήταν ένα ιδιαίτερα επιτυχημένο έργο, που παίχθηκε επί δέκα χρόνια στο Γουέστ Εντ. Μεταφέρθηκε στο Μπρόντγουεϊ το 1979. Ωστόσο, μετά από αυτό οι Ράις και Λόυντ Γουέμπερ χώρισαν τους δρόμους τους.

Το 1978 ο Λόυντ Γουέμπερ εργάσθηκε σε ένα σχέδιο μόνος του: ήταν το άλμπουμ Παραλλαγές (Variations), με τον βιολοντσελίστα αδελφό του, Τζούλιαν, βασισμένο στο Καπρίτσιο No. 24 του Παγκανίνι. Η επιτυχία του ήταν σημαντική: έφθασε στη δεύτερη θέση του pop album chart στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το κύριο θέμα του χρησιμοποιήθηκε ως η μουσική της τηλεοπτικής σειράς South Bank Show επί 32 χρόνια.

Η δεκαετία του 1980
Ο Λόυντ Γουέμπερ αποφάσισε να δημιουργήσει το επόμενο έργο του χωρίς στιχουργό και στράφηκε στην όχι εύκολη ποίηση του Τόμας Στερνς Έλιοτ. Οι Γάτες (1981) θα γινόταν το μακροβιότερο μιούζικαλ στο Λονδίνο, όπου ανέβηκε για 21 συναπτά έτη. Στο Μπρόντγουεϊ οι Γάτες ανέβηκαν για 18 χρόνια, ένα ρεκόρ που θα καταρριπτόταν αργότερα από ένα άλλο μιούζικαλ του Λόυντ Γουέμπερ, Το φάντασμα της όπερας.

Το Starlight Express (1984) ήταν μία εμπορική επιτυχία, κυρίως στην Αγγλία, αλλά απαξιώθηκε από τους κριτικούς. Το έργο αυτό αυτό παίζεται διαρκώς από το 1988 σε θέατρο στο Μπόχουμ της Γερμανίας που ανεγέρθηκε ειδικά για αυτό.

Ο Λόυντ Γουέμπερ έγραψε ένα ρέκβιεμ αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε το 1982. Η πρεμιέρα του έγινε στη Νέα Υόρκη στις 24 Φεβρουαρίου 1985. Η εκκλησιαστική μουσική υπήρξε μέρος της ανατροφής του συνθέτη, ενώ για τη συγκεκριμένη σύνθεση εμπνεύσθηκε από ένα άρθρο που είχε διαβάσει για τα βάσανα των ορφανών της Καμπότζης και τιμήθηκε με Βραβείο Γκράμι το 1986 στην κατηγορία της καλύτερης κλασικής σύνθεσης.

Το μιούζικαλ Cricket (1986) έφερε και πάλι μαζί τους Λόυντ Γουέμπερ και Ράις σε μία δημιουργία για τα εξηκοστά γενέθλια της βασίλισσας Ελισάβετ. Αρκετές από τις μελωδίες του εντάχθηκαν αργοτερα στα Aspects of Love και Sunset Boulevard.

Την ίδια χρονιά ο Λόυντ Γουέμπερ ολοκλήρωσε και παρουσίασε Το φάντασμα της όπερας, εμπνευσμένο από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Γκαστόν Λερού (1911). Ο ρόλος της Κριστίν γράφτηκε στα μέτρα της τότε συζύγου του Λόυντ Γουέμπερ, της Σάρα Μπράιτμαν, η οποία τον έπαιξε στις πρώτες παραγωγές σε Λονδίνο και Μπρόντγουεϊ με τον Μάικλ Κρώφορντ στον ρόλο του Φαντάσματος και σε σκηνοθεσία και πάλι του Χάρολντ Πρινς. Ο στιχουργός Τσαρλς Χαρτ έγραψε τους στίχους για το έργο, που σημείωσε μεγάλη επιτυχία και ακόμα παίζεται στο Γουέστ Εντ και στο Μπρόντγουεϊ. Τον Ιανουάριο 2006 ξεπέρασε τις Γάτες ως το μακροβιότερο μιούζικαλ στο Μπρόντγουεϊ, συμπληρώνοντας 10.000 παραστάσεις στις 11 Φεβρουαρίου 2012.

Ακολούθησε το Aspects of Love το 1989, ένα μιούζικαλ βασισμένο σε ιστορία του Ντέιβιντ Γκάρνετ. Οι στίχοι γράφτηκαν από τους Ντον Μπλακ και Τσαρλς Χαρτ και η σκηνοθεσία του πρώτου ανεβάσματος ήταν του Τρέβορ Ναν.

Η δεκαετία του 1990
Ζητήθηκε από τον Λόυντ Γουέμπερ να γράψει ένα τραγούδι για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Βαρκελώνης και εκείνος συνέθεσε το “Amigos Para Siempre — Friends for Life” σε στίχους Ντον Μπλακ. Αυτό το τραγούδι ερμηνεύθηκε από τους Σάρα Μπράιτμαν και Χοσέ Καρρέρας.

Ο Λόυντ Γουέμπερ είχε «παίξει» με την ιδέα να γράψει ένα μιούζικαλ βασισμένο στην κινηματογραφική ταινία του Μπίλι Γουάιλντερ Η Λεωφόρος της Δύσης από τότε που την είδε, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, αλλά μόλις μετά το Aspects of Love κατόρθωσε να εξασφαλίσει τα δικαιώματα από την Paramount[12]. Συνεργάσθηκε με δύο για τους στίχους και το συνοδό βιβλίο: τους Κρίστοφερ Χάμπτον και Ντον Μπλακ. Το έργο έκανε πρεμιέρα στο Adelphi Theatre του Λονδίνου στις 12 Ιουλίου 1993 και συνέχισε για 1.529 παραστάσεις. Παρά τη δημοφιλία και τις πολλές παραστάσεις του έργου, το οικονομικό αποτέλεσμα ήταν ζημιογόνο εξαιτίας του πολυδάπανου της παραγωγής.

Το 1994 Η Λεωφόρος της Δύσης κέρδισε 7 Βραβεία Τόνυ για το ανέβασμά του στο Μπρόντγουεϊ.

Το 1998 ο συνθέτης κυκλοφόρησε τις Γάτες σε ταινία που κινηματογραφήθηκε στο Adelphi Theatre, σε σκηνοθεσία του Ντέιβιντ Μάλετ και χορογραφίες του Gillian Lynne. Το ίδιο έτος έκανε την πρεμιέρα του στην Ουάσινγκτον και το νέο του μιούζικαλ, το Whistle Down the Wind, σε στίχους γραμμένους από τον θρύλο της ροκ Τζιμ Στάινμαν. Αναφέρθηκε ότι ο Λόυντ Γουέμπερ δεν ήταν ευχαριστημένος από τη διανομή των ρόλων και τη σκηνοθεσία του Πρινς, και το έργο παίχθηκε αναθεωρημένο στο Λονδίνο σε σκηνοθεσία Γκέιλ `Εντουαρντς. Αξιοσημείωτο από αυτό το μιούζικαλ ήταν το τραγούδι “No Matter What”, που άφησε το επίσημο τοπ τεν μόνο όταν αυξήθηκε η τιμή του CD single για να το βγάλει από εκεί.

Το επόμενο μιούζικαλ ήταν το The Beautiful Game, που παίχθηκε στο Λονδίνο (στο Cambridge Theatre), αλλά ποτέ στο Μπρόντγουεϊ. Στη συνέχεια, ο Λόυντ Γουέμπερ το ξαναδούλεψε σε ένα νέο έργο, το The Boys in the Photograph, που έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο The Liverpool Institute for Performing Arts τον Απρίλιο 2008.

Το 2001 η εφημερίδα The New York Times χαρακτήρισαν τον Λόυντ Γουέμπερ ως «τον πλέον εμπορικά επιτυχημένο μουσικοσυνθέτη στην ιστορία της ανθρωπότητας»

Πηγή