Στις 15:26 τοπική ώρα, εξερράγη βόμβα σε μια περιοχή στο κέντρο του Όσλο όπου βρίσκονται διάφορα κυβερνητικά κτίρια καθώς και το γραφείο του πρωθυπουργού της χώρας. Οι δρόμοι γύρω από το σημείο που έγινε η έκρηξη γέμισαν συντρίμμια και σπασμένα τζάμια. Από την έκρηξη σκοτώθηκαν 8 άτομα και περισσότερα από 200 τραυματίστηκαν. Η αστυνομία ζήτησε από τους πολίτες να μην πηγαίνουν προς το κέντρο του Όσλο καθώς έκανε ελέγχους για την ύπαρξη και άλλων βομβών στην περιοχή. Το αεροδρόμιο της πόλης παρέμεινε ανοιχτό σε αντίθεση με τα τρένα που σταμάτησαν την λειτουργία τους.

Στις 17:26, δύο ακριβώς ώρες μετά την έκρηξη της βόμβας στο Όσλο, ένας άγνωστος, που ήταν ντυμένος αστυνομικός, μπήκε στην κατασκήνωση της νεολαίας του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος (Workers’ Youth League (AUF)) που γινόταν στο νησί Ουτόγια και άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως. Αν και οι πρώτες αναφορές έκαναν λόγο για τουλάχιστον 84 θύματα από αυτή την επίθεση, ο τελικός αριθμός των νεκρών στην συγκεκριμένη επίθεση ήταν 69 θύματα (με το τελευταίο από αυτά να πεθαίνει δύο ημέρες αργότερα στο νοσοκομείο), ενώ ταυτόχρονα υπήρχαν περισσότεροι από 100 τραυματίες.

Μετά την έκρηξη στο κέντρο του Όσλο

Την ημέρα των επιθέσεων, ο Μπρέιβικ δημοσιοποίησε ηλεκτρονικά μια συλλογή κειμένων με τίτλο «2083: Ευρωπαϊκή Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας», περιγράφοντας την ακροδεξιά εξτρεμιστική ιδεολογία του. Σε αυτά, περιγράφει μια κοσμοθεωρία που περιλαμβάνει την ισλαμοφοβία, την υποστήριξη στον «ακροδεξιό Σιωνισμό» και την εναντίωσή του στον φεμινισμό.

Στα κείμενα του αποκαλεί το Ισλάμ και τον Πολιτισμικό Μαρξισμό «εχθρούς», υποστηρίζει τη βίαιη διάλυση των δομών πολυπολιτισμικότητας και ιδιαίτερα της αποκαλούμενης «Ευραραβίας» (έναν πολιτικό νεολογισμό που αναφέρεται σε μια θεωρητική σύνδεση του Ευρωπαϊκού και του Αραβικού κόσμου) και συνηγορεί υπέρ της απέλασης όλων των μουσουλμάνων από την Ευρώπη, με βάση το μοντέλο των διαταγμάτων του Μπένες. Ο Μπρέιβικ υποστήριξε πως το κύριο κίνητρό για τις αγριότητες στις οποίες προέβη ήταν η ευρύτερη δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου μανιφέστου στο κοινό.

Στα κείμενα του αποκαλεί το Ισλάμ και τον Πολιτισμικό Μαρξισμό «εχθρούς» , υποστηρίζει τη βίαιη διάλυση των δομών πολυπολιτισμικότητας και ιδιαίτερα της αποκαλούμενης «Ευραραβίας» (έναν πολιτικό νεολογισμό που αναφέρεται σε μια θεωρητική σύνδεση του Ευρωπαϊκού και του Αραβικού κόσμου) και συνηγορεί υπέρ της απέλασης όλων των μουσουλμάνων από την Ευρώπη, με βάση το μοντέλο των διαταγμάτων του Μπένες. Ο Μπρέιβικ υποστήριξε πως το κύριο κίνητρό για τις αγριότητες στις οποίες προέβη ήταν η ευρύτερη δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου μανιφέστου στο κοινό.

Μετά την επίθεση στην κατασκήνωση στην Ουτόγια

Η δίκη του ξεκίνησε στις 16 Απριλίου 2012 και ολοκληρώθηκε, με την απολογία του, στις 22 Ιουνίου του 2012. Στις 24 Αυγούστου 2012 το Επαρχιακό Δικαστήριο του Όσλο εξέδωσε την απόφασή του σύμφωνα με την οποία ο Μπρέιβικ κρίθηκε υγιής ψυχικά και ένοχος για τη δολοφονία 77 ανθρώπων.

Καταδικάστηκε σε 21 χρόνια φυλάκισης με τη μορφή προληπτικής κράτησης, σύμφωνα με την οποία θα εκτίσει την ελάχιστη υποχρεωτική 10ετή φυλάκιση, με περαιτέρω δυνατότητα επέκτασης της κράτησης για όσο διάστημα θεωρείται «κίνδυνος για την κοινωνία», κάτι που σημαίνει πως, πιθανότατα, θα παραμείνει στη φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής του. Αυτή ήταν και η μέγιστη δυνατή ποινή στη Νορβηγία. Ο Μπρέιβικ ανακοίνωσε ότι δεν αναγνωρίζει τη νομιμότητα του δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν αποδέχεται την απόφαση του. Σήμερα παραμένει κρατούμενος στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Skien.