Ο Φρανσουά Μαρί Αρουέ, ευρύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο Βολταίρος (Voltaire), ήταν Γάλλος συγγραφέας, ιστορικός και φιλόσοφος, διάσημος για το πνεύμα του, τις επιθέσεις του εις βάρος της Καθολικής Εκκλησίας και την υπεράσπιση της ανεξιθρησκίας, της ελευθερίας του λόγου και του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους. Θεωρείται κεντρική μορφή και ενσάρκωση του Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Υπήρξε επίσης δοκιμιογράφος και κορυφαίος εκπρόσωπος του ντεϊσμού.

Το έργο του

Η θεατρική παραγωγή του Βολταίρου ανέρχεται μεταξύ πενήντα και εξήντα έργων, ορισμένα εκ των οποίων είναι γνωστά μόνο από αναφορές ή απεικονίσεις. Είναι εκ πρώτης όψεως αξιοπρόσεκτο ότι ο Βολταίρος, του οποίου η κωμική ικανότητα ήταν αναμφισβήτητα πολύ αξιολογότερη από την τραγική, έχει γράψει πολλές τραγωδίες αρκετά αξιόλογες, αλλά μόνο μια μέτρια, δεύτερης κλάσης, κωμωδία, τη Nanine. Οι άλλες προσπάθειές του σε αυτήν την κατεύθυνση είναι είτε μικρής αξίας και σχεδόν ασήμαντες, είτε, όπως στην περίπτωση του κάπως διάσημου Ecossaise, αντλούν όλο το ενδιαφέρον τους όντας προσωπικοί λίβελοι. Οι τραγωδίες του, αφ’ ετέρου, είναι εργασίες εξαιρετικής αξίας. Αν και ο Βολταίρος δεν κατείχε ούτε την τέλεια στιχουργία του Ρακίνα, ούτε την ευγενή ποιητικότητα του Κορνήλιου, ξεπέρασε αυτές τις ελλείψεις, κατά τη γνώμη των ειδικών, στην πλοκή του δύσκολου και τεχνητού παιχνιδιού της γαλλικής τραγωδίας Ζαΐρα (Zaire), μεταξύ εκείνων όπου η αγάπη αναγνωρίζεται ως βασικό κίνητρο, και Μερόπη (Merope), μεταξύ εκείνων όπου αυτό το κίνητρο είναι αποκλεισμένο και υποταγμένο. Ο Βολταίρος ήξερε ότι η κοινή γνώμη της εποχής του απέδιδε τα εύσημά της σε έναν ικανό και επιτυχημένο δραματουργό και ήταν αποφασισμένος να κερδίσει αυτά τα εύσημα. Επομένως έθεσε όλη τη θαυμαστή του ευφυΐα σε αυτό το στόχο.

Ποίηση

Ο Βολταίρος με το Φρειδερίκο της Πρωσίας στο τραπέζι (Αντίγραφο πίνακα του Adolph von Menzel, 1850, ο οποίος κάηκε το 1945)
Όσον αφορά στα ποιήματά του, (από τα οποία ξεχωρίζουν δύο μακροσκελή, η Ερρικειάδα (Henriade) και η Παρθένος (Puccele), ενώ υπάρχουν και πολλά μικρότερα) η αξία τους είναι άνιση. Η Ερρικειάς με καθολική συγκατάθεση υφίσταται ως διδασκόμενο σχολικό βιβλίο. Γραμμένο σχεδόν κατά δουλική μίμηση του Βιργιλίου, χρησιμοποιεί τεχνικά ένα απρόσφορο μέτρο – το αλεξανδρινό δίστιχο (το οποίο καθίσταται μονότονο στις δραματικές αφηγήσεις) – και χωρίς να διακρίνεται ούτε για τον ενθουσιασμό ή την κατανόησή του θέματος, δεν μπορεί παρά να είναι μία ανεπαρκής προσπάθεια. Η Παρθένος, αν και κατώτερης ηθικής αξίας, είναι πολύ καλύτερο από λογοτεχνική άποψη. Το ποίημα είναι ασυστηματοποίητο ως έναν βαθμό και αποτελεί λίβελο ενάντια στη θρησκεία και την ιστορία. Διαφέρει από το πρότυπο του, Orlando furioso του Λουδοβίκου Αριόστο, όντας, όχι όπως εκείνο, ένα μείγμα ρομαντισμού και παρωδίας, αλλά ένας εν μέρει ανιαρός ιστός απλής και φτηνής παρωδίας. Μεγάλο μέρος της διασκεδαστικής του αξίας εξαρτάται απλά από το γεγονός ότι υπήρχαν και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που πιστεύουν βαθιά στο χριστιανισμό και αυτοί οι αστεϊσμοί καταφέρνουν να τους ταράξουν καθιστώντας την αποστροφή τους κωμική προς άλλους. Εντούτοις, παρ’ όλα τα ελαττώματά της η Παρθένος καταφέρνει να είναι διασκεδαστική.

Στα δευτερεύοντα ποιήματά του είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, που να τα κάνει να αξίζουν να φέρουν το όνομα της ποίησης – ούτε πάθος, ούτε αίσθηση της ομορφιάς της φύσης, μόνο μια στενή “κριτική της ζωής,” μόνο συμβατική και περιορισμένη επιλογή της γλώσσας, περιορισμένη και μονότονη προσωδία και καθόλου από εκείνη την αόριστη αίσθηση, που έχει ειπωθεί σωστά, ότι καθορίζει την ποιητική ουσία. Αλλά υπάρχει απέραντο πνεύμα, μια θαυμάσια αντίληψη του μέτρου και της γλώσσας, που το γούστο της εποχής υπαγόρευε στον ποιητή, περιστασιακά εμφανίζεται ενικός αριθμός με την υπόθεση μιας κάπως τεχνητής χάρης και μια περίεργη ικανότητα διάνθισης του λόγου με τον τρόπο γραφής και το ύφος.

Πεζογραφία

Ο Βολταίρος συζητά με έναν κληρικό. Γκραβούρα του 1764 που φέρει τον τίτλο “Ο Βολταίρος και η θρησκεία”.
Το τρίτο τμήμα των εργασιών του Βολταίρου αποτελείται από τα μυθιστορήματα και τα αφηγήματα του. Αυτές οι παραγωγές – ασύγκριτα οι πιο αξιόλογοι καρποί της μεγαλοφυΐας του – συντίθονταν συνήθως ως τεύχη, με κύριο σκοπό την πολεμική στη θρησκεία ή την πολιτική. Έτσι το Candide επιτίθεται στη θρησκευτική και φιλοσοφική αισιοδοξία, το L’Homme aux quarante ecus σε ορισμένες κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές της εποχής, ενώ το Zadig και άλλα στις παραδεδεγμένες μορφές ηθικής και μεταφυσικής ορθοδοξίας, ενώ μερικά είναι λιβελογραφικές σάτιρες στη Βίβλο, την ατέρμονη πηγή του βολταιρικού πνεύματος.

Αλλά (όπως πάντα συμβαίνει στην περίπτωση του λογοτεχνικού έργου όπου η μορφή ταιριάζει ακριβώς στη μεγαλοφυΐα του συντάκτη) ο σκοπός στα καλύτερα από αυτά εξαφανίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου. Σε αυτές τις εργασίες εμφανίζεται, περισσότερο απ’ ότι σε οποιεσδήποτε άλλες, η ιδιαίτερη ποιότητα του Βολταίρου – ειρωνικό, χωρίς υπερβολή, ύφος-. Ότι το διδάχθηκε εν μέρει από τον Άγιο Ευρυμόνδο, ή ακόμα περισσότερο από τον Άντονι Χάμιλτον και μερικώς ακόμη και από το πολέμιό του Le Sage, είναι απόλυτα σωστό, αλλά αυτός του έδωσε την τελειότητα και την ολοκλήρωση. Εάν μπορεί να επιλεχτεί μία ιδιαιτερότητα, αυτή είναι ο απόλυτος έλεγχος και η απλότητα της λεκτικής επεξεργασίας. Ο Βολταίρος δεν εμμένει σε αυτό το σημείο, μένει απλά για να γελάσει με αυτό που έχει πει, διευκρινίζει ή σχολιάζει τα αστεία του, καγχάζει με αυτά.

Ιστοριογραφία 

Διανοούμενοι συγκεντρωμένοι γύρω από την προτομή του Βολταίρου στο σαλόνι της Madame Geoffrin στα 1755 (Anicet-Charles-Gabriel Lemonnier, 1812, Château du Malmaison, Rueil)
Το τέταρτο τμήμα του έργου του Βολταίρου, το ιστορικό, είναι το ογκωδέστερο όλων εκτός της αλληλογραφίας του, και μερικά μέρη του είναι μεταξύ των πλέον πολυδιαβασμένων, αλλά απέχουν πολύ ως προς το να είναι και τα καλύτερα. Οι μικρές πραγματείες του για τον Κάρολο το 12ο και το Μεγάλο Πέτρο είναι πράγματι πρότυπα οξυδερκούς και ευφυούς αφήγησης αν και ως ένα βαθμό χαρακτηρίζονται από επιφανειακή κατανόηση και ταξινόμηση.

Τα αποκαλούμενα Εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ΄ (Siècle de Louis XIV) και Εποχή του Λουδοβίκου ΙΕ΄ (Siècle de Louis XV) (το τελευταίο κατώτερο του πρώτου αλλά παρά ταύτα πολύτιμο) περιέχουν μια μεγάλη σύμμειξη ενδιαφέροντος υλικού, που επεξεργάζεται από ένα άτομο μεγάλης οξυδέρκειας και με αξεπέραστη ικανότητα στη γραφή, ο οποίος είχε επίσης πρόσβαση σε πολλές σημαντικές εμπιστευτικές πληροφορίες. Αλλά ακόμη και σε αυτά τα βιβλία οι ατέλειες είναι παρούσες, εμφανιζόμενες όμως εντονότερα στο μοναδικό ανακάτεμα που τιτλοφορείται Essai sur les moeurs, στο Annales de l’Empire και στις δευτερεύουσες ιστορικές εργασίες. Αυτές οι ατέλειες είναι μια σχεδόν συνολική απουσία οποιασδήποτε κατανόησης της αποκαλούμενης από τότε φιλοσοφίας της ιστορίας, η σταθερή παρουσία χονδροειδούς προκατάληψης, η συχνή ανακρίβεια στις λεπτομέρειες και, προ πάντων, μια πλήρης ανικανότητα για να εξετάσει οτιδήποτε πέρα από τη στενή σκοπιά ενός μισό-πεσιμιστή και μισο-αυτοϊκανοποιούμενου φιλοσόφου του 18ου αιώνα.


 

Στη φιλοσοφία του, βασισμένη στο σκεπτικισμό και τον ορθολογισμό, ήταν βαθιά επηρεασμένος από το Λοκ (Locke) καθώς επίσης και από τους Montaigne και Bayle. Παρά το πάθος του για τη σαφήνεια και τη λογική, συχνά υπήρξε ανακόλουθος προς τον εαυτό του. Έτσι ενώ αρχικά υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση ήταν τόσο αμετάβλητη όσο αυτή των ζώων αργότερα εξέφρασε την πεποίθηση για εξέλιξη και βαθμιαίο εξανθρωπισμό της κοινωνίας μέσω της δράσης των τεχνών, των επιστημών και του εμπορίου. Στην πολιτική υποστήριζε τη μεταρρύθμιση αλλά ένιωθε φρίκη για την αμάθεια και τον πιθανό φανατισμό των ανθρώπων καθώς και για τη βία της επανάστασης.

Όσο αφορά τη θρησκεία ο Βολταίρος θεωρούσε ότι ο χριστιανισμός ήταν μια καλή πίστη για καμαριέρες και ράφτες, αλλά για την ανώτερη τάξη πρότεινε έναν απλό θεϊσμό. Αντιτάχθηκε στον αθεϊσμό και τον υλισμό του Ελβέτιου και του Χόλμπαχ. Είναι παροιμιώδης η θέση του ότι “εάν ο Θεός δεν υπήρχε, θα έπρεπε να εφευρεθεί”, που περιέχεται σε ένα από τα ποιήματά του. Τέλος η επιρροή του Βολταίρου στην εκλαΐκευση της επιστήμης και της φιλοσοφίας του καιρού του ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

Στον Βολταίρο αποδίδεται λανθασμένα η φράση «Διαφωνώ με αυτό που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες». Στην πραγματικότητα η φράση αυτή γράφτηκε πρώτη φορά από την Evelyn Beatrice Hall στο βιογραφικό βιβλίο της The Friends of Voltaire.