Τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου από τους Ναζί ανάγκασαν τις συμμαχικές δυνάμεις να αναλάβουν την υποχρέωση, με τη λεγόμενη δήλωση της Μόσχας (Οκτώβριος 1943), να παραπέμψουν σε δίκη τους εγκληματίες πολέμου. Τον Αύγουστο του 1945 υπογράφηκε στο Λονδίνο η ιδρυτική πράξη του Διεθνούς Στρατοδικείου που θα δίκαζε τους εγκληματίες. Το δικαστήριο συγκροτήθηκε από τέσσερις δικαστές, ένας από καθεμία από τις νικήτριες χώρες (Μεγάλη Βρετανία, ΗΠΑ, Γαλλία, Σοβιετική Ένωση) με πρόεδρο τον Βρετανό Τζέφρι Λόρενς. Πολλοί ήταν οι μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης. Οι κατηγορίες διακρίνονταν ως εξής: εγκλήματα κατά της ειρήνης τα οποία αφορούσαν τη διεξαγωγή επιθετικού πολέμου, που ερχόταν σε αντίθεση με τις υπάρχουσες διεθνείς συνθήκες· εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, που αφορούσαν τις δολοφονίες και τις γενοκτονίες που είχαν διαπράξει οι ναζί· εγκλήματα πολέμου, που συνιστούσαν την παράβαση κανόνων πολέμου· τέλος, «κοινό σχέδιο ή συνομωσία για διάπραξη» των παραπάνω εγκλημάτων. Το κατηγορητήριο δεν άργησε να συνταχθεί, γιατί οι αρμόδιοι των συμμαχικών υπηρεσιών είχαν συγκεντρώσει το υλικό της κατηγορίας ταυτόχρονα με την κατάληψη του γερμανικού εδάφους.

Nuremberg

NUREMBERG_TRIAl_2

Η δίκη άρχισε στις 20 Νοεμβρίου του 1945 και κράτησε έως τα τέλη του Αυγούστου 1946. Οι αποφάσεις διαβάστηκαν σε δύο ημέρες, 30 Σεπτεμβρίου και 1 Οκτωβρίου 1946. Καθώς ο Χίτλερ, ο Γκέμπελς και ο Χίμλερ είχαν πεθάνει, δικάστηκαν 24 κατηγορούμενοι, όλοι Γερμανοί· από αυτούς ένας, ο Ρόμπερτ Λάι, αυτοκτόνησε πριν αρχίσει η δίκη, άλλος ένας, ο Γκούσταφ Κρουπ φον Μπόλεν, εξ αιτίας της κακής κατάστασης της υγείας του, δεν συμμετείχε στη διαδικασία, ενώ ο Μάρτιν Μπόρμαν διέφυγε της σύλληψης και δικάστηκε ερήμην. Έτσι, στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν τελικά 21 άτομα. Οι μάρτυρες κατηγορίας εξετάστηκαν από τις 20 Νοεμβρίου 1945 έως τις 4 Μαρτίου 1946. Οι μάρτυρες υπεράσπισης και οι απολογίες των κατηγορουμένων διήρκεσαν από τις 5 Μαρτίου έως τις 3 Ιουλίου και οι αγορεύσεις των συνηγόρων πραγματοποιήθηκαν από τις 5 Ιουλίου έως τις 28 Αυγούστου.

NUREMBERG_TRIAl_3

dodd_thomas_nuremberg_trial_courtroom

Από τους κατηγορουμένους, οι δώδεκα καταδικάστηκαν σε θάνατο, αλλά καθώς ο Χέρμαν Γκέρινγκ αυτοκτόνησε μία ημέρα πριν από την εκτέλεσή του και ο Μπόρμαν φυγοδικούσε, οι θανατικές εκτελέσεις, που έγιναν με απαγχονισμό, ήταν δέκα: Άλφρεντ Γιοντλ (αρχηγός του γερμανικού Γενικού Επιτελείου, οργανωτής των στρατιωτικών επιθέσεων εναντίον διαφόρων κρατών, μεταξύ αυτών και της Ελλάδας το 1941), Άρθουρ Ζάις-Ίνκαρτ (ο καγκελάριος της Αυστρίας που επέτρεψε το Άνσλους και αργότερα υπήρξε υπεύθυνος για μαζικές σφαγές στην κατεχόμενη Ολλανδία), Φριτς Ζάουκελ (υπεύθυνος για τη στρατολόγηση αλλοδαπών σε καταναγκαστική εργασία για το ναζιστικό καθεστώς), Βίλχελμ Κάιτελ, Ερνστ Καλτενμπρούνερ (επικεφαλής της ναζιστικής μυστικής αστυνομίας, δεξί χέρι του Χίμλερ και υπεύθυνος για τη γενοκτονία 6 εκατ. Εβραίων), Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ, Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, Γιούλιοyς Στράιχερ (ενορχηστρωτής της δίωξης και κατόπιν της γενοκτονίας των Εβραίων της Γερμανίας, συγγραφέας του αντισημιτικού βιβλίου Der Sturmer), Χανς Φρανκ (στρατιωτικός διοικητής της κατεχόμενης Πολωνίας και υπεύθυνος για τις σφαγές των Εβραίων της χώρας) και Βίλχελμ Φρικ (υπουργός Εσωτερικών του ναζιστικού καθεστώτος, υπεύθυνος για μια σειρά νόμων που επέτρεψαν τις μαζικές εξοντώσεις και διώξεις στη χώρα του). Από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους, ο Ρούντολφ Ες, ο Έριχ Ρέντερ και ο Βάλτερ Φουνκ (υπουργός Οικονομικών του ναζιστικού καθεστώτος, υπεύθυνος για τη συγκέντρωση αποθεμάτων χρυσού του κράτους, το οποίο προήλθε από δημευθείσες εβραϊκές περιουσίες, ακόμα και από χρυσά δόντια Εβραίων) καταδικάστηκαν σε καταναγκαστικά έργα, ο Άλφρεντ φον Σίραχ (επικεφαλής της ναζιστικής νεολαίας) και ο Άλμπερτ Σπέερ καταδικάστηκαν σε είκοσι χρόνια κάθειρξη, ο Καρλ Ντένιτς και ο Κόνσταντιν φον Νόιρατ (υπουργός Εξωτερικών του ναζιστικού καθεστώτος έως το 1938 και κατόπιν διοικητής της κατεχόμενης Βοημίας και Μοραβίας) σε δεκαπέντε, ενώ οι Φραντς φον Πάπεν, Γιάλμαρ Σαχτ (πρόεδρος της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας του Γ’ Ράιχ και υπουργός Οικονομικών πριν από τον πόλεμο) και Χανς Φρίτσε (υπεύθυνος της ραδιοφωνικής προπαγάνδας του Γκέμπελς) αθωώθηκαν.