Το 1919, ο Στάινμπεκ αποφοίτησε από το Λύκειο του Σαλίνας και παρακολουθούσε με διαλείμματα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ μέχρι το 1925, φεύγοντας τελικά από το πανεπιστήμιο χωρίς να πάρει πτυχίο. Ταξίδεψε στη Νέα Υόρκη κι έκανε κάθε είδους παράδοξη δουλειά ενώ κυνηγούσε το όνειρό του να γίνει συγγραφέας. Όταν απέτυχε να δημοσιεύσει κάποιο έργο του επέστρεψε στην Καλιφόρνια όπου εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως ξεναγός το 1928 και ως επιστάτης στο ιχθυοτροφείο του Ταχόε Σίτυ, όπου θα συναντούσε την τουρίστρια Κάρολ Χέννινγκ, τη μέλλουσα πρώτη του σύζυγο. Ο Στάινμπεκ και η Χέννινγκ παντρεύτηκαν τον Ιανουάριο του 1930.

Ο Στάινμπεκ έζησε το μεγαλύτερο μέρος Μεγάλης Ύφεσης και του γάμου του με την Κάρολ σε ένα εξοχικό που ανήκε στον πατέρα του στην κωμόπολη Πασίφικ Γκρόουβ στην Καλιφόρνια στην Χερσόνησο του Μοντερέυ, λίγα τετράγωνα μακριά από την πόλη του Μοντερέυ. Ο πατέρας του Στάινμπεκ τού παρείχε στέγαση δωρεάν μαζί με χαρτί για τα χειρόγραφά του και πολύ σημαντικά δάνεια στα τέλη του 1928, τα οποία επέτρεψαν στον Στάινμπεκ να εγκαταλείψει μια πολύ κουραστική δουλειά σε μια αποθήκη εμπορευμάτων στο Σαν Φρανσίσκο και να επικεντρωθεί στην τέχνη του.

Ο Στάινμπεκ κατάφερε την πρώτη του επιτυχία με το μυθιστόρημα Η Πεδιάδα της Τορτίλια (Tortillia Flat,1935), το οποίο κέρδισε το Χρυσό Μετάλλιο της Λέσχης της Κοινοπολιτείας της Καλιφόρνια. Το βιβλίο απεικονίζει τις περιπέτειες μιας ομάδας αταξικών και συνήθως άστεγων νεαρών αντρών στο Μοντερέυ μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, λίγο πριν την Ποταπαγόρευση. Οι χαρακτήρες, οι οποίοι παρουσιάζονται με μια ειρωνική σύγκριση με μυθικούς ιππότες σε μια αναζήτηση, απορρίπτουν όλα τα καθιερωμένα ήθη και έθιμα της αμερικανικής κοινωνίας για να απολαύσουν έναν έκλυτο βίο, επικεντρωμένο στο κρασί, τη λαγνεία, τη συντροφικότητα και τις μικροκλοπές. Το βιβλίο έγινε ταινία το 1942, με πρωταγωνιστές τους Σπένσερ Τρέισι, Χέντι Λαμάρ και Τζον Γκάρφιλντ, φίλο του Στάινμπεκ.

Μετά το Χρυσό Κύπελλο, ανάμεσα στο 1931 και στο 1933 ο Στάινμπεκ παρήγαγε τρία μικρότερα έργα. Οι Βοσκές του Ουρανού, δημοσιευμένο το 1932, αποτελούνταν συνδεδεμένες μεταξύ τους ιστορίες για μια κοιλάδα κοντά στο Μοντερέυ, που ανακαλύφθηκε από έναν Ισπανό δεκανέα ενώ καταδίωκε δραπέτες γηγενείς Ινδιάνους σκλάβους. Το 1933 ο Στάινμπεκ δημοσίευσε Το Κόκκινο Πόν, μια 100σέλιδη ιστορία με τέσσερα κεφάλαια, μια συρραφή αναμνήσεων από την παιδική ηλικία του Στάινμπεκ. Το Σ’ Έναν Άγνωστο Θεό διηγείται τη ζωή κάποιου που ρυθμίζει νόμιμα με την κυβέρνηση την πρόθεση να αποκτήσει τον τίτλο του (homesteader) και της οικογένειάς του, απεικονίζοντας ένα χαρακτήρα με μία πρωτόγονη και παγανιστική λατρεία για τη γη στην οποία εργάζεται.

Μετά την έκδοση του μυθιστορήματος Η Πεδιάδα της Τορτίλα το 1935, η οποία διαδραματίζεται στο Μοντερέυ, της πρώτης του εμπορικής επιτυχίας, οι Στάινμπεκ αναδύθηκαν από τη σχετική φτώχεια κι έχτισαν ένα καλοκαιρινό ράντσο-σπίτι στην κωμόπολη Λος Γκάτος. Το 1940 πήγε ένα ταξίδι γύρω από τον Κόλπο της Καλιφόρνια μαζί με τον στενό του φίλο, Εντ Ρίκετς, για να μαζέψουν βιολογικά δείγματα. Το έργο The Log from the Sea of Cortez περιγράφει την εμπειρία του. Αν και η Κάρολ συνόδευσε τον Στάινμπεκ στο ταξίδι, ο γάμος τους είχε αρχίσει να έχει προβλήματα μέχρι εκείνη την εποχή, και θα τελείωνε τελικά το 1941, τον καιρό που ο Στάινμπεκ δούλευε στο χειρόγραφο για το βιβλίο.

Το 1948 ο Στάινμπεκ περιηγήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τον φημισμένο φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα. Επισκέφτηκαν τη Μόσχα, το Κίεβο, την Τιφλίδα, το Μπατούμι και το Στάλινγκραντ. Το βιβλίο του για τις εμπειρίες τους Ρωσικό Ημερολόγιο, εικονογραφήθηκε με φωτογραφίες του Κάπα. Εκείνη τη χρονιά εκλέχτηκε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων.

Το 1962 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στην επίσημη ομιλία του στην Ακαδημία της Στοκχόλμης είπε, μεταξύ άλλων, ότι “ο ίδιος ο άνθρωπος έχει καταστεί η μεγαλύτερή μας απειλή και η μοναδική μας ελπίδα“. Επίσης αναφέρθηκε στο ρόλο του συγγραφέα “επιφορτισμένο με το καθήκον να αποκαλύπτει τα τρωτά και σφάλματά μας, να φέρει στο φως τα σκοτεινά και επικίνδυνα όνειρά μας, με σκοπό να βελτιώσει την ζωή μας“.

Το 1966, ο Στάινμπεκ ταξίδεψε στο Τελ Αβίβ για να επισκεφτεί τον χώρο του Βουνού της Ελπίδας, μιας αγροτικής κοινότητας ιδρυμένης από τον παππού του στο Ισραήλ, του οποίου ο αδελφός, Φρίντιχ Γκροσστάινμπεκ, δολοφονήθηκε από Άραβες διαγουμιστές στις 11 Ιανουαρίου 1858.

Ο Τζον Στάινμπεκ πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 20 Δεκεμβρίου 1968 από καρδιακή ασθένεια και καρδιακή ανεπάρκεια. Ήταν 66 ετών και είχε υπάρξει σε όλη του τη ζωή καπνιστής. Η αυτοψία έδειξε σχεδόν πλήρη απόφραξη των κυρίων στεφανιαίων αρτηριών. Ο θάνατός του ήταν το τέλος μιας ζωής πολυκύμαντης και έντονης με τρεις γάμους και διαρκείς μετακινήσεις.