Δεινός διαπραγματευτής, ο Τζόνσον εκμεταλλεύτηκε το σύντομο διάστημα ανάμεσα στο Νοέμβριο του 1963 και το καλοκαίρι του 1964 για να πετύχει την ψήφιση, από ένα Κογκρέσο ακινητοποιημένο μέχρι τότε λόγω της διαμάχης προοδευτικών-συντηρητικών, του συνόλου του ριζοσπαστικού νομοθετικού έργου που άφησε πίσω του ο Κένεντι.

Η κυριότερη επιτυχία του είναι αναμφισβήτητα ο νόμος περί Πολιτικών Δικαιωμάτων της 2ας Ιουλίου, με τον οποίο τέθηκαν οριστικά εκτός νόμου οι παρελκυστικές, ρατσιστικές μεθοδεύσεις των πολιτειών του Νότου. Έτσι, όταν τον Αύγουστο του 1964 ήρθε η ώρα του συνεδρίου των Δημοκρατικών, ο πανύψηλος, γεροδεμένος Τεξανός εξασφάλισε το χρίσμα δια βοής, μέσα σε ένα πραγματικό παραλήρημα ενθουσιασμού. Υποψήφιος αντιπρόεδρος επιλέχθηκε ο φιλελεύθερος Χιούμπερτ Χάμφρεϊ.

Η εκλογή του Τζόνσον ως προέδρου αποδείχθηκε εύκολη, γιατί στην αντίπερα όχθη της πολιτικής σκηνής, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα επέλεξε ως υποψήφιο έναν υπερσυντηρητικό που αυτοχαρακτηρίστηκε εξτρεμιστής: τον γερουσιαστή Μπάρι Γκολντγουότερ από την Αριζόνα, πολέμιο του αγώνα κατά του ρατσισμού και υπέρμαχο των «απλών λύσεων» για τα προβλήματα της χώρας, όπως τον πυρηνικό βομβαρδισμό του Βιετνάμ, την κατάληψη της Κούβας με εισβολή των Η.Π.Α. και την κατάργηση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας. Αν και γνώριζε καλά ότι η νίκη του ήταν δεδομένη, ο Τζόνσον δεν επαναπαύθηκε.

Διέσχισε απ’ άκρου εις άκρον την Αμερική κυνηγώντας και την τελευταία ψήφο, υποσχόμενος ειρήνη για τη χώρα και τη δημιουργία της «Μεγάλης Κοινωνίας»: μίας Αμερικής χωρίς φτώχεια, ανισότητα και ρατσισμό. Έτσι, στις 3 Νοεμβρίου του 1964, ο αμερικανικός λαός τού χάρισε μία σαρωτική εκλογική νίκη.