Μετά το Όσκαρ Ανδρικής Ερμηνείας, ο Λότον άρχισε να εμφανίζεται συχνότερα στον κινηματογράφο παρά στο θέατρο και επέστρεψε στο Χόλιγουντ το 1933, όπου γύρισε την ταινία White Woman, 1933 πλάι στην Κάρολ Λόμπαρντ. Την επόμενη χρονιά υποδύθηκε τον τυραννικό πατέρα της Νόρμα Σίρερ (από την οποία ήταν μόλις τρία χρόνια μεγαλύτερος) στην ταινία Μις Μπάρετ, ενώ το 1935 υποδύθηκε τον επιθεωρητή Ιαβέρη σε μια από τις εκτελέσεις του μυθιστορήματος Οι Άθλιοι του Βίκτωρος Ουγκώ και τον σκληρόκαρδο Κάπτεν Μπλάι, σε έναν από τους διασημότερους κινηματογραφικούς του ρόλους στην ταινία Ναυτική Ανταρσία. Η ταινία του χάρισε τη δεύτερη υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου, το οποίο έχασε από τον Βίκτορ ΜακΛάγκλεν. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η εμφάνισή του στην κωμωδία του 1935 Ruggles of Red Gap.

Το 1936 επέστρεψε στην Αγγλία, όπου ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην ταινία του Αλεξάντερ Κόρντα Η Ζωή του Ρέμπραντ. Συνέχισε τη συνεργασία του με τον Κόρντα και το 1937, όταν ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην μεταφορά του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Γκρέιβς I, Claudius σε σκηνοθεσία Τζόζεφ Φον Στέρνμπεργκ. Η ταινία όμως έμεινε ανολοκλήρωτη λόγω ατυχήματος που είχε η συμπρωταγωνίστριά του Μερλ Όμπερον.

Την επόμενη χρονιά ο Λότον και ο Γερμανός παραγωγός ταινιών Έριχ Πόμερ ίδρυσαν την εταιρία παραγωγής Mayflower Pictures στην Αγγλία. Η εταιρία ανέλαβε την παραγωγή τριών ταινιών με πρωταγωνιστή τον ηθοποιό. Οι ταινίες ήταν οι: Vessel of Wrath, 1938 βασισμένο σε μυθιστόρημα του Σόμερσετ Μομ, St. Martin’s Lane με τη Βίβιαν Λι και τον Ρεξ Χάρισον και Η Ταβέρνα της Τζαμάικα σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ.

Η ταινίες δεν ήταν επιτυχημένες και η εταιρία σώθηκε από τη χρεωκοπία όταν η εταιρία R.K.O. πρότεινε στον Λότον το ρόλο του Κουασιμόδου στη μεταφορά του μυθιστορήματος του Βίκτωρος Ουγκώ Η Παναγία των Παρισίων, με τη συμπρωταγωνίστριά του στην ταινία Η Ταβέρνα της ΤζαμάικαΜορίν Ο’Χάρα στο ρόλο της Εσμεράλδας. Ο Λότον κι ο Πόμερ είχαν σχεδιάσει τη δημιουργία κι άλλων ταινιών, αλλά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ως αποτέλεσμα το κλείσιμο της εταιρίας.

Η επιτυχία του ηθοποιού στην ταινία Ερρίκος Η’ το 1933 καθιέρωσε τον Λότον ως έναν από τους καταλληλότερους ηθοποιούς για την απεικόνιση ιστορικών χαρακτήρων (Νέρωνας, Ερρίκος Η’, Κύριος Μπάρετ, Ιαβέρης, Κάπταιν Μπλάι, Ρέμπραντ και Κουασιμόδος). Δεχόταν συχνά ρόλους διεφθαρμένων και αλαζονικών ανδρών. Ξέφυγε από την τυποποίησή του σε ρόλους του είδους, όταν το 1940 ανέλαβε το ρόλο ενός Ιταλού οινοπαραγωγού στην Καλιφόρνια στην ταινία Ο Γολγοθάς μιας Αγάπης.

Το 1942 υποδύθηκε τον πατέρα ενός ναυτικού στην ταινία Ταϊτή και έναν ναύαρχο κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην ταινία Έτοιμοι Προς Δράση. Άλλες ταινίες στις οποίες εμφανίστηκε εκείνη την περίοδο ήταν το Πριν Σβήσει το Παρελθόν και The Man from Down Under, 1943 όπου εμφανίστηκε στο ρόλο ενός Αυστραλού ιδιοκτήτη μπαρ. Στη βιογραφία του Λότον που κυκλοφόρησε το 1987 από τον Σάιμον Κάλλου, ο συγγραφέας παραθέτει μερικές σύγχρονες κριτικές πάνω στη δουλειά του Λότον εκείνης της περιόδου. Στην κριτική του πάνω στο Πριν Σβήσει το Παρελθόν, ο Τζέιμς Άγκεϊτ γράφει: Δεν υπήρχε κανείς στην RKO να πει στον Τσαρλς Λότον πότε οι ερμηνείες του ήταν κακές;. Ο Μπόσλεϊ Κράουδερ των New York Times είχε γράψει στη στήλη του όταν κυκλοφόρησε η ταινία ότι η ερμηνεία του Λότον ήταν εκπληκτική.

1943 – 1962

Το 1943 ο Λότον ερμήνευσε το ρόλο ενός δειλού διευθυντή σχολείο στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς, Γαλλία, στην ταινία του Ζαν Ρενουάρ Το Ξύπνημα του Σκλάβου (This Land is Mine, 1943). Ο ηθοποιός συμμετείχε ενεργά στην ταινία δίνοντας ιδέες στον Ρενουάρ την περίοδο που έγραφε το σενάριο. Το 1944 εμφανίστηκε στο φιλμ νουάρ του Ρόμπερτ Σίοντμακ Η Φωνή του Αίματος υποδυόμενος έναν άνδρα που σκοτώνει τη σύζυγό του, επιπλέον ερμήνευσε το ρόλο του Σερ Σάιμον Ντε Κάντερβιλ στην κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Όσκαρ Γουάιλντ Το Φάντασμα του Κάντερβιλ σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν. Την επόμενη χρονιά πρωταγωνίστησε στην ταινία Ο Ματωμένος Κουρσάρος.

Το 1946 εμφανίστηκε για δεύτερη φορά (μετά το 1941 με την ταινία Από τον Καιρό της Εύας στο πλευρό της Ντίνα Ντάρμπιν στην ταινία Μήλον της Έριδος. Το 1947 συνεργάστηκε για δεύτερη φορά με τον Χίτσκοκ για την ταινία Υπόθεση Παραντάιν. Από το 1948 μέχρι και το 1951 ανέλαβε κυρίως δευτεραγωνιστικούς ρόλους στις ταινίες Η Αψίδα του ΘριάμβουΣτο Νησί των Παρανόμων και Το Γαλάζιο Πέπλο.

Το 1953 επανέλαβε το ρόλο του Ερρίκου Η’ για τις ανάγκες της ταινίας Τα Δάκρυα της Βασιλίσσης στην οποία συμπρωταγωνίστησε με την Ντέμπορα Κερ και τη Τζιν Σίμονς. Έλαβε επίσης το ρόλο του Ηρώδη Αντύπα στην ταινία Ο χορός της Σαλώμης όπου εμφανίστηκε πλάι στη Ρίτα Χέιγουορθ. Το 1954 τον σκηνοθέτησε ο Ντέιβιντ Λιν στην ταινία Η Εκλογή του Χόμπσον και το 1957 έλαβε ακόμη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ταινία του Μπίλι Γουάιλντερ Μάρτυς Κατηγορίας. Έπειτα εμφανίστηκε πλάι στον Λόρενς Ολίβιε και τον Κερκ Ντάγκλας στην επική παραγωγή του Στάνλεϊ Κιούμπρικ Σπάρτακος. Τελευταία του ταινία ήταν η Θύελλα στην Ουάσινγκτον. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να πεθάνει από μετάσταση που είχε κάνει καρκίνος του νεφρού.

Η Νύχτα του Κυνηγού

Το 1955, ο Λότον σκηνοθέτησε την ταινία Η Νύχτα του Κυνηγού με τον Ρόμπερτ Μίτσαμ, τη Σέλλεϊ Γουίντερς και τη Λίλιαν Γκις. Παρά το γεγονός ότι δεν είχε εμπορική επιτυχία, η ταινία έχει χαρακτηριστεί από τους κριτικούς ως μια από τις καλύτερες της δεκαετίας του ’50. Η αρχική αποτυχία της ταινίας ανάγκασε τον ηθοποιό να μην επιχειρήσει ξανά να σκηνοθετήσει ταινία.