Το βράδυ της 10ης Μαΐου του 1933, 70.000  άνθρωποι μαζεύτηκαν στην πλατεία της Όπερας του Βερολίνου.

Μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους, φοιτητές με κάρα και φορτηγά κουβαλούσαν χιλιάδες βιβλία, μεταξύ αυτών έργα επιφανών γερμανών συγγραφέων, ποιητών και φιλοσόφων για να τα κάψουν. Ο ναζιστής φοιτητής Χέρμπερτ Γκούτγιαρ, μόλις 23 χρονών, έβγαλε μια σύντομη ομιλία γεμάτη μίσος. «Παραδίδω στη πυρά ότι είναι αντιγερμανικό» είπε καταχειροκροτούμενος.
 
Το κάψιμο των βιβλίων οργανώθηκε από το ναζιστικό καθεστώς που ήθελε να «καθαρίσει» την πνευματική ζωή της ναζιστικής Γερμανίας από την «αντεθνική» ιδεολογία. 20.000 βιβλία συγγραφέων, όπως ο Χάινριχ Μαν, ο Έριχ Μαρία Ρεμάρκ ή ο Γιόαχιμ Τίνγκελνατς παραδόθηκαν στην πυρά.
 
Η ίδια εικόνα επαναλήφθηκε εκείνη την ίδια νύχτα σε 34 πανεπιστημιουπόλεις της ναζιστική Γερμανίας, όπου κάηκαν χιλιάδες βιβλία. Ο Τόμας Μαν,  Στέφαν Τσβάιχ και Μαρσέλ Προυστ ήταν ακόμη μερικοί σπουδαίοι συγγραφείς τα έργα των οποίων έπεσαν θύματα του ναζιστικού μένους σε άλλες γερμανικές πόλεις, κυρίως σε πόλεις με πανεπιστήμια. Εκεί οι φοιτητές είχαν «καθαρίσει» από καιρό τις δημόσιες βιβλιοθήκες από βιβλία συγγραφέων και δημοσιογράφων με «εχθρική» προς το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς ιδεολογία. Ανάμεσά τους ειρηνιστές, σοσιαλιστές και εβραίοι συγγραφείς.
 
Οι εργαζόμενοι στις βιβλιοθήκες, οι καθηγητές αλλά και ο φοιτητικός κόσμος δεν αντέδρασαν, ακόμη κι αν δεν συμμετείχαν ενεργά, σε αυτό που ο ξένος τύπος ονόμασε «Ολοκαύτωμα των Βιβλίων».
 
Ο Τόμας Μαν,  Στέφαν Τσβάιχ και Μαρσέλ Προυστ ήταν ακόμη μερικοί σπουδαίοι συγγραφείς τα έργα των οποίων έπεσαν θύματα του ναζιστικού μένους. Ακόμη, κάηκαν στην πυρά έργα των: Άλμπερτ Άινσταϊν, Σίγκμουντ Φρόυντ, Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ερνστ Μπλοχ, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Φρίντριχ Ένγκελς, Καρλ Μαρξ, Γκεοργκ Λούκατς, Ρόζα Λουξεμπουργκ, Στέφαν Τσβάιχ και πάμπολλοι άλλοι ενώ πολλοί μη Γερμανοί συγγραφείς απαγορεύτηκαν, όπως: Βλαντιμιρ Μαγιακόφσκι, Λεο Τολστόι, Λένιν, Ναμπόκοφ, Ρομέν Ρολλάν, Βίκτωρ Ουγκό κ.α.