Στις 10 Φεβρουαρίου του 1997 οι Blur, η μάλλον πιο αντιπροσωπευτική μπάντα μαζί με τους Oasis του brit pop κινήματος των αρχών των 90s, κυκλοφορούν το πέμπτο ομώνυμο album τους από τη Food Records και αν με το “Parklife” του 1994 εδραιώθηκαν ως εκπρόσωποι της βρετανικής pop, με το “Blur” αλλάζουν κατεύθυνση, με τον ήχο τους να θυμίζει περισσότερο αμερικανικές indie rock μπάντες, ενώ σε αυτό περιλαμβάνονται τα singles “Beetlebum” και “Song 2”, με το δεύτερο να αποτελεί το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι τους εώς και σήμερα.

Το album ηχογραφήθηκε από τον Ιούνιο εώς το Νοέμβριο του 1996 και η ηχογράφηση ξεκίνησε στα Mayfair studios του Λονδίνου, αλλά η μπάντα αποφάσισε μετά από τα πρώτα sessions να συνεχίσει τις ηχογραφήσεις στο Ρέικιαβικ της Ισλανδίας. Η χιλιομετρική απόσταση από την brit pop σκηνή φαίνεται να αντικατοπτρίστηκε και στη μουσική τους, όχι μόνο στην αλλαγή στυλ, αλλά και στον ίδιο τον τρόπο ηχογράφησης καθώς, όπως έχει δηλώσει ο Coxon, ήταν η πρώτη φορά που τζαμάραν στο στούντιο, ενώ μέχρι τότε ακολουθούσαν μία «εργαστηριακή διαδικασία» στον τρόπο που δούλευαν στο στούντιο.

Όσον αφορά το στυλ γραφής, στο “Blur” o Graham Coxon είχε μεγαλύτερη ελευθερία με τις κιθάρες, ενώ ο Damon Albarn, έστρεψε τη στιχουργική του προς μία πιο προσωπική κατεύθυνση, γράφοντας προσωπικές του εμπειρίες και χωρίς να δημιουργεί πλέον άλλες περσόνες μέσα στα τραγούδια του. Χαρακτηριστικά, στο opening track “Beetlebum” ο Αlbarn έχει παραδεχτεί ότι αναφέρεται στην εμπειρία του με την ηρωίνη εκείνο τον καιρό και προέρχεται από τη φράση “chasing the beetle” που αφορά τη χρήση ουσιών. Το πιο αναγνωρίσιμο κομμάτι του album έμελλε να γίνει το “Song 2” με το χαρακτηριστικό «ουυ , ουυ» δια στόματος Damon Albarn να έχει ξεσηκώσει αμέτρητες φορές έφηβους και μη ανά τον κόσμο.

Σε γενικές γραμμές, το “Blur” έλαβε θετικές κριτικές στις ΗΠΑ αλλά μικτές κριτικές στην Βρετανία, με άλλα έντυπα όπως η Guardian να το εγκωμιάζουν κι άλλα όπως η Independent να είναι αρνητικά. Εμπορικά έχαιρε μεγάλης επιτυχίας, σκαρφαλώνοντας στην κορυφή των βρετανικών charts, γινόμενο πλατινένιο, ενώ κατέκτησε την πρώτη θέση και στα charts 20 ακόμη χωρών. Εν τέλη, παρά τις μικτές κριτικές εν έτη 1997, το album πλέον θεωρείται από τα σημαντικότερα των εκπροσώπων της brit pop γενιάς αλλά και γενικότερα της δεκαετίας του ’90, ενώ το 2013 το ΝΜΕ το κατέταξε στην 137η θέση στη λίστα με τα 500 καλύτερα albums όλων των εποχών.

Ο ίδιος ο Coxon δήλωσε το 2009: «Είμαι πολύ περήφανος γι΄αυτόν το δίσκο, νομίζω πως είναι ένας από τους καλύτερούς μας».

https://www.youtube.com/watch?v=SSbBvKaM6sk