Ξεκινάμε μερικές φορές να διαβάζουμε ένα μυθιστόρημα για να ξεφύγουμε από κάτι στο οποίο αυτή η ανάγνωση μας επαναφέρει. Τα βιβλία είναι άραγε εκείνα που μας αναγκάζουν να επιστρέφουμε στον τόπο του εγκλήματος; Ίσως. Το βέβαιο είναι ότι με τον ίδιο τυφλό τρόπο που τα αναζητείς εσύ, σε αναζητούν κι αυτά.

Μια μέρα σταματάς σε ένα από αυτά τα παλιά βιβλιοπωλεία που βγάζουν μερικούς πάγκους με βιβλία στο πεζοδρόμιο. Κοιτάς τους τόμους και σταματάς σε ένα βιβλίο που τίναξε στον αέρα τη νιότη σου. Το διαχωρίζεις από τον σωρό, ξαναδιαβάζεις την πρώτη σελίδα και, χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να επιστρέφεις στο παρελθόν. Όταν πας στο ταμείο να το πληρώσεις (κοστίζει μόνο δύο ευρώ), σου λένε ότι μπορείς να πάρεις άλλο ένα πληρώνοντας συνολικά τρία ευρώ. Αλλά αρνείσαι την προσφορά, γιατί για να αυτοκτονήσεις μια σφαίρα είναι αρκετή. Κι αρχίζεις να το διαβάζεις το ίδιο βράδυ, σαν κι αυτόν που ακολουθεί ένα δρομάκι που οδηγεί στο κέντρο ενός λαβύρινθου από τον οποίο ήθελε να βγει.

Το να γράφεις ένα μυθιστόρημα δεν είναι μερικές φορές πολύ διαφορετικό από το να το διαβάζεις. Αρχικά έχεις μια άλφα προσέγγιση, που είναι κατά βάση απελευθερωτική, αλλά σιγά-σιγά το μυθιστόρημα σε οδηγεί πίσω στη φυλακή από την οποία ήθελες να δραπετεύσεις, σαν τον φυλακισμένο που αφού σκάψει για εβδομάδες ένα τούνελ φτάνει μυστηριωδώς στο κελί από το οποίο βγήκε και αντικρίζει δύο τρύπες, μία για την είσοδο και μία για την έξοδο, που τις χωρίζουν μόλις δύο μέτρα.

Η ανάγνωση είναι το τούνελ από το οποίο βγαίνεις και η γραφή το τούνελ από το οποίο μπαίνεις. Σαν τον Οιδίποδα, δραπετεύεις μόνο για να εκπληρώσεις το σχέδιο της μοίρας από το οποίο ήθελες να ξεφύγεις, και που σχεδόν πάντα είναι μια πιστή ή λιγότερο πιστή εκδοχή της παλιάς, θεμελιώδους αρχής: σκοτώνεις τον πατέρα για να παντρευτείς τη μητέρα.

Η ανάγνωση, όπως η γραφή, πρέπει να είναι παράλογη. Τα υπόλοιπα είναι απλή ψυχαγωγία. Ψυχαγωγία, ως μεθαδόνη της λογοτεχνίας.