Πενήντα μία επιστολές που γράφτηκαν από τρεις Εβραίες μητέρες, οι οποίες αφηγούνται την καθημερινότητα στο γκέτο της Θεσσαλονίκης τον καιρό του ζόφου και των άγριων αντιεβραϊκών μέτρων, μακριά από τα παιδιά τους, που για να ξεφύγουν από το ναζιστικό μένος διέφυγαν στην Αθήνα. Αφήγηση μιας ζωής που μέρα με τη μέρα οδηγούσε όλο και πιο κοντά στον θάνατο… Πενήντα μία επιστολές που αναδεικνύουν τον αέναο ομφάλιο λώρο που συνδέει άρρηκτα μητέρα και παιδί ακόμα κι όταν η σκιά του πολέμου σκεπάζει τα πάντα και η “μπότα” του εχθρού ετοιμάζεται να συνθλίψει ό,τι δεν της είναι …αρεστό.

Από τις 17 Μαΐου 1942 έως 21 Μαρτίου 1943, η Σάρα (Σαρίνα) Σερρέρο-Σαλτιέλ έστειλε 28 επιστολές στον γιο της Μωρίς. Δώδεκα είναι οι επιστολές της Νεάμα Τζιβρέ Καζές στους δυο γιους της, Μωρίς και Μπέρτο (από 30 Ιανουαρίου έως 10 Απριλίου 1943) και μία λιγότερη (11) της Ματίλντα Μπαρούχ στον γιο της Φρέντυ, από 28 Φεβρουαρίου έως 17 Απριλίου 1943.

 Τις επιστολές αυτές, όπου καταγράφονται τα συναισθήματα, οι αγωνίες, η ίδια η καθημερινότητα των τριών γυναικών -και εν τέλει ένα (εν πολλοίς άγνωστο) κομμάτι της ιστορίας, αυτό της ζωής στο γκέτο– συγκέντρωσε ο ιστορικός ερευνητής Λεόν Σαλτιέλ, ο οποίος επιμελήθηκε το βιβλίο “Μη με ξεχάσετε/Τρεις Εβραίες μητέρες γράφουν στους γιους τους από το γκέτο της Θεσσαλονίκης” (εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

Θέλοντας να δώσει φωνή, όπως λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, “στις αδικοχαμένες αυτές γυναίκες, που το ναζιστικό μίσος έδωσε πρόωρο τέλος στη ζωή τους- και μέσω αυτών και στα υπόλοιπα θύματα του Ολοκαυτώματος”, ο Λ. Σαλτιέλ επί τρία χρόνια επεξεργάστηκε τα στοιχεία που συγκέντρωσε με τη βοήθεια μιας σειράς ανθρώπων που μνημονεύει στην εισαγωγή του βιβλίου και ανασυνθέτει μοναδικά τις ψηφίδες ενός “δύσκολου” παρελθόντος, έντονα φορτισμένου συγκινησιακά.

Μια συγκινησιακή φόρτιση που αποτυπώνεται γλαφυρά στις επιστολές των τριών γυναικών, με την εκδήλωση αγάπης της μητέρας προς τον γιο να εναλλάσσεται τόσο με σειρά μητρικών συμβουλών όσο και στιγμών από τη δύσκολη καθημερινότητα στο γκέτο της Θεσσαλονίκης εξαιτίας τόσο του πολέμου όσο και των αντισημιτικών περιορισμών. Αλλά και οι γιοι των τριών γυναικών, που ζουν στην Αθήνα, προσπαθούν να βοηθήσουν τις μητέρες τους, όπως αναφέρεται, στέλνοντας φίλους ή γνωστούς να τις επισκεφθούν στα σπίτια τους.

“Ένας ιστορικός ερευνητής προσπαθεί να ξεχωρίσει την έρευνα από το συναίσθημα. Βέβαια, αυτό δεν κατορθώνεται πάντα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως αυτήν, όπου οι επιστολές είναι πολύ φορτισμένες και συγκινεί βαθύτατα η αγάπη μεταξύ μάνας και παιδιού” εξηγεί ο κ. Σαλτιέλ.

Από τις σελίδες του βιβλίου και τις επιστολές “ξεπηδούν” πληροφορίες και για μια σειρά από άλλα πρόσωπα -συγγενείς, γείτονες και φίλους- για τις σχέσεις χριστιανών και εβραίων, για τον καιρό και το είδος των ασθενειών, την άνοδο των τιμών και τη συνεχή υποτίμηση της δραχμής, που δυσκόλεψε πολύ τη ζωή των Θεσσαλονικέων και τη διατροφή τους και περιόρισε τα καλέσματα, καθώς το φαγητό ήταν ακριβό και σπάνιο. Αλλά -κυρίως- για τη μεγάλη αβεβαιότητα που έπεφτε σαν βαριά γκρίζα σκιά και σκέπαζε τα πάντα.

Τα γράμματα των τριών γυναικών γίνονται πιο συγκινησιακά φορτισμένα μετά τον Μάρτιο του 1943, με τις μητέρες ν’ ανησυχούν για την τύχη των παιδιών τους σε περίπτωση που τα αντιεβραϊκά μέτρα φτάσουν και στην Αθήνα, ενώ όταν αρχίσουν να αντιλαμβάνονται ότι το τέλος πλησιάζει, στέλνουν ένα ύστατο φιλί και αντίο στα παιδιά τους ως ένα άλλο είδος …διαθήκης.

“Αγαπημένο μου παιδί, σου γράφω αυτές τις γραμμές με τα μάτια γεμάτα δάκρυα και την καρδιά παγωμένη από τον τρόμο. Είναι πάνω από 2 μήνες που αντέχουμε μια αγωνία που αργά και προοδευτικά μεγαλώνει, δουλειά έμπειρου σαδιστή. Δεν μπορώ να σου περιγράψω αυτή την περίοδο χωρίς να σε κάνω να υποφέρεις. Εδώ και 2 χρόνια δεν κάνω άλλο από το να μετακομίζω και με όλη την αγωνία του να γνωρίζω κάθε στιγμή πως δεν υπάρχει αποκούμπι. Ωστόσο έκανα υπομονή αφού τουλάχιστον μέναμε στην πατρίδα μας…” γράφει σε μια από τις τελευταίες επιστολές προς τον γιο της η Σαρίνα Σαλτιέλ, με ημερομηνία 17 Μαρτίου 1943, όπου αποτυπώνεται έντονα η αγωνία της για το “αύριο”.

Μια αγωνία που κορυφώνεται λίγες ημέρες αργότερα, στις 21 Μαρτίου του ίδιου έτους, όταν η ίδια γράφει: “Τι μπορώ να σου πω εκτός από το ότι ψυχορραγούμε σιγά σιγά. Τρεις αποστολές έχουν ήδη φύγει με όλες τις αφάνταστες ταλαιπωρίες, χωρίς χρήματα, χωρίς τίποτε, μόνο με ένα σάκο στην πλάτη. Εμείς που είμαστε ακόμη εδώ πεθαίνουμε κάθε στιγμή από τη μεγάλη αγωνία. Δοκιμάσαμε τα πάντα αλλά δεν καταφέραμε τίποτε. Ίσως αυτό είναι το τελευταίο γράμμα που σου γράφω. Να έχεις την ευχή μου. Ο Θεός να σε φυλάει”.

Αυτό που, όπως επισημαίνει ο Λ. Σαλτιέλ, λείπει από τις επιστολές είναι οποιαδήποτε αναφορά στους κατακτητές Γερμανούς αλλά και σε τυχόν ευθύνες της κοινοτικής ηγεσίας ή των ελληνικών αρχών για την κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει.

Οι προκλήσεις στη συγκέντρωση του υλικού πολλές και μεγάλες, αλλά χάρη στην επιμονή του και στη συστηματική δουλειά του, ο Λ. Σαλτιέλ κατάφερε να υπερκεράσει τις δυσκολίες. “Η πρώτη πρόκληση”, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, “ήταν η συγκέντρωση του υλικού, το οποίο προέρχεται από διαφορετικά αρχεία. Μετά η αποκωδικοποίηση των κειμένων, που ήταν σε χειρόγραφα γαλλικά. Ήμουν τυχερός που με βοήθησε μια θεία μου, 90 χρονών σήμερα, για να διαβάσω και μεταφράσω τα έγγραφα. Επίσης έπρεπε να βρούμε τις ημερομηνίες των επιστολών που λείπανε, να ψάξουμε τι απέγιναν τα διάφορα άτομα που αναφέρονται, να εντοπίσουμε αναφορές στον κατοχικό τύπο σχετικά με γεγονότα της διήγησης…”.

Μια άλλη πρόκληση ήταν να εντοπιστούν απόγονοι των οικογενειών και να ανασυσταθούν οι ιστορικές τους διαδρομές. Χαρακτηριστικό είναι, όπως λέει, πως την τρίτη οικογένεια κατάφερε να την εντοπίσει μόλις δύο εβδομάδες προτού πάει το βιβλίο στο τυπογραφείο, ενώ χρειάστηκε να καταφύγει σε συλλέκτες προκειμένου να συγκεντρώσει φωτογραφικό υλικό της περιόδου και να δώσει “ζωή” (και) με εικόνα στην αφήγηση.

(ΑΠΕ-ΜΠΕ)