Ο Ντόναλντ Τραμπ θα αναγνωρίσει σήμερα την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, ανατρέποντας την προσεκτική αμερικανική πολιτική ως προς αυτό το ακανθώδες ζήτημα επί δεκαετίες κι αψηφώντας τις προειδοποιήσεις πολλών ηγετών στην περιοχή που φοβούνται ανάφλεξη της βίας.

Η απόφαση του αμερικανού προέδρου, που αναμένεται να γνωστοποιήσει με ένα εξ ορισμού ιστορικό διάγγελμά του από τον Λευκό Οίκο, ενδέχεται να σημάνει τον τερματισμό της προσπάθειας του γαμπρού και συμβούλου του Τζάρεντ Κούσνερ για την επανέναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας, που του είχε αναθέσει ο Τραμπ.

Η αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ αποτελεί casus belli για τους ηγέτες των Παλαιστίνιων, που θέλουν η Ανατολική Ιερουσαλήμ, η οποία καταλήφθηκε από τις ισραηλινές δυνάμεις στον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967 και προσαρτήθηκε κατόπιν, να γίνει πρωτεύουσα του ανεξάρτητου κράτους που οραματίζονται.

«Την 6η Δεκεμβρίου 2017, ο πρόεδρος Τραμπ θα αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως την πρωτεύουσα του Ισραήλ», δήλωσε αξιωματούχος της αμερικανικής κυβέρνησης υπό τον όρο να μην κατονομαστεί, κάνοντας λόγο για την «αναγνώριση μιας πραγματικότητας», τόσο ιστορικής όσο και σύγχρονης.

Ο ένοικος του Λευκού Οίκου θα δώσει ταυτόχρονα εντολή στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ να αρχίσει προετοιμασίες για τη μεταφορά της πρεσβείας των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Δεν θα ορίσει πάντως το χρονοδιάγραμμα, καθώς η διαδικασία αναμένεται να διαρκέσει «χρόνια», αφού θα χρειαστεί να βρεθεί η κατάλληλη τοποθεσία, χρηματοδότηση για το έργο και να ανεγερθούν οι εγκαταστάσεις, κατά τον αξιωματούχο.

«Ο πρόεδρος εφαρμόζει μια κεντρική δέσμευση της προεκλογικής του εκστρατείας, μια υπόσχεση που είχε γίνει από πολλούς υποψήφιους στις προεδρικές εκλογές», συνέχισε ο αμερικανός αξιωματούχος.

Για να υποστηρίξει το σκεπτικό του Τραμπ, ο αξιωματούχος υπογράμμισε ότι η καθυστέρηση της αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ τις τελευταίες δύο δεκαετίες «δεν συνέβαλε σε τίποτε» ως προς τις προσπάθειες «να καταλήξουμε σε μια συμφωνία ειρήνης».

Μολονότι ο αμερικανός πρόεδρος, που επαίρεται συχνά για το ταλέντο του ως «διαπραγματευτής», παραμένει «αποφασισμένος» να συνεχίσει τις προσπάθειες για να «υπάρξει μια συμφωνία ειρήνης» μεταξύ των Ισραηλινών και των Παλαιστίνιων, που θα είναι «διαρκής», η εξίσωση μοιάζει πλέον επίφοβα περίπλοκη.

Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιάλεξής τους την Τρίτη, ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς προειδοποίησε τον Τραμπ για τις «επικίνδυνες συνέπειες που θα είχε μια τέτοια απόφαση για την ειρηνευτική διαδικασία, την ασφάλεια και τη σταθερότητα στην περιοχή και στον κόσμο».

Οι εκκλήσεις να μην ληφθεί αυτή η απόφαση που θα έχει απρόβλεπτες συνέπειες ήταν αλλεπάλληλες τις τελευταίες 24 ώρες. Ο βασιλιάς Σαλμάν της Σαουδικής Αραβίας προειδοποίησε την Ουάσινγκτον ότι μια τέτοια απόφαση υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει «την οργή των μουσουλμάνων» και τη χαρακτήρισε «επικίνδυνο βήμα».

«Κύριε Τραμπ, η Ιερουσαλήμ είναι μια κόκκινη γραμμή για τους μουσουλμάνους», προειδοποίησε ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ασκεί την προεδρία του Οργανισμού Ισλαμικής Συνεργασίας, και πρόσθεσε ότι συγκαλέσει έκτακτη σύνοδό των 57 κρατών μελών του μέσα σε «5 ως 10 ημέρες» εάν η Ουάσινγκτον αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ.

Η Ιορδανία, θεματοφύλακας των μουσουλμανικών ιερών τόπων στην Ιερουσαλήμ, προειδοποίησε εναντίον μιας απόφασης που θα είχε «πολύ σοβαρές συνέπειες» και των κινδύνων «κλιμάκωσης» της έντασης.

Στην Ευρώπη υψώθηκαν επίσης πολλές φωνές: ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε τη «βαθιά ανησυχία» του, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας Ζίγκμαρ Γκάμπριελ επισήμανε πως «καθετί που συμβάλλει στην αναζωπύρωση της κρίσης είναι αντιπαραγωγικό αυτή τη στιγμή».

Αναφερόμενος σε μια ενδεχόμενη επανέναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας, που έχει διακοπεί από το 2014, ο αμερικανός αξιωματούχος είπε πως ο Ντόναλντ Τραμπ είναι έτοιμος να ταχθεί υπέρ της «λύσης δύο κρατών» αν οι Ισραηλινοί και οι Παλαιστίνιοι συμφωνούν σε αυτό.

Ο μόνος ηγέτης κράτους της Μέσης Ανατολής που δεν εξέδωσε ανακοίνωση μετά τα τηλεφωνήματα που έκανε ο Τραμπ ήταν ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος τάσσεται υπέρ της μεταφοράς της πρεσβείας εδώ και χρόνια.

Η εσωτερική συζήτηση στην αμερικανική κυβέρνηση για την κίνηση αυτή χαρακτηρίστηκε από εντάσεις. Ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς και ο αμερικανός πρεσβευτής στο Ισραήλ Ντέιβιντ Φρίντμαν πίεζαν υπέρ της απόφασης, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον και ο υπουργός Άμυνας Τζιμ Μάτις εναντιώνονταν στην αναγνώριση της Ιερουσαλήμ και τη μεταφορά της πρεσβείας, σύμφωνα με αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν υπό τον όρο να μην κατονομαστούν. Ο όλο και πιο ανυπόμονος Ντόναλντ Τραμπ εντέλει διεμήνυσε στους υπουργούς και στους συνεργάτες του την περασμένη εβδομάδα ότι εννοεί να τηρήσει την προεκλογική του υπόσχεση, κατά τις ίδιες πηγές.

Το Στέιτ Ντιπάρμεντ έχει ήδη επιβάλει περιορισμούς στις κινήσεις των αμερικανών διπλωματών στην Ιερουσαλήμ και έχει προειδοποιήσει όλες τις αμερικανικές διπλωματικές αποστολές στην περιοχή πως υπάρχει πιθανότητα να ξεσπάσουν ταραχές και αντιαμερικανικές εκδηλώσεις, ενώ αποφάσισε να τεθούν σε εφαρμογή έκτακτα μέτρα ασφαλείας στις αμερικανικές πρεσβείες.