«Με έπαιρνε τηλέφωνο αργά το βράδυ από κάπου στον δρόμο, μια πόλη φάντασμα στο Τέξας, από κάποια στάση στο Πίτσμπουργκ ή από την Σάντα Φε, όπου είχε παρκάρει στην έρημο και άκουγε τα κογιότ να ουρλιάζουν». Με αυτά τα λόγια ξεκινάει η Πάτι Σμίθ την περιγραφή του καλού της φίλου Σαμ Σέπερντ, στο γράμμα που έστειλε μετά τον θάνατό του στο New Yorker.

Η Σμίθ έγραψε για όλα εκείνα τα μεταμεσονύχτια τηλεφωνήματα τους που κρατούσαν ώρες και ξεκινούσαν από τα παιδιά τους για να καταλήξουν πάντα στο αγαπημένο τους θέμα, τους συγγραφείς και τα βιβλία.

«Ο Γκόγκολ ήταν Ουκρανός, μου είπε μια μέρα απ΄ το πουθενά».

«Μου έστειλε γράμμα από τις Άνδεις στην Βολιβία, όπου έκανε γυρίσματα με τον Ματέο Γκιλ. Τραγουδούσε σ΄ αυτά τα βουνά, δίπλα σε μια φωτιά, για άνδρες σπασμένους, ερωτευμένους με την ίδια τους την φύση, που σιγά-σιγά εξαφανιζόταν. Τυλιγμένος με μια κουβέρτα, κοιμόταν κάτω από τ΄ αστέρια».

Η Σμιθ συνεχίζει το γράμμα της λέγοντας πόσο άρεσε στον Σέπερντ να βρίσκεται συνεχώς στον δρόμο. «Έβαζε στο φορτηγάκι του μόνο μια κιθάρα, τον σκύλο του, ένα τετράδιο και σίγουρα πολλά βιβλία».

«Λάτρευε τον Μπέκετ. Είχε μερικά χειρόγραφά του κορνιζαρισμένα στην κουζίνα, δίπλα στις φωτογραφίες των παιδιών του».

«Είχε ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη τατουάζ ένα μισοφέγγαρο. Ανάμνηση από τα νιάτα μας. Εγώ είχα έναν κεραυνό στο αριστερό γόνατο».

Οι δυο τους είχαν πρόγραμμα. Ξυπνούσαν. Προετοιμάζονταν για την μέρα. Έπιναν έναν καφέ. Ξεκινούσαν το γράψιμο. Έκαναν ένα διάλειμμα.

«Δεν μιλούσαμε πολύ τότε και αυτό είναι αληθινή φιλία».

«Πριν από πολύ καιρό μου έστειλε ένα γράμμα περιγράφοντας ένα όνειρό του που ήλπιζε να μην τελειώσει ποτέ. Ονειρευόταν άλογα.

Πήγα στα γαλλικά σύνορα και είδα το φεγγάρι από πάνω. Είπα αντίο στον φίλο μου, αναζητώντας τον μέσα στη μέσα στην νύχτα».

Πηγή: The New Yorker