Η Σφαγή του Μι Λάι (Mỹ Lai) ήταν η μαζική δολοφονία αμάχων πολιτών, ο αριθμός των οποίων κυμαίνεται από 347 έως 504, στο χωριό Μι Λάι του Νοτίου Βιετνάμ, κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, στις 16 Μαρτίου 1968. Τις δολοφονίες διέπραξαν Αμερικανοί στρατιώτες του 3ου λόχου του 1ου τάγματος, το οποίο ανήκε στο 20ό Σύνταγμα Πεζικού, της 11ης ταξιαρχίας της Μεραρχίας “Americal”. Τα περισσότερα από τα θύματα ήταν γυναίκες, παιδιά, βρέφη και ηλικιωμένοι. Μερικά από τα πτώματα, όπως φάνηκε αργότερα είχαν ακρωτηριαστεί και, σύμφωνα με ισχυρισμούς, πολλές γυναίκες βιάστηκαν πριν τις δολοφονίες. Ενώ αρχικά απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε 26 Αμερικανούς στρατιώτες για τις πράξεις τους στο Μι Λάι, μόνο ο ανθυπολοχαγός Γουίλιαμ Κάλεϋ (William Calley), ένας διμοιρίτης του τρίτου λόχου, καταδικάστηκε. Ενώ κρίθηκε ένοχος για τη δολοφονία 22 χωρικών και του απαγγέλθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης, στη συνέχεια εξέτισε μόνο τρεισήμισι χρόνια κατ’ οίκον περιορισμό.

Η σφαγή έλαβε χώρα στους οικισμούς Μι Λάι (Mỹ Lai) και Μι Κε (My Khe) που ανήκαν στο χωριό Σον Μι (Sơn Mỹ). Στο σύγχρονο Βιετνάμ τα γεγονότα ονομάζονται Σφαγή του Σον Μι (thảm sát Sơn Mỹ). Η κωδική ονομασία των Αμερικανών για το “οχυρό των Βιετκόνγκ” ήταν “Πίνκβιλ” (Pinkville).

Το περιστατικό προκάλεσε παγκόσμια κατακραυγή όταν έγινε δημόσια γνωστό το 1969. Η σφαγή επίσης ενδυνάμωσε τις εγχώριες αντιδράσεις στις Η.Π.Α. για τη συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο του Βιετνάμ. Τρεις Αμερικανοί στρατιώτες οι οποίοι προσπάθησαν να σταματήσουν τη σφαγή και να προστατέψουν τους τραυματισμένους αρχικά καταγγέλθηκαν από αρκετούς Αμερικανούς Γερουσιαστές ως προδότες, σε μια προσπάθεια να συγκαλυφθεί η σφαγή. Έγιναν παραλήπτες επιστολών εμφορούμενων από μίσος και απειλών για τη ζωή τους, ενώ βρήκαν ακρωτηριασμένα ζώα στην αυλή τους. Αργότερα, οι τρεις επαινέθηκαν ευρύτατα και τιμήθηκαν από τον αμερικανικό στρατό για τις ηρωικές πράξεις τους.

Φωτογραφία από τον Ρόναλντ Λ. Χάμπερλι.

Το πρωί της 16ης Μαρτίου, ο 3ος λόχος έφτασε μετά από μια σύντομη προετοιμασία από το πυροβολικό και ελικόπτερο φέροντα πολυβόλο. Αν και οι Αμερικανοί δεν βρήκαν μαχητές του εχθρού στο χωριό, πολλοί στρατιώτες υποψιάζονταν ότι υπήρχαν στρατιώτες του NFL που κρύβονταν στα υπόγεια των σπιτιών των συζύγων τους ή των ηλικιωμένων γονιών τους. Οι στρατιώτες των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένης μιας διμοιρίας με επικεφαλής τον Ανθυπολοχαγό Γουίλιαμ Κάλεϋ (William Calley), ξεκίνησαν να πυροβολούν σε κάτι που που ισχυρίστηκαν ότι είχαν εκλάβει ως μια θέση του εχθρού.

Μόλις οι πρώτοι πολίτες τραυματίστηκαν ή σκοτώθηκαν από αδιάκριτα πυρά, οι στρατιώτες άρχισαν να επιτίθενται εναντίον ανθρώπων και ζώων, με πυροβόλα όπλα, χειροβομβίδες και ξιφολόγχες. Το μέγεθος της σφαγής και η αγριότητα των επιτιθεμένων αυξάνονταν σε κάθε δολοφονία. Το BBC News περιέγραψε τη σκηνή: «Δεκάδες άνθρωποι που οδηγήθηκαν δια της βίας σε ένα αρδευτικό αυλάκι και σε άλλα σημεία έχασαν τη ζωή τους με [ριπές από] αυτόματα όπλα».

Μια μεγάλη ομάδα περίπου 70-80 χωρικών, που είχαν συγκεντρωθεί από την 1η Διμοιρία στο κέντρο του χωριού, σκοτώθηκαν με διαταγή του Κάλεϋ, ο οποίος επίσης συμμετείχε.

Μέλη της 2ης διμοιρίας σκότωσαν τουλάχιστον 60-70 Βιετναμέζους, καθώς σάρωσαν το βόρειο μισό του Μι Λάι 4 και το Μπιν Τάι (Binh Tay), ένα μικρό οικισμό περίπου 400 μέτρα βόρεια του Μι Λάι 4. Οι απώλειες της διμοιρίας ήταν ένας νεκρός και επτά τραυματίες από νάρκες και στημένες παγίδες.

Μετά τις αρχικές “σαρώσεις” από την 1η και τη 2η διμοιρία, η 3η διμοιρία εστάλη για την αντιμετώπιση τυχόν «υπολειπόμενης αντίστασης”. Αυτοί άρχισαν αμέσως να σκοτώνουν κάθε ζωντανό άνθρωπο ή ζώο που έβρισκαν, συμπεριλαμβανομένων Βιετναμέζων που είχαν βγει από τις κρυψώνες τους, καθώς και τραυματιών, που εντοπίστηκαν μέσα στις σορούς των σωμάτων από τα βογκητά τους. Η 3η διμοιρία, επίσης, συγκέντρωσε και εκτέλεσε μια ομάδα από επτά έως δώδεκα γυναικών και παιδιών.

Φωτογραφία από τον Ρόναλντ Λ. Χάμπερλι.

Δεδομένου ότι ο τρίτος λόχος δεν είχε συναντήσει καμία αντίσταση, το 4ο τάγμα, 3ο σύνταγμα πεζικού, μεταφέρθηκε αεροπορικώς στη ζώνη προσγείωσης μεταξύ 8:15 – 8:30 και επιτέθηκε στον μικρό οικισμό του Μι Κε 4, σκοτώνοντας 90 άτομα.

Κατά τη διάρκεια των δύο επόμενων ημερών, και τα δύο τάγματα συμμετείχαν και σε άλλους εμπρησμούς και καταστροφή κατοικιών, καθώς και κακομεταχείριση Βιετναμέζων κρατουμένων. Ενώ οι περισσότεροι από τους στρατιώτες δεν συμμετέχουν στα εγκλήματα, ούτε διαμαρτυρήθηκαν ούτε παραπονέθηκαν στους ανωτέρους τους.

Λόγω των χαοτικών συνθηκών και της απόφασης του στρατού να μην προβεί σε μια βεβαία καταμέτρηση των πτωμάτων, ο αριθμός των αμάχων που σκοτώθηκαν στο Μι Λάι, δεν μπορεί να είναι ασφαλής. Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν από πηγή σε πηγή, με 347 και 504 είναι οι συχνότερο αναφερόμενοι αριθμοί. Το μνημείο στον τόπο της σφαγής απαριθμεί 504 ονόματα, με ηλικίες που κυμαίνονται από 1 έως 82 ετών. Μια μεταγενέστερη έρευνα από τον αμερικανικό στρατό κατέληξε σε ύψος μικρότερο των 347 θανάτων, που αποτελεί και την επίσημη εκτίμηση για τις ΗΠΑ.

Μετά την επιστροφή στη βάση τους περίπου στις 11:00, ο Τόμπσον ανέφερε αναστατωμένος τη σφαγή στους ανωτέρους του. Οι ισχυρισμοί του περί δολοφονιών αμάχων έφτασαν γρήγορα στον Αντισυνταγματάρχη Φρανκ Μπάρκερ, γενικό επικεφαλής της επιχείρησης. Ο Μπάρκερ έδωσε μέσω ασυρμάτου διαταγή στον αξιωματικό επιχειρήσεών του για να μάθει από τον Λοχαγό Μεντίνα τι συνέβαινε στο έδαφος. Ο Μεντίνα διέταξε στη συνέχεια κατάπαυση του πυρός προκειμένου να “παύσει τις δολοφονίες” ο 3ος λόχος.

Ο Τόμπσον έκανε μια επίσημη αναφορά των δολοφονιών και εξετάστηκε από το συνταγματάρχη Οράν Χέντερσον, διοικητή της 11ης ταξιαρχίας πεζικού (ο ανώτερος σχηματισμός του 20ου Τάγματος Πεζικού). Ανησυχώντας για την τροπή των γεγονότων, ανώτεροι αξιωματικοί της Americal ακύρωσαν προγραμματισμένες επιχειρήσεις παρόμοιες από την Ομάδα Κρούσης του Μπάρκερ εναντίον άλλων χωριών (Μι Λάι 5, Μι Λάι 1 κλπ.) στην επαρχία Κουάνγ Νγκάι, προλαμβάνοντας ενδεχομένως περαιτέρω σφαγές εκατοντάδων, αν όχι χιλιάδων, Βιετναμέζων αμάχων.