popaganda_paul_ravertry

Όταν ρωτάς τους γραφιάδες από πού τους έρχονται οι ιδέες για ένα πρωτότυπο σενάριο, όταν δεν ανατρέχουν σε βιώματα και εμπειρίες, τείνουν να τις χρεώνουν σε ιστορίες που τσιμπάνε στις εφημερίδες, τίτλους που βλέπουν στα επίκαιρα, ή ανέκδοτα που τους διηγούνται φίλοι και γνωστοί, ή τυχαίνει να κρυφακούσουν σε καφετέριες κι αεροπλάνα. Ή, άλλες φορές αναφέρονται σε χαρακτήρες που ξεπηδάνε στο μυαλό τους, σαν αγριόχορτα που εμφανίζονται απ’ το πουθενά, κι οι οποίοι πρακτικά απαιτούν να στηθεί και να ειπωθεί μια ολόκληρη ιστορία γύρω τους. Οι ιστορίες του Paul Laverty όμως, του ανθρώπου που σκαρώνει σενάρια για να έχει ο Ken Loach να κάνει ταινίες εδώ και 20 χρόνια περίπου, πέρα απ’ τον πλούτο των βαθιά ρεαλιστικών χαρακτήρων και τις συναρπαστικές, συγκινητικές, εξοργιστικές, ή εμπνευστικές περιστάσεις τους, έχουν και κάτι άλλο που τις κάνει να ξεχωρίζουν.

Απ’ το Carla’s Song / Το Τραγούδι της Κάρλα (1996), που μετατρέπει την σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε μια εξόριστη γυναίκα απ’ τη Νικαράγουα κι έναν οδηγό λεωφορείου στη Σκωτία, σε ένα συγκλονιστικό χρονογράφημα του πραξικοπήματος κατά των Σαρντινίστας με τις ευλογίες των ΗΠΑ, μέχρι το Bread and Roses / Ψωμί και Τριαντάφυλλα (2000) που παρακολουθεί τη σχέση δυο αδερφών στο περιβάλλον των στημένων συνδικάτων που καπηλεύονται τις ελπίδες των μεταναστών της Λατινικής Αμερικής για μια καλύτερη ζωή στο Los Angeles, ή απ’ το Looking for Eric (2000) για έναν μεσήλικα ζωντοχήρο που αναζητά την απόδραση απ’ την βρετανική μεσοαστική καθημερινότητα μέσα στην αφίσα του ποδοσφαιρικού ινδάλματός του, μέχρι το Jimmy’s Hall (2014) που μέσα από την ιστορία του εξορισμού ενός δασκάλου χορού, καυτηριάζει τον άτεγκτο συντηρητισμό της Ιρλανδίας του 1930, τα σενάρια του Laverty είναι πάντα εμπλουτισμένα με πολιτικό υπόβαθρο τόσο ισχυρό, καίριο και αδιαπραγμάτευτα καυστικό, που καταλήγει όχι απλώς να ενσωματώνεται στο κοινωνικό υπόβαθρο των χαρακτήρων του, αλλά να αναδεικνύει αυτό ακριβώς το υπόβαθρο σε χαρακτήρα από μόνο του. Από εκεί λοιπόν, ξεκινήσαμε και την κουβέντα μας.

http://youtu.be/nlfPQ-5QVuw

Ποια είναι η μέθοδός σας για να στήσετε ένα σενάριο; Σκαρφίζεστε πρώτα την ιστορία κι ύστερα την εμπλουτίζετε με πολιτική βαρύτητα, ή ξεκινάτε απ’ το κοινωνικό ζήτημα που θέλετε να αναδείξετε κι ύστερα βρίσκετε την καλύτερη ιστορία, ή τον πιο ταιριαστό χαρακτήρα για να το προσεγγίσετε;

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση, και υποθέτω αγγίζει την καρδιά της έννοιας της αφήγησης. Δεν έχω στ’ αλήθεια κάποια μέθοδο και συχνά είμαι σε μια κατάσταση σύγχυσης: συνεχώς σκαλίζω πράγματα, ακολουθώ ένα ένστικτο, βγαίνω συχνά σε αδιέξοδα κι ύστερα, κάποιες φορές, βρίσκομαι μπροστά σε εντελώς αναπάντεχες εκπλήξεις. Το κάθε project είναι διαφορετικό. Αλλά όλα πρέπει να είναι οργανικά δεμένα μεταξύ τους, αλλιώς τα νιώθεις κάλπικα. Τεχνητά. Συχνά μου ζητάνε να γράψω ένα σενάριο για κάποιο “ζήτημα”, αλλά δεν δουλεύει έτσι το πράγμα και αν προσπαθούσα να το κάνω έτσι, θα διαλυόταν πριν καν το αφήσω απ’ τα χέρια μου. Αυτό που είναι πολύ σημαντικό για ‘μένα, είναι το να κυριεύσω τον κόσμο της ιστορίας. Να τον κάνω κτήμα μου.

Για παράδειγμα στο Bread and Roses / Ψωμί και Τριαντάφυλλα (2000), δεν θα μπορούσα να γράψω για δυο καθαρίστριες στο Los Angeles, αν δεν είχα καταλάβει τις ζωές τους, τη δουλειά τους, και την απίστευτη διαδρομή τους. Το τι σημαίνει να ρισκάρεις τη ζωή σου για να περάσεις τα σύνορα. Ή αν δεν καταλάβαινα απόλυτα τα σημεία της διαμάχης που είχε ξεσπάσει τότε, με καμπάνια του Justice for Janitors. Που ήταν ένα πραγματικό περιστατικό. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, αυτό που πραγματικά μου έδωσε μια αφετηρία για ξεκινήσω το σενάριο, ήταν ο χαρακτήρας της Rosa, της σκληρής αντισυνδικαλίστριας, που είναι καθαρά μυθοπλαστικός. Αυτός ο χαρακτήρας εμφανίστηκε στο μυαλό μου σαν δώρο απ’ το πουθενά. Δεν νομίζω όμως ότι θα μού είχε εμφανιστεί, αν δεν είχα κάνει την έρευνά μου στα εργοστάσια στα σύνορα, ή αν δεν είχα επισκεφτεί την πόλη του Juarez.

Αυτές οι εξωτερικές επιρροές προφανώς τρέφουν την φαντασία σου, ανασκαλεύουν το υπέδαφος που μπορεί να αναδείξει και να συντηρήσει έναν καλό χαρακτήρα. Αυτό μου έχει συμβεί αρκετές φορές. Υποθέτω πως όταν βυθίζεσαι στον κόσμο μιας ιστορίας, είτε αυτός είναι η Σκοτία, ή η Ιρλανδία (στο The Wind that Shakes the Barley / Ο Άνεμος Χορεύει το Κριθάρι (2006) όλοι οι χαρακτήρες ήταν φανταστικοί, αλλά πιστεύω αυθεντικοί στο πώς αντιπροσώπευαν την εποχή) ή ακόμη και το παρελθόν, όπως στο Even the Rain / Ακόμα και η Βροχή (2010) της Iciar Bollain (σσ: η σύντροφος του Laverty), αυτό λειτουργεί κάπως σαν τη σπίθα που χρειάζεται, ώστε ξαφνικά να εμφανιστεί ένας χαρακτήρας, που λίγο πολύ σε τραβάει ακόμη πιο βαθιά στην ιστορία. Και μέσα απ’ αυτόν τον χαρακτήρα, καταφέρνεις να βρεις και τον τρόπο που θα διηγηθείς πια την ιστορία. Αυτό μου συνέβη και με την Angie, στο It’s a Free World / Ένας Ελεύθερος Κόσμος (2007), αλλά και με τον χαρακτήρα του Eric Bishop, στο Looking for Eric (2009). Μέχρι να μου εμφανιστούν απ’ το πουθενά, ήμουν πραγματικά χαμένος στο πώς να πω την ιστορία τους, παρ’ ότι ήξερα ότι αυτή ήταν μια ιστορία που ήθελα να πω, κι είχε ζητήματα που ήθελα να αγγίξω. 

Αν η πολιτική, ή τα «ζητήματα» είναι από πριν βιδωμένα πάνω στο σενάριο σαν μηχανικά στοιχεία, σαν γρανάζια στην αφήγηση δηλαδή, αυτό που θα προκύψει δεν θα είναι ζωντανό, δεν θα έχει εσωτερική συνοχή. Πρέπει να είναι αληθές ως προς τους χαρακτήρες, τις προσωπικότητές τους και τις συνθήκες τους. Ο κόσμος που περιβάλει τους χαρακτήρες όμως, είναι θεμελιώδους σημασίας και για τον Ken Loach, αλλά και για εμένα. Άλλωστε, δεν μπορείς να καταλάβεις στ’ αλήθεια κανέναν ουσιαστικά, προτού συνειδητοποιήσεις κι αντιληφθείς το πώς διαμορφώνει τη ζωή τους η «εξουσία» με την ευρύτερή της έννοια. Το πώς επηρεάζει τις επιλογές τους, ή την έλλειψη επιλογών τους. Αυτό είναι και κάτι που δίνει στον αφηγητή ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες δραματουργίας. 

Είναι μια διαδικασία ατελείωτα περίπλοκη και συναρπαστική. Για παράδειγμα, ο χαρακτήρας είναι παιδί, ή έφηβος; Πώς ήταν οι γονείς του; Πού μεγάλωσαν; Τι είδους παιδεία είχαν; Πόσο έξυπνοι είναι, με ποιον έχουν να τα βάλουν, τι είναι αυτό που τους κινητοποιεί; Έχουν συναίσθηση του ποιοι είναι και τι κάνουν, ή είναι χαμένοι κάπου, με κάποιο τρόπο; Τι υπάρχει πέρα απ’ το κατώφλι του σπιτιού τους; Πώς είναι η κοινωνία μέσα στην οποία ζουν, ή προσπαθούν να ζήσουν; Οι απαντήσεις που θα δώσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, θα έχουν ριζικές επιπτώσεις σε έναν καλοδουλεμένο χαρακτήρα και τον χαρακτήρα θα πρέπει να τον νιώθεις ζωντανό απ’ τη σελίδα που είναι γραμμένος ακόμα, διαφορετικά δεν πρόκειται να σε πάει πουθενά που να έχει κάποιο ενδιαφέρον. Οπότε καθ όσο σχεδιάζεις και εκλογικεύεις, πιστεύω ότι πολλά πράγματα έρχονται κι απ’ το ένστικτό σου.

Στην επόμενη σελίδα: γιατί «κόλλησαν» με τον Ken Loach;