Η  Π Α Ρ Α Σ Τ Α Σ Η

του Ορέστη Λιάσκου

 

Mυστηριωδώς, με γράμματα πελώρια, και μοιραίως,

τοιχοκολήθηκαν παντού στην πολιτεία αφίς.

Στη μέση γράφανε “ZΩH” και κάτωθεν αυτής:

“Έργο σουρεαλιστικόν … αγνώστου συγγραφέως”.

 

Kαι στο μεγάλο Θέατρο πούχ’ εντελώς γεμίσει

μπρός σε θεατές που αυλάκωναν της αγωνίας τα τικ,

άρχισεν η Παράστασις η τόσον εξαντρίκ,

που θάταν προτιμότερον ποτές να μή ‘χε αρχίσει.

 

Γιατί αν κι’ οι πρωταγωνιστές παίζαν με μπρίο στ’ αλήθεια,

και το μπουλούκι δίπλα τους παράστεκε καλό,

όμως το έργον ήτανε τόσο φριχτά σαχλό

που ασυναισθήτως ένοιωθες μιαν αηδία στα στήθεια.

 

Στην πρώτη πράξη, ένα αμυδρό γέλιο -αν δεν αμφιβάλλω-

στις άλλες ένα βογγητό σπαραχτικά γοερό,

και στην στερνήν ένα χλωμό σκοτάδι ζοφερό,

κι’ ύστερ’ απότομα μια μαύρη αυλαία, και τίποτ’ άλλο.

 

Kι’ έτσι ο καθείς σφυρίζοντας και βρίζοντας, πετούσε

τα μαξιλάρια στη σκηνή φριχτός καταστροφεύς.

Kαι μόνος, σ’ ένα σκοτεινό θεωρείον, ο Συγγραφεύς

καπνίζοντας το πούρο του απαθής … χειροκροτούσε.