ΒΙΒΛΙΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΟ Stuart Neville είναι ο βασιλιάς του ιρλανδικού νουάρ

Ο Stuart Neville είναι ο βασιλιάς του ιρλανδικού νουάρ

Η στιβαρή του πένα, οι σκληρές περιγραφές και η ορμητική πλοκή σε οδηγούν στο απόλυτο ταξίδι τρόμου. Ο συγγραφέας μίλησε στην Popaganda για το πως καταφέρνει και «Ξυπνά τα πάθη ακόμα και αγίου», όπως έγραψαν οι New York Times.

Θα μπορούσε να γράφει τα μυθιστορήματά του και να τα «ντύνει» με την δική του μουσική. Ο «τύπος που ξέρει να γράφει» κατά τον αμερικανό συγγραφέα σκληρού νουάρ, James Ellroy, ονόματι Stuart Neville, τάραξε τα νερά της αστυνομικής λογοτεχνίας, αφού δημοσιεύτηκε ένα απόσπασμα από το ακυκλοφόρητο τότε μυθιστόρημά του στο περιοδικό Thuglit. Ακολούθησαν εφτά πετυχημένα μυθιστορήματα, με πιο πρόσφατο το «Πέπλο σιωπής» (εκδόσεις Μεταίχμιο).

Ο μπεστσελερίστας Ιρλανδός, πέρα από την συγγραφή, ασχολείται και με τη μουσική και έχει ένα συγκρότημα με συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, με τους οποίους τραγουδάει “I fought the law” και άλλα «εγκληματικά» τραγούδια. 

Είχατε πει ότι «Το 2016 και το 2017 θα παρέχει στους αφηγητές πολύ υλικό για να γράψουν στα επόμενα χρόνια». Σε τι αναφερόσασταν συγκεκριμένα; Στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανίδα, στο Brexit. Δεν ξέρω αν θα δουλέψει, όμως καλώς ή κακώς, θα αποτελέσει σίγουρα υλικό για τους συγγραφείς για πολύ καιρό. Και στην Αμερική, έχουμε τον Τραμπ και τον τρόπο που κέρδισε την προεδρεία, ο οποίος θα εξεταστεί ξανά και ξανά τα επόμενα χρόνια. Ειδικά όσο βλέπουμε την ρωσική εμπλοκή. Πάντως, γίνεται όλο και πιο προφανές ότι υπήρξε ρωσική επιρροή στο Brexit. Οπότε πιστεύω ότι όσο γίνονται συμφωνίες και βγαίνουν προς τα έξω πληροφορίες για το τι πραγματικά συνέβη, αυτό δημιουργεί ένα πολύ εύφορο έδαφος για γράψιμο.

Έχετε ήδη κάποια ιδέα πάνω σε αυτό; Όχι ακόμη, γιατί δεν έχουμε δει ακόμη το αντίκτυπο. Υπάρχουν όμως πολλοί πρακτικοί λόγοι που θα αναστατώσουν την ζωή εκεί. Για παράδειγμα, όσοι ζουν από τη νότια μεριά των συνόρων και πηγαίνουν στον βορρά για αγορές, επειδή τα πάντα, φαγητό, ρούχα κλπ, είναι φθηνότερα εκεί, δίνουν ζωή στον τόπο. Αν οι άνθρωποι δεν μπορούν να μεταφέρουν αγαθά μεταξύ των συνόρων, όλες αυτές οι επιχειρήσεις θα φαλιρίσουν. Όμως ακόμη τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει. Σίγουρα, αν το Brexit πραγματοποιηθεί, θα υπάρξουν ιστορίες που θα το αποτυπώνουν.

Τελικά «όλα στην Βόρεια Ιρλανδία έχουν χρωματιστεί από την πολιτική», όπως σχολιάσατε σε προηγούμενη συνέντευξη; Στην Βόρεια Ιρλανδία, όλα είναι πολιτικοποιημένα. Η εκπαίδευση έχει πολιτική χροιά, τα αθλήματα έχουν πολιτική χροιά. Η αστυνόμευση επίσης. Σχεδόν κάθε πλευρά της ζωής εκεί κρύβει μια πολιτικοποίηση από πίσω. Όσον αφορά τις «Ταραχές» είναι πολύ δύσκολο να τις αποφύγεις. Δεν μπορείς παρά να γράψεις για τα εγκλήματα που έγιναν, είναι αδύνατο να αγγίξεις άλλα ζητήματα. Τα δύο πρώτα βιβλία μου είναι πολύ πολιτικοποιημένα, αλλά όσο προχωράνε γίνονται λιγότερο πολιτικά. Και η Βόρεια Ιρλανδία έχει κανονικοποιηθεί, έχει εξομαλυνθεί, ειδικά τα τελευταία δέκα χρόνια. Έτσι, οι ιστορίες καθρεφτίζουν αυτήν την κατάσταση.

Στο βιβλίο «Πέπλο σιωπής» αναδεικνύεται μια έντονη αντίθεση μεταξύ της καθημερινότητας των πολιτών που αδιαφορούν για το τι συμβαίνει και της δράσης του υποκόσμου σε συνδυασμό με την διαφθορά του πολιτικού συστήματος. Πως κάποιος είναι αδιάφορος με όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας; Νομίζω πως η κατάλληλη λέξη είναι ανεκτικός. Όλοι στην Βόρεια Ιρλανδία ξέρουν τις συνδέσεις που οι πολιτικοί έχουν με τις παραστρατιωτικές οργανώσεις, αλλά επιλέγουν να αδιαφορούν για αυτό. Απλά επειδή είναι ευκολότερο να διατηρηθεί έτσι η ειρήνη. Τα βασικά κόμματα έχουν τις ρίζες τους στις συγκρούσεις και πρέπει να αποδεχτούμε ότι είναι αυτοί που ψηφίζουμε. Δεν είναι ότι οι άνθρωποι δεν ξέρουν τι συμβαίνει, απλά επιλέγουν να εθελοτυφλούν για αυτό.

Και ο ρόλος της λογοτεχνίας σε αυτό; Ένα πράγμα που κάνει καλά η λογοτεχνία είναι να κοιτάει πίσω και να αναλύει τι έγινε στο παρελθόν. Όμως το καλύτερο μυθιστόρημα για κάθε σύγκρουση συνήθως γράφεται αφού έχει τελειώσει η σύγκρουση. Είτε είναι βιβλίο, είτε θα προβληθεί σε μια οθόνη. Για παράδειγμα, το αμερικανικό σινεμά δεν άρχισε να περικλείει τον πόλεμο του Βιετνάμ στη θεματική του παρά μόνο χρόνια μετά τη λήξη του, όπως το Deer Hunter. Το ίδιο έγινε και με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οπότε νομίζω ότι χρειάζεται χρόνος.

Στα βιβλία σας, φέρνετε στην επιφάνεια την καλή πλευρά του χαρακτήρα, ακόμη κι αν είναι δολοφόνοι. Όπως ο Fegan που είναι δολοφόνος αλλά είναι ευαίσθητος και γεμάτος τύψεις. Πάντα μου αρέσει να βλέπω τα πράγματα από την οπτική γωνία του κακού, όσο κακός και να είναι, όσο άσχημα πράγματα και να κάνει. Και κάθε κακός είναι ο ήρωας της δικής του ιστορίας. Κάθε χαρακτήρας είναι εκεί για τον σωστό λόγο. Μου αρέσει πολύ ο τρόπος που ο James Ellroy παίρνει έναν πολύ κακό άνθρωπο και δείχνει τον κόσμο όπως τον βλέπει εκείνος, χωρίς να προσπαθεί να τον «ντύσει» με οποιονδήποτε τρόπο, απλά τον αφήνει να ζει. Και πιστεύω ότι ο αναγνώστης θα σε ακολουθήσει. Ακόμη κι αν ο Gerry Fegan είναι δολοφόνος, επειδή βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, ο κόσμος ταυτίζεται. Ο Thomas Harris είναι ένας συγγραφέας που το κάνει αυτό πολύ καλά και με έχει επηρεάσει αρκετά. Έγραψε για τον Hannibal Lecter και με άγγιξε πολύ, γιατί επέλεξε να δείξει τα πράγματα μέσα από την οπτική του. Είναι σημαντικό για έναν συγγραφέα να μην κρίνει έναν χαρακτήρα, είτε είναι καλοί είτε κακοί, είτε κάτι στη μέση. Πρέπει να κάνουν αυτό που κάνουν για τους δικούς τους λόγους. Για εμένα, γίνονται πιο ενδιαφέροντες οι χαρακτήρες έτσι. Επίσης, οι άνθρωποι δεν «καλοί» ή κακοί». Δεν είμαστε τόσο απλοί οι άνθρωποι.

Το Belfast παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πρώτα σας βιβλία. Ποια η σημασία του για ‘σας; Η αλήθεια είναι ότι δεν μένω στο Belfast, αλλά σε ένα προάστιό του και είναι η κοντινότερη πόλη σ’ εμένα. Όταν ξεκίνησα να γράφω, η μόνη πόλη για την οποία δεν ήθελα να γράψω ήταν το Belfast και το μόνο θέμα για το οποίο δεν ήθελα να γράψω ήταν οι «Ταραχές» στην Βόρεια Ιρλανδία. Οπότε έγραψα δύο βιβλία, πριν από 12-13 χρόνια, με σκηνικό το ένα στην Φλόριντα και το άλλο στην Αγγλία, όμως δεν ήταν πολύ καλά και δεν θα δημοσιευθούν ποτέ. Στην πραγματικότητα, είναι απαίσια. Μετά, μου ήρθε η ιδέα να γράψω για το Belfast, παρόλο που δεν το ήθελα αρχικά. Το σκηνικό δεν θα μπορούσε να είναι πουθενά αλλού. Και τα βιβλία δημοσιεύτηκαν. Προφανώς, δεν μπορούσα να αποφύγω το Belfast. Έπρεπε να γράψω για αυτό, αν ήθελα να γράψω κάτι καλό.

Γιατί όμως δεν θέλατε να γράψετε γι’ αυτό αρχικά; Γιατί είναι πολύ κοντά στο σπίτι μου και υπάρχει και το φαινόμενο της συμπλεγματικής κατωτερότητος, που δεν θέλεις να βλέπεις τον δικό σου τόπο. Μιλούσα με μια συγγραφέα από τη Νότιο Αφρική και μου είπε το ίδιο πράγμα, ότι οι άνθρωποι εκεί δεν θέλουν να γράφουν ή να διαβάζουν για τον τόπο τους. Φαντάζομαι αυτό ισχύει και στην Ελλάδα; Υπάρχει αυτή η διστακτικότητα να μαθαίνεις για το δικό σου μέρος απ’ όλο τον πλανήτη. Για τα πρώτα μου βιβλία, πολλοί άνθρωποι στην Βόρεια Ιρλανδία είπαν πως δεν θέλουν να διαβάσουν για αυτό το μέρος. Αυτό όμως ξεκίνησε να αλλάζει εδώ και 3-4 χρόνια και αρκετοί άνθρωποι άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για τέτοια μυθιστορήματα. Αλλά στην αρχή ούτε ήθελα να διαβάζω, ούτε ήθελα να γράφω για το μέρος από το οποίο προερχόμουν.

Πόσο σας ελκύει το σκηνικό της ελληνικής κρίσης για να γίνει αντικείμενο συγγραφής; Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ την κατάσταση στην Ελλάδα. Κάτι παρόμοιο έγινε και στην Δημοκρατία της Ιρλανδίας με την οικονομική διάσωση και όλα τα παρελκόμενα. Έβλεπα πολλές ειδήσεις τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία και παραιτήθηκε ο Βαρουφάκης. Δεν ξέρω πολλά για εσάς, αλλά διάβαζα για την ραγδαία αύξηση προς την ακροδεξιά και το κόμμα της Χρυσής Αυγής, το οποίο ακολουθήθηκε από ένα ρεύμα προς την αριστερά. Σ’ εμάς, ο ΙΡΑ είχε συνάψει σχέσεις με τους ναζιστές κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και προσπάθησε να δημιουργήσει επαφές, αλλά στο τέλος της δεκαετίας του ‘60, έκαναν μια στροφή και έγιναν μαρξιστές. Ο ίδιος ο εθνικισμός είναι μια ακροδεξιά ιδέα.

Και βλέπουμε μεγάλη αύξηση του εθνικισμού τα τελευταία χρόνια… Είναι τρομακτικό να βλέπουμε αυτήν την αύξηση της ακροδεξιάς. Οι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι με την ψήφο τους στην πραγματικότητα βλάπτουν τους εαυτούς τους και τα συμφέροντά τους. Αυτός ο αυστηρός τρόπος του να βλέπεις τα πράγματα ως «εμείς και αυτοί» είναι τόσο δυνατός που ωθεί τους ανθρώπους να κάνουν πολύ ηλίθια πράγματα.

Θα λέγατε ότι οι ιδέες σας ακολουθούν όπως τα «Φαντάσματα του Belfast»; Δεν θα το περιέγραφα τόσο δραματικά, αλλά οι ιδέες, όπως πολλοί συγγραφείς θα σου πουν, είναι πολύ σπάνια πρόβλημα. Μπορεί να σκεφτώ τέσσερις ή πέντε διαφορετικές ιστορίες, μια δεδομένη στιγμή. Το πρόβλημα είναι να συνειδητοποιήσεις ποιες ιστορίες έχουν «πόδια» για να περπατήσουν. Πολλές φορές έχω μια ιδέα, αλλά δεν γίνεται ιστορία. Μπορεί να έχω ένα τέλειο σκηνικό αλλά κανέναν να το ακολουθήσει για να φτιάξω μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος.

Άρα κάποιες φορές χρειάζεται να «σκοτώσετε» τις ιδέες σας; Κάποιες φορές ναι. Κάποιες άλλες όμως κάθεσαι και τις γράφεις για να δεις μέχρι που πάνε. Παλαιότερα, είχα μια ιδέα που προσπάθησα να γράψω σε διαφορετικές μορφές, σαν σενάριο, σαν βιβλίο, αλλά ποτέ δεν δούλεψε. Οπότε την έβγαλα από την δυστυχία της. Πάντως, όλοι οι συγγραφείς που γνωρίζω έχουν περισσότερες ιδέες απ’ ότι χρόνο για να κάτσουν να τις γράψουν.

Αναφέρατε το σενάριο, σας ενδιαφέρει να γράψετε σενάρια για ταινίες ή σειρές; Με ενδιέφερε, αλλά οι εμπειρίες που είχα με αυτό, δεν ήταν καλές. Έκανα μια ταινία μικρού μήκους πριν λίγα χρόνια που πήγε πολύ καλά, αλλά γενικά δεν είμαι ικανοποιημένος από τον χώρο. Μάλλον δεν είμαι κατάλληλος γι’ αυτό. Υπάρχουν μυθιστορήματα που έγιναν ταινίες, αλλά όσες φορές προσπάθησα, δεν δούλεψε. Όταν γράφεις ένα βιβλίο, είσαι εσύ μόνος από την αρχή μέχρι το τέλος. Όταν δουλεύεις για την οθόνη, έχεις τόσους πολλούς ανθρώπους να σε επιβλέπουν, είναι περισσότερο συνεργασία και γινόμουν υπερπροστατευτικός με την ιδέα μου. Δεν μπορώ να είμαι αρκετά αντικειμενικός, οπότε δεν σημαίνει ότι είμαι απαραίτητα σωστός. Απλά δεν έχω το ταπεραμέντο να κάτσω πίσω και να πω «εντάξει, θα δεχτώ ό,τι αλλαγές θέλετε».

Θα θέλατε όμως να γίνουν τα βιβλία σας ταινίες; Κάποια από τα βιβλία είναι ανάμεσα στις επιλογές για ταινία και ένα άλλο θα μεταφερθεί στην τηλεόραση. Θα ήταν ωραία, αλλά δεν κρατάω και την ανάσα μου. Σπάνια κάτι φτιάχνεται πάντως μέχρι τέλους. Αν κάποιος θέλει να με πληρώσει όμως, εντάξει.

Γράφετε και μουσική… Ναι, περιστασιακά. Θα ήθελα να γράφω περισσότερο, αλλά δεν έχω τον χρόνο. Θα έγραφα το soundtrack του τελευταίου μου βιβλίου, αλλά δεν βρήκα χρόνο τελικά. Σπούδασα μουσική στο πανεπιστήμιο και έχω δουλέψει για λίγο πάνω στη μουσική για ταινίες, αλλά η βιομηχανία είναι αρκετά σκληρή. Η μουσική είναι ακόμη πολύ σημαντική για ‘μένα, αλλά δυστυχώς έχει γίνει χόμπι.

Μετά την επιτυχία, τι; Κάθε έργο γίνεται και δυσκολότερο. Έγραψα ένα βιβλίο το οποίο εκτυλίσσεται στην Αμερική, με ψευδώνυμο Haylen Beck, που προέρχεται από τους δύο αγαπημένους μου κιθαρίστες, Eddie Van Halen και Jeff Beck. Θα γράψω άλλο ένα με ψευδώνυμο και μετά θα επιστρέψω στο δικό μου όνομα. Όταν γράφεις αστυνομικό μυθιστόρημα, συνηθίζεται να σε συνδέουν με το σκηνικό. Παίρνεις μια ταμπέλα, είτε σου αρέσει είτε όχι. Και το Here and Gone, ως αυτόνομο θρίλερ, είχε πάντα ως σκηνικό την Αριζόνα. Είναι ακόμη θρίλερ, είναι αστυνομικό, αλλά έχει διαφορετική τοποθεσία και στυλ.

Τα βιβλία του Stuart Neville κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.