34_ IMG_7211

Κανένας απ’ όσους ασχολήθηκαν στην Ελλάδα με τον δυτικόφερτο ηλεκτρικό ήχο τα τελευταία 50 χρόνια δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι προσέγγισε τον όρο pop με καλύτερα αποτελέσματα. Ο Κώστας Τουρνάς, είτε σόλο είτε με τους Poll, έκανε μουσική που κατά καρούς χαρακτηρίστηκε prog, «ψυχεδελική», χίπικη, synth, ακόμα και λαϊκή ή disco σε κάποιους συζητήσιμους πειραματισμούς της δεκαετίας του ’80. Σε κάθε περίπτωση όμως κουβαλούσε ως δομικό στοιχείο μέσα της το “pop” με την έννοια του μελωδικά προσιτού και όχι του ευτελώς πιασάρικου. Αυτή η αμφισημία, το να είσαι αυθεντικά pop σε μια χώρα που λόγω διαφορετικών καταβολών ίσως παρεξηγούσε τον όρο, μου μοιάζει ότι ήταν η ευχή και η κατάρα του. Πιο ελαφρύς και «καθαρός» από τη συνωμοταξία του Πουλικάκου και του Σιδηρόπουλου, πιο «Έλληνας» τόσο σε στίχο όσο κι επιρροές από τους Aphrodite’s Child και τους Socrates, όχι εξωστρεφώς «αριστερός» για να φορέσει το αμπέχωνο και να γεμίσει στάδια, αρκετά συναυλιακός για να ξεπέσει στα μπουζούκια, κινιόταν πάντα στο μεταίχμιο. Αντιπροσωπεύοντας πάντα το καλό πρόσωπο μιας «ελαφριάς» προσέγγισης στη μουσική («δεν είναι και υψηλή ιατρική» θα διαβάσετε να λέει παρακάτω), ικανός είτε να γράψει ροκ όπερα όπως εκανε πρωτοπορώντας για τα ελληνικά δεδομένα στα Απέραντα Χωράφια είτε να ετοιμάσει μέσα σε ένα απόγευμα τον δίσκο με τον οποίο η Καίτη Γαρμπή έκανε όνομα σπάζοντας ταμεία.
Συναντηθήκαμε στο στούντιο, κάτω από το σπίτι του στην Άνω Κυψέλη («έχουν περάσει όλοι από εδώ, αλλά το έχω λίγο παρατημένο τελευταία» – στην τρίχα ήτανε), έμεινα κι εγώ όπως όλοι έκπληκτος από το νεανικό παράστημα των 65 του χρόνων και τηρήσαμε ίσες αποστάσεις. Ανάμεσα στις ανέκδοτες ιστορίες από το παρελθόν και στις διαπιστώσεις κουλ φιλοσοφίας και μαθημάτων ζωής. Κι όλα αυτά – οι Poll, τ’ «Αστρόνειρα», οι δύσκολες εποχές, οι συμβιβασμοί, οι συνεργασίες, ο καλλιτεχνικός συνδικαλισμός, η κάθοδος στην πολιτική – δε θα είχαν συμβεί, αν «ο πιο καλό καλός τραγουδιστής» είχε μεταναστεύσει στα 15 του στη Βραζιλία.

 

34_ IMG_7205

Ήρθα στην Τρίπολη από την Αθήνα, σε ηλικία 11 ετών, επειδή ο πατέρας μου πτώχευσε. Πέρασα μια δεκαετία, στ’ αλήθεια φτωχική. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν σπούδασα. Δε με πείραξε, έκατσα τελικά στα θρανία στα 29 μου χρόνια να κάνω αρμονία και σύνθεση, μετά τις δόξες.

Στα 15 μου προσφέρθηκε να με υιοθετήσει ένα μακρινός συγγενής στη Βραζιλία που ήταν ζάμπλουτος. Είχε χάσει τη γυναίκα του, δεν είχε παιδιά κι έστειλε γράμμα στον πατέρα μου: «στείλτον εδώ, να μάθει τη δουλειά να τα πάρει όλα αυτός», 4 εργοστάσια και 40 μαγαζιά ετοίμων ενδυμάτων. Ο πατέρας μου, που με αντιμετώπιζε πάντα σαν ενήλικο, με ρώτησε πώς μου φαινόταν η ιδέα, ξεκαθαρίζοντας ότι δε θα μπορούσε ποτέ να μου προσφέρει μια τέτοια προοπτική. Του είπα ότι δε θα μπορούσα να αποχωριστώ τη ζωή μου στην Ελλάδα και τους φίλους μου. Δεν τη σκέφτηκα ποτέ αυτήν την ιστορία, «τι θα είχε συμβεί αν» και τα λοιπά. Τότε του είπα επίσης ότι θα γίνω μουσικός. Και μου απάντησε: «Είσαι καλά; Τους μουσικούς τους θάβουν μέρα».

Μουσική ήδη έκανα, σιγά σιγά ανακάλυψα ότι μπορεί να αποτελεί και διέξοδο. Κι όταν απολύθηκα από τον στρατό, έχοντας ήδη γράψει μελωδίες σε δυο τραγούδια («Άνθρωπε Αγάπα» και «Ήλιε Μου»), θέλησα να φτιάξω συγκρότημα. Ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς που γνωριζόμασταν από παιδιά, έκανε τότε το στρατιωτικό του στη Ροδεσία (ήταν ο πατέρας του από εκεί) και μου πρότεινε να πάω κι εγώ κάτω, να παίξουμε σε χορευτική ορχήστρα γιατί είχε ψωμί. Του απάντησα «άσε τις μαλακίες κι έλα πίσω», το πίστευα ότι κάτι μπορεί να γίνει. Κι έτσι, μέσω ενός φίλου που δούλευε στην Ελλαντισκ, ηχογραφήσαμε τα κομμάτια αφού τα δουλέψαμε λίγο ακόμα. Δεν είχα ακούσματα π.χ. το σιτάρ προέκυψε επειδή είχα δει λίγες μέρες πριν το Φράουλες και Αίμα που με συγκλόνισε. Θύμωσα πολύ και μέσα σε μια νύχτα έγραψα το «Άνθρωπε Αγάπα». Όχι από κάποιου είδους πολιτική συνειδητοποίηση. Η πολιτικοποίηση μου φαινόταν πολυτέλεια, η οικογένειά μου έτσι κι αλλιώς δεν ασχολούταν, ενώ ακόμα και στους αγωνιστές έβλεπα συμφέρον. Να το πω καλύτερα, έβλεπα ότι η δράση τους κάλυπτε μιαν ανάγκη για αυτοπροσδιορισμό ή αποσκοπούσε κάπου. Δεν κατάφερα, ή δεν έτυχε, να πέσω σε αυτήν την  παγίδα. Ο άνθρωπος είναι ελαττωματικός. Δεν είμαστε άρτιοι για να κάνουμε πράξη το θεώρημά μας. Κατά συνέπεια, το θεώρημα γίνεται υποκριτικό. Από την άλλη, θες δε θες, τα τραγούδια των Poll ήταν και διαμαρτυρίας και χίπικα. Αν ήταν εκατό χρόνια πριν θα είχαν κλαρίνα και λαούτο, αν ήταν εκατό χρόνια θα έβγαιναν από δύο πανίσχυρους υπολογιστές. Ε, τότε ήταν η εποχή της ηλεκτρικής κιθάρας

Οι Poll κράτησαν μόνο ενάμιση χρόνο. Δε θέλω να μιλήσω για πρόσωπα, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι εγώ δεν έχασα ποτέ το μυαλό μου. Παρότι μου συνέβαιναν πρωτόγνωρα πράγματα. Εκεί που χρωστάγαμε 2-3 νοίκια στο σπίτι που έμενα με τους δικούς μου, ξαφνικά πάω να πάρω δικαιώματα συνθέτη και είναι 150.000 δραχμές. Μου άρεσε που ήμουν αγαπητός, αλλά είχα συναίσθηση.

Ένα μεγάλο μέρος της μυθολογίας που έχεις ακούσει, ισχύει. Στην κυριολεξία. Μας ζητούσαν μια τρίχα από τα μαλλιά μας,. Κι επειδή έφτανε κι εδώ αυτή η αίσθηση του “make love not war”, είχαν αρχίσει να ξεσαλώνουν και κορίτσια 15χρονα-16χρονα. Υπήρχε υπερπροσφορά, «πηδάτε τα πάντα» μας έλεγαν. Στο ξανάλεω όμως, δε χάλασε η σκέψη μου ούτε λεπτό.

Τον γκόμενο τον έκανα λίγο στην αρχή, μου πέρασε γρήγορα κι αυτό. Ακόμα και στις φωτογραφίσεις πάντα δύσκολος ήμουνα

Όταν τελείωσε η μπάντα, πήγα να κάνω σόλο δίσκο – ούτως ή άλλως δεσμευόμασταν όλοι με ατομικά συμβόλαια. Πάω και λέω ότι θέλω συμφωνική ορχήστρα. Κι ότι θα τραγουδάω εγώ. Τρελάθηκε ο Αντύπας από τη δισκογραφική. Νομίζω ότι τελικά τους έπεισα γιατί φαίνονταν οι καθαρές προθέσεις μου. Πάντα χρειαζόταν πίεση στις εταιρείες, σε όλη τη διάρκεια της καριέρας μου. Μπορεί να τύχαινε να έβγαζε ταυτόχρονα δίσκο η Μαρινέλλα και να μην ασχολιόταν κανένας μαζί σου. Η ουσία είναι ότι αν δεν υπήρχαν τα Απέραντα Χωράφια μπορεί να και να μην καθιερωνόμουν ως τραγουδιστής, ούτως ή άλλως περισσότερο μουσικό θεωρώ τον εαυτό μου παρά ερμηνευτή.

http://youtu.be/8N3VXl5vVZg

Έχω δεχθεί τόση αποδοχή στη ζωή μου, με σχόλια και μπροστά μου και πίσω από την πλάτη μου, που είμαι πραγματικά ευγνώμων. Εντάξει πάντα θα βρισκόταν κάποιος να πει «άντε με τους ξενέρωτους» ή «τα ποπάκια», αλλά ήταν η εξαίρεση. Από μικρό, επίσης, δε με ενδιέφεραν οι ταμπέλες, τις θεωρούσα προϊόν περιορισμένης αντίληψης. Ούτε φυσικά οι πολιτικές. Ούτε και θυμάμαι πώς μας έβλεπαν οι αριστεροί ή οι δεξιοί. Σκεφτόμουν μόνο πώς θα δημιουργώ χωρίς οροφή. Με άλλα λόγια, είχα πέσει στην παγίδα του καπιταλισμού, που σου λέει ότι “the sky is the limit”, αλλά τελικά αυτός βάζει το όριο. Και κάτι άλλο: ποτέ δεν τσίμπησα με το έξω, «οι Έλληνες είναι βλάχοι» και λοιπά. Είχα στείλει ένα κομμάτι με αγγλικό στίχο, το 1978, σε ένα αμερικάνικο φεστιβάλ. Δε διακρίθηκε και μετά εξελίχθηκε στο «Λεν». Πάντα με ενοχλούσε η φιλολογία των γύρω, ε το έκανα και τραγούδι.

Ξέρω πόσο πωλείται στο ίντερνετ το «ταγάρι» και τα Απέραντα Χωράφια. Ήρθε ένας φίλος πριν λίγο καιρό και μου είπε ότι έδωσε 200 ευρώ. Δεν μπορώ να πω ότι δεν υπήρξαν εποχές που σκέφτηκα να κάνω την αγάπη, όχημα επιβίωσης. Μπορεί και να το έκανα. Δεν εννοώ το “Autobianchi”, αυτό βγήκε συνειδητά για να κατακρίνω τη σοβαροφάνεια. Κυρίως μιλάω για την περίοδο ’76-80. Είναι γεμάτη τραγούδια που έγιναν από φόβο, στη λογική του «μήπως και». Τα βάζω με τον εαυτό μου για εκείνη την περίοδο.

Στην επόμενη σελίδα: Οι εποχές που δεν χτυπούσε το τηλέφωνο, η νύχτα, τα συνδικαλιστικά, η πολιτική και κανένας φόβος για το θάνατο.