ΒΙΒΛΙΟΟ μεγάλος Γκάτσμπυ, του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ

Ο μεγάλος Γκάτσμπυ, του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ

H Popaganda διαβάζει ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ «Ο μεγάλος Γκάτσμπυ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Τις καλοκαιρινές νύχτες ακουγόταν μουσική από το σπίτι του γείτονά μου. Στους γαλάζιους κήπους του άντρες και κορίτσια πηγαινοέρχονταν σαν νυχτοπεταλούδες, ανάμεσα στους ψιθύρους και τη σαμπάνια και τ’ άστρα. Τα απογέματα, στη φουσκονεριά, έβλεπα τους καλεσμένους του να κάνουν βουτιές από τον πύργο της σχεδίας του ή να λιάζονται στη ζεστή άμμο της ακρογιαλιάς του, ενώ οι δύο του βενζινάκατοι έσχιζαν τα νερά του Σάουντ, τραβώντας θαλάσσιους σκιέρ σε καταρράκτες αφρού. Τα Σαββατοκύριακα η Ρολς-Ρόυς του γινόταν λεωφορείο, κουβαλώντας μπρος πίσω παρέες από την πόλη, από τις εννιά το πρωί μέχρι πολύ μετά τα μεσάνυχτα, ενώ το στέησον-βάγκον έτρεχε σαν κίτρινο σκαθάρι για να προλάβει τα τρένα. Και τις Δευτέρες οκτώ υπηρέτες και ένας έκτακτος κηπουρός μοχθούσαν όλη μέρα με σφουγγαρίστρες και βούρτσες και σφυριά και ψαλίδες για να επανορθώσουν τις ζημιές της προηγούμενης νύχτας.

Κάθε Παρασκευή πέντε καφάσια με πορτοκάλια και λεμόνια έφταναν από έναν φρουτέμπορο στη Νέα Υόρκη –κάθε Δευτέρα τα ίδια πορτοκάλια και λεμόνια έβγαιναν κομμένα στα δύο και στυμμένα από την πίσω πόρτα σχηματίζοντας πυραμίδες. Είχαν μια μηχανή στην κουζίνα που μπορούσε να βγάλει τον χυμό διακοσίων πορτοκαλιών σε μισή ώρα, αν ο αντίχειρας ενός μπάτλερ πίεζε ένα κουμπάκι διακόσιες φορές.

Τουλάχιστον μια φορά το δεκαπενθήμερο μια στρατιά προμηθευτών ερχόταν με εκατοντάδες μέτρα κανναβάτσο και χρωματιστά λαμπιόνια για να μετατρέψουν τον τεράστιο κήπο του Γκάτσμπυ σε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Στα τραπέζια, γαρνιρισμένα με αστραφτερά ορεκτικά, καρυκευμένα χοιρομέρια συνωστίζονταν με πολύχρωμες σαλάτες, γεμιστά χοιρινά και μπακιρένιες γαλοπούλες. Στον κεντρικό προθάλαμο έχει στηθεί ένα μπαρ με πραγματική μπρούτζινη μπάρα, φορτωμένο με οινοπνευματώδη, τζιν και τόνικ και άλλα ποτά που είχαν προ πολλού ξεχαστεί και οι νεαρότερες από τις καλεσμένες του δεν ήξεραν να διακρίνουν το ένα από το άλλο.

Στις εφτά η ορχήστρα είχε φτάσει, όχι κανένα αναιμικό κουιντέτο, αλλά ολόκληρη μπάντα με όμποε και τρομπόνια και σαξόφωνα και βιόλες και κορνέτες και φλάουτα και μικρά και μεγάλα ντραμς. Οι τελευταίοι κολυμβητές μαζεύτηκαν τώρα από την αμμουδιά και ντύνονται στον πάνω όροφο· τα αυτοκίνητα από τη Νέα Υόρκη έχουν παρκάρει σε πέντε σειρές και ήδη οι αίθουσες και τα σαλόνια και οι βεράντες πλέουν σε κραυγαλέα χρώματα και αλλόκοτες κομμώσεις και εσάρπες που ξεπερνούν τα όνειρα της Σεβίλλης. Το μπαρ είναι στο φόρτε του και σμήνη από κοκτέηλ εισβάλλουν κατά κύματα στον κήπου ωσότου η ατμόσφαιρα δονείται από γέλια και φλυαρίες και υπονοούμενα και συστάσεις που γίνονται και ξεχνιούνται επί τόπου και ενθουσιώδεις συναντήσεις γυναικών που ποτέ δε γνώριζαν η μια το όνομα της άλλης.

Τα φώτα δυναμώνουν καθώς ο πλανήτης μποτζάρει φεύγοντας μακριά απ’ τον ήλιο και τώρα η ορχήστρα παίζει κίτρινη κοκτέηλ μουσική και η όπερα των φωνών ανεβαίνει ένα κλειδί ψηλότερα. Λεπτό το λεπτό το γέλιο γίνεται ευκολότερο, σκορπίζεται σπάταλα, προκαλείται απ’ το τίποτα. Οι παρέες αλλάζουν γρήγορα, διογκώνονται με νέες αφίξεις, διαλύονται και ανασχηματίζονται στο άψε-σβήσε· κοριτσόπουλα περιφέρονται με αυτοπεποίθηση, κοντοστέκονται στα πηγαδάκια κι ύστερα απομακρύνονται, γίνονται για μια σπουδαία στιγμή το κέντρο μιας παρέας, κι έπειτα θριαμβευτικά, γλιστρούν ξανά στη μαγεμένη θάλασσα των προσώπων, των φωνών και των χρωμάτων, στην πανδαισία των φώτων.

Ξαφνικά, μια απ’ αυτές τις αθιγγανίδες, ιριδίζουσα σαν οπάλιο, αρπάζει στον άερα ένα κοκτέηλ, το κατεβάζει μονορούφι για να πάρει θάρρος και, κουνώντας τα χέρια της όπως ο Τζο Φρίσκο, χορεύει μόνη της στην πίστα με το κανναβάτσο. Προς στιγμήν πέφτει σιωπή· ο μαέστρος πρόθυμα αλλάζει τον ρυθμό της ορχήστρας κι αμέσως γίνεται ένα σούσουρο καθώς κυκλοφορεί η ανυπόστατη φήμη ότι είναι η αντικαταστάτρια της Γκίλντα Γκρέυ στο Follies. Το πάρτυ έχει αρχίσει.

 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.