ΘΕΑΤΡΟ«Ο ήχος του όπλου»: ‘Ισως ακούγεται πολύ δυνατά

«Ο ήχος του όπλου»: ‘Ισως ακούγεται πολύ δυνατά

Το σπουδαίο έργο της Λούλας Αναγνωστάκη ανεβαίνει στο Θέατρο «Σταθμός». Παρά τις σκηνικές αστοχίες, η εκ νέου συνάντηση με ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου αποζημιώνει το θεατή. Γράφει η Όλγα Σελλά.

Οταν βλέπει κανείς παραστάσεις με έργα της Λούλας Αναγνωστάκη (που ευτυχώς παίζονται διαρκώς), το πρώτο πράγμα το οποίο τον καθηλώνει είναι το έργο της. Το κάθε έργο της. Γιατί στο κάθε κείμενό της διακρίνει (και ανατριχιάζει με) τη διορατικότητα της γραφής, τη διάρκεια των χαρακτήρων, την εύστοχη «ανάγνωση» συμπεριφορών αυτού του τόπου που δεν είναι στιγμιαίες, «το ψυχογράφημα του σύγχρονου Ελληνα σε άμεση σχέση με την πορεία της ιστορίας του (…) τα προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα, το αβάσταχτο συναίσθημα της ήττας, τη μοναξιά, την αδυναμία επικοινωνίας, τα ενοχικά συμπλέγματα, τα ηθικά βάρη», τον τρόπο που όλα αυτά γίνονται θεατρικό κείμενο. 

Πρώτο κέρδος, λοιπόν, από κάθε παράσταση που παρουσιάζει έργο της Λούλας Αναγνωστάκη είναι το ίδιο το έργο. Οσες φορές κι αν το έχει δει κανείς. Αυτή τη φορά είδα τον «Ηχο του όπλου», έργο που έγραψε η συγγραφέας το 1987, στη διάρκεια της δεύτερης τετραετίας της «Αλλαγής» και του ΠΑΣΟΚ, έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Θέατρο Τέχνης τότε ακριβώς, το 1987, και έμελλε να είναι η τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν. Από τότε το έργο έχει παρουσιαστεί άλλες δέκα φορές, κυρίως σε ΔΗΠΕΘΕ. Μου έκανε εντύπωση που το έργο κυρίως επιλέγεται από θέατρα της περιφέρειας. Ισως γιατί η διάσταση των «αστικών» επιλογών και των «επαρχιακών αντιλήψεων» που το διατρέχουν και το βασανίζουν είναι από το πιο αναγνώσιμα και αναγνωρίσιμα στοιχεία του. Ισως…

Αυτή τη φορά «Ο ήχος του όπλου» παρουσιάζεται στο , έναν ζεστό και φιλόξενο χώρο που ανέλαβε από πέρυσι ο Μάνος Καρατζογιάννης, στου οποίου τη σκέψη και την καλλιτεχνική του ζωή η Λούλα Αναγνωστάκη έχει ιδιαίτερη επίδραση . Σκηνοθετεί ο ίδιος τον «Ηχο του όπλου» και έχει παίξει ως ηθοποιός σε κάποια από τα έργα της. Και ήταν ο άνθρωπος που επιμελήθηκε το περασμένο καλοκαίρι την καταπληκτική έκθεση-αφιέρωμα στο έργο της, στο Φεστιβάλ Αθηνών. 

Το πρώτο πράγμα που επιχειρεί να κάνει ο Μάνος Καρατζογιάννης είναι να αναδείξει τη διαχρονία του κειμένου. Και το πραγματοποιεί κατ’ αρχήν με τα σκηνικά (Γιάννης Αρβανίτης),  στήνοντας με παλέτες τους χώρους της μεσοαστικών διαμερισμάτων της δεκαετίας του ’80 κάπου στην Αθήνα. Εικόνα που θυμίζει ασφαλώς σημερινά φοιτητικά διαμερίσματα, αλλά είπαμε: η διαχρονία. Μόνο οι αφίσες παραπέμπουν στην εποχή και ο Μαρξ που ονοματίζεται… Μπακούνιν, από τον βιαστικό επαναστάτη. Το πλαίσιο της εποχής είναι εκείνο, των παραμονών των εκλογών του 1985, και σ’ αυτό το σημείο μένει απολύτως πιστός ο Μάνος Καρατζογιάννης στο πλαίσιο που η Λούλα Αναγνωστάκη είχε θέσει στο έργο: ήχοι προεκλογικών συγκεντρώσεων, μουσικές της εποχής, που ασφαλώς σήμερα λειτουργούν ως αναμνήσεις. Μακρινές; Αναμνήσεις που υπογραμμίζονται με την εναρκτήρια μουσική, του Λουκιανού Κηλαηδόνη« Φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια»… (επιμέλεια μουσικής, Αντώνης Παπακωνσταντίνου). 

Η σκηνή του θεάτρου «Σταθμός» χωρίζεται (όχι επιτυχημένα) σε δύο διαμερίσματα, χωρίζεται νοητά δηλαδή, μ’ έναν διάδρομο-γέφυρα στη μέση. Από τη μια πλευρά το διαμέρισμα της Φανής, της νεαρής γυναίκας που αναζητεί τη χειραφέτησή της στο πνεύμα της εποχής, αλλά δεν το έχει καλοχωνέψει (Βασιλική Τρουφάκου), μάλλον το παπαγαλίζει, παρότι το αναζητά. Μοιράζεται το διαμέρισμα με τον εδώ και λίγους μήνες σύντροφό της, τον Μιχάλη (Αγησίλαος Μικελάτος), ένα παιδί γύρω στα 20 που φαίνεται να μη χωράει πουθενά. Ούτε στη σχέση που έχει, ούτε στο παιδί που περιμένει από τη Φανή και προφανώς τον πανικοβάλλει, ούτε στο μέλλον που προδιαγράφεται όπως δεν το έχει σχεδιάσει και φανταστεί… Η Φανή έχει έναν μικρό αδελφό, τον Γιαννούκο (Κώστας Νικούλι), που λόγω της συγκατοίκησης του ζευγαριού έχει βολευτεί στη φοιτητική γκαρσονιέρα του επαρχιώτη Μιχάλη, στην ίδια πολυκατοικία. Κάπου εκεί δίπλα μένει η Μαρίκα (Τζένη Σκαρλάτου), μια ώριμη γυναίκα γύρω στα 45, χαρούμενη, αισιόδοξη, που βιώνει τις αλλαγές της εποχής της και στις προσωπικές της επιλογές, που έχει αποδιώξει τους καθωσπρεπισμούς της τάξης, της καταγωγής και της ηλικίας της. Και λίγες μέρες πριν τις εκλογές φτάνει στην Αθήνα από τον τόπο καταγωγής του Μιχάλη η μητέρα του, η Κάτια (Πέγκυ Σταθακοπούλου), για να ψηφίσει, και όλα ανακατεύονται. Αυτό που κυρίως περιγράφεται διακριτά είναι τα μετεμφυλιακά υπόλοιπα (στο πρόσωπο ενός μη παρόντος επί σκηνής ήρωα, του άντρα της Κάτιας και πατέρα του Μιχάλη -του Δημήτρη-, που υπήρξε δεξιός αλλά τώρα είναι ακραιφνώς ΠΑΣΟΚ). Οι αβασάνιστες εναλλαγές των επιλογών, η διαδρομή με το «ρεύμα», η «γοητεία» της εξουσίας, η ελληνική κοινωνία, τότε, τώρα, πάντα. Ισως αυτός ο Δημήτρης, που ποτέ δεν παρουσιάζεται επί σκηνής, ο πατέρας του Μιχάλη και σύζυγος της Κάτιας, να είναι το πρόσωπο-κλειδί σε όλο το έργο. Μαζί με τον αντίποδά του, τη Μαρίκα.

Τίποτα δεν ξέρουν οι γονείς του Μιχάλη από την πραγματικότητα της ζωής του -και φυσικά από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του. Η απόσταση και η απουσία επικοινωνίας και επαφής, σε πρώτο πλάνο. Η Κάτια -παλιά φίλη της Μαρίκας- σιγά σιγά μαθαίνει ότι ο γιος της έχει σχέση, ότι περιμένει παιδί και ότι σκέφτεται ν’ αφήσει τα πάντα πίσω του και να την κάνει για την Αμερική!  Μέσα σ’ όλο αυτό το ανακάτεμα υπάρχει κι ένα όπλο, που έφτασε με αλλόκοτο τροπο στα χέρια του εύπιστου και παρορμητικού Γιαννούκου και δεν ξέρει τι να το κάνει, αλλά την ίδια στιγμή γοητεύεται που το κατέχει και του δίνει την αίσθηση της υπεροχής που δεν έχει η ηλικία του. Ξαφνικά βρίσκονται όλοι ενώπιος ενωπίω. Ο Μιχάλης με τις επιθυμίες και τα όνειρά του, η Κάτια με ό,τι την συντρίβει σ’ έναν γάμο νεκρό και με μια κορη καταθλιπτική που έχει αφήσει πίσω και δεν ξέρει να το διαχειριστεί, αφού ποτέ δεν έχει αναλάβει ευθύνες, η Φανή χαμένη μέσα στις ασταθείς και αβαθείς φεμινιστικές διακηρύξεις της, ο Γιαννούκος με τις φοβίες και τις ψευτομαγκιές του και με μια εξιδανίκευση της βίας, που θυμίζει πολύ ζοφερές σημερινές καταστάσεις, απ’ όποιο άκρο θέλει να το δει κανείς. Κάπου εκεί δίπλα, σχεδόν απών, ο Ηλίας, ο επίσημος σύντροφος της Μαρίκας, ένας παλιός αριστερός (Σταύρος Μερμήγκης), ασφαλώς ΠΑΣΟΚ, πλέον. Και μόνο η Μαρίκα πατάει σταθερά στα πόδια της, ξέρει πού ζει και γιατί επιλέγει ό,τι επιλέγει και είναι η μόνη που καταφέρνει να συνομιλεί με όλους και να την εμπιστεύονται όλοι. Είναι η ουσιαστική γέφυρα στο μεταίχμιο των εποχών, των αντιλήψεων, των επιθυμιών, των αδιεξόδων. Και είναι επίσης η μόνη που ενστερνίζεται τις πολιτισμικές αλλαγές της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τις ζει και τις χαίρεται. 

Αν όλα αυτά φαίνονται εικόνες του 1985, φοβάμαι ότι δεν είναι. Φοβάμαι ότι είναι και εικόνες σημερινές, με κάποιες επιφανειακές ψιλοαλλαγές. Το υπογραμμίζει έξυπνα ο Μάνος Καρατζογιάννης «πειράζοντας» εύστοχα τη φωνή του πολιτικού αρχηγού που ακούγεται. Η Λούλα Αναγνωστάκη δεν περιγράφει μόνο τη στιγμή της ιστορίας, «αποτυπώνει την ατμόσφαιρα μιας μεταιχμιακής εποχής, όπου οι σχέσεις των ανθρώπων, οι παραδοσιακές αξίες και τα ιδανικά της νεοελληνικής κοινωνίας έχουν διαταραχθεί». Προφανώς δεν μιλάει μόνο για το τότε. Προφανώς είναι διακριτά τα χαρακτηριστικά του σήμερα. Κι αυτή είναι, πάντα, η γοητεία του έργου της.

Ο Μάνος Καρατζογιάννης αναδεικνύει το έργο, τις μεταπτώσεις των ηρώων, τα αδιέξοδά τους, και το κάνει καλά, επειδή γνωρίζει πολύ καλά το σύμπαν της Λούλας Αναγνωστάκη. Βγαίνοντας από την παράσταση είχα κυρίως στο νου μου και στην ψυχή μου όσα έθιξε η Λούλα Αναγνωστάκη στο έργο της, που τα είδα πολύ καθαρά στην παράσταση, αλλά είχα αντιρρήσεις ως προς τη σκηνική τους παρουσίαση. 

Το έργο ξεκινά κάπως στατικά και οι σχέσεις κορυφώνονται σταδιακά, έτσι όπως εξελίσσεται η ιστορία. Αλλά πιστεύω ότι δεν υπήρξε το κατάλληλο μέτρο σε όλες τις στιγμές. Ο νεαρός Κώστας Νικούλι έχει ταλέντο, έχει πάθος, θα πρέπει να δουλέψει περισσότερο τη φωνή του, αλλά έχανε το μέτρο της ερμηνείας αρκετές φορές. Οι αντιδράσεις του δεν θυμίζουν μόνο νέο του 1985, αλλά και ανερμάτιστο έφηβο του σήμερα που γοητεύεται από τη βία και την ισχύ, κι αυτό είναι μία από τις ισχυρές στιγμές της παράστασης. Ο Αγησίλαος Μικελάτος, ο Μιχάλης αυτής της παράστασης,  ερμήνευσε με βάθος το ρόλο του, έδειξε κάθε στιγμή -στο πρόσωπο, στα μάτια, στις κινήσεις του- το αδιέξοδο, το φόβο, τις αναζητήσεις που δεν ξέρει ακριβώς ποιες είναι. Η Πέγκυ Σταθακοπούλου παρουσιάζει την καθώς πρέπει Κάτια, την λογοκριμένη, αυτολογοκριμένη και καταπιεσμένη, ερωτικά και κοινωνικά, που για πρώτη φορά μετά από χρόνια λειτουργεί μόνη της. Η ερμηνεία της βρίσκει το βάθος και το μέτρο του ρόλου προς το τέλος, όταν όλα πια τα ξέρει, όταν πια όλα τα παραδέχεται, όταν εκτίθεται στον εαυτό της και στο γιο της, αλλά δεν αποτυπώνονται όσο πρέπει οι αποχρώσεις του ρόλου στη διάρκεια της παράστασης. Η Βασιλική Τρουφάκου παρουσιάζει την εμπλοκή της νέας γυναίκας της εποχής της, που γοητεύεται από την επιθυμία για αυτοδιάθεση, αλλά θέλει και την ασφάλεια του γάμου, ρόλος που δεν παρουσιάζεται εύστοχα σε όλες τις στιγμές της. Ο Σταύρος Μερμήγκης φωτίστηκε πολύ λίγο, κυρίως στο πάρτι της κρεπάλης και της μέθης από την κομματική νίκη, αλλά δεν φάνηκε η σχέση του παλιού κομμουνιστή με το μεταπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ. Η Τζένη Σκαρλάτου ήταν μια απολαυστική Μαρίκα, που έδειχνε να έχει μελετήσει καλά τις Μαρίκες της εποχής, εκείνες που λειτουργούν με το ένστικτο και την ψυχή, τις αποφασισμένες και τις κερδισμένες τελικά, που κρατούν όμως πάντα το συναίσθημα,  την ευαισθησία, παρά τη φαινομενική ελαφρότητα. 

Ο Μάνος Καρατζογιάννης μας κάλεσε να δούμε, να θυμηθούμε ή να γνωρίσουμε, να σκεφτούμε ασφαλώς, πάνω σ’ ένα από τα σπουδαιότερα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη, με καθαρότητα. Παρά τις σκηνικές αστοχίες. Προσπάθησε να αποδώσει τη διαχρονία του κειμένου, αλλά αρκετές φορές τον «πρόδωσαν» όσα δεν έχει βιώσει. Γι’ αυτό και έδωσε περισσότερο θόρυβο (αυτόν που υπάρχει στο σήμερα) και λιγότερο βάθος κυρίως στις ερμηνείες. Μου έλειψε η ουσιαστική σκηνογραφική συνδρομή για όσα συμβαίνουν στο έργο, μου έλειψαν περισσότερες αποχρώσεις σε κάποιες από τις ερμηνείες, μου έλειψε μια πιο δυνατή «θερμοκρασία» στην παράσταση, που την βρήκε προς το τέλος κυρίως. Με αποζημίωσε η εκ νέου συνάντηση με ένα από τα σημαντικότερα κείμενα του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.

Info
Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης. Σκηνικά: Γιάννης Αρβανίτης. Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα. Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου. Μουσική: Αντώνης Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεύουν: Πέγκυ Σταθακοπούλου, Τζένη Σκαρλάτου, Βασιλική Τρουφάκου, Σταύρος Μερμήγκης, Αγησίλαος Μικελάτος, Κώστας Νικούλι.
Παραγωγή: Θεάτρου Σταθμός  – ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Σερρών
Φωτογραφίες: Νίκος Πανταζάρας
Θέατρο Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μετρό Μεταξουργείο). 
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Πέμπτη και Παρασκευή στις 9μ.μ., Σάββατο και Κυριακή στις 7 μ.μ. 
Διάρκεια 110 λεπτά. Μέχρι τις 21 Ιανουαρίου 2019

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.