Jiseul_still1_byJAPARIFilm_2012-11-24_08-25-34PM

Τείνω να πιστέψω πως το ανθρώπινο γένος δεν αξίζει περαιτέρω ευκαιριών από αυτές που ήδη του δόθηκαν. Μια συζήτηση που ακολούθησε την προβολή του Νησιού της Θλίψης με έκανε να αναλογιστώ τα υπάρχοντα σημάδια. Όσο περισσότερα μαθαίνει κανείς για τους ανθρώπους και τα καμώματά τους, καταλήγει να χάνει την πίστη στο ότι θα φτάσουμε σε μια καλύτερη μέρα. Η άγνοια ή η γνώση των όσων έχουν συμβεί, τελικά είναι περισσότερο επιζήμια;

Τα παραπάνω δεν θα είχαν τρυπώσει στη φαιά ουσία μου, αν δεν είχαν προηγηθεί οι τίτλοι τέλους της κορεάτικης παραγωγής Η ταινία του Μέουλ Ό αφορά σε πραγματικά, ελαφρώς παραλλαγμένα περιστατικά, τα οποία προκλήθηκαν για την πρόληψη της κομμουνιστικής απειλής, το Νοέμβρη του ’48 στην Κορέα. Ένα χωριό αναγκάζεται να εκκενωθεί, όταν τους στέλνεται εξώδικο, σύμφωνα με το οποίο όσοι εποικούν σε μια συγκεκριμένη απόσταση από την ακτή, θα εκτελούνται άμεσα ως κομμουνιστές.

Μια ομάδα κατοίκων του χωριού, θέλοντας να επιζήσει, κρύβεται για εξήντα ημέρες σε μια σπηλιά ενώ από πάνω τους μαίνεται το εμφυλιακό χάος και η καταβαράθρωση της λογικής στο όνομα της δίψας για αίμα.

Το μεγάλο προτέρημα της ταινίας έγκειται στο ότι, αν και αντιπολεμική, δεν παρουσιάζει μυριάδες ανώνυμων ανθρώπων που υποφέρουν από τον πόλεμο.

Έχοντας λάβει ένα Béla Tarrικό βάπτισμα σε συνδυασμό με τον αντίλαλο της Λίστας του Σίντλερ, το Νησί… εξετάζει το ζήτημα της ανθρώπινης κατάπτωσης σε καιρούς πολέμου. Μέσα στα κλειστοφοβικά του πλάνα, στη συμβολική τοπιογραφία του και στην περιστασιακή χρήση των αργόσυρτων πλάνων-σεκάνς, ξεδιπλώνεται ένα σύμπαν υπαρκτής δυστυχίας.

Με την άρτια χρήση ηχοληψίας και το λυρικά αιθέριο soundtrack διευκολύνεται το κρίσιμο «γιατί;» που θέλει να εκμαιεύσει από το θεατή. Η αξιοσημείωτη χρήση των έντονων χρωματικών αντιθέσεων, όχι μόνο σε αντικρουόμενες ακολουθίες, αλλά πολλές φορές και στο ίδιο πλάνο, καταδεικνύει με τρόπο περιεκτικό και σαφή την άποψη της ταινίας. Από το επίπονο λευκό περνάμε στο αποπνικτικό μαύρο. Ακόμα και οι μέσοι γκρίζοι τόνοι δεν εξομαλύνουν το διαρκές συναίσθημα αγωνίας και πόνου.

Παρεμβάλλοντας κλαδιά, δέντρα και καπνό μεταξύ της κάμερας και της δράσης που λαμβάνει χώρα στο προσκήνιο, αποκτά έναν τόνο εμφανώς ηδονοβλεπτικό και άμεσο, διοχετεύοντας στο θεατή την ατμόσφαιρα έλλειψης πιθανοτήτων διαφυγής από τις τραυματικές καταστάσεις που περνούν οι πρωταγωνιστές.

Το μεγάλο προτέρημα της ταινίας, ωστόσο, από την άποψη του περιεχομένου, έγκειται στο ότι, αν και αντιπολεμική, δεν παρουσιάζει μυριάδες ανώνυμων ανθρώπων που υποφέρουν από τον πόλεμο. Το κοινό γνωρίζεται, έστω και επιφανειακά, με τους πάσχοντες και τον σπαραγμό τους, που σε αντίθεση με την προβολή μιας μαζικής, απρόσωπης σφαγής, δημιουργεί μια συναισθηματική εγγύτητα μεταξύ θεατή και δεινοπαθούντων.

Με αυτόν τον τρόπο, αναδεικνύει σε τραγικό ήρωα τον απλό άνθρωπο που καταφέρνει να παραμείνει στοργικός παρά τα όσα ρυπαίνουν τον γύρω κόσμο, χωρίς να ακολουθεί το ρητό «στον πόλεμο υπάρχουν μόνο ηττημένοι», το οποίο με τη σειρά του ρέπει στο διδακτισμό. Και αυτό είναι η πεμπτουσία του αληθινού ανθρωπισμού.

Η πραγματική αποκάλυψη της χρονιάς, με ένα τέλος που μπορεί να κάνει και διαμάντια να λιώσουν από το ψυχικό άλγος. Ένα καλλιτέχνημα που συλλαμβάνει την ουσία της εμφύλιας σύρραξης στο μεδούλι της, χωρίς φανφάρες και faux κουλτούρα. Σίγουρα καθόλου ευφορικό, αλλά τόσο όμορφα προβληματισμένο που υπενθυμίζει την ουσία της πραγματικά σκεπτόμενης Τέχνης.