ΙΣΤΟΡΙΕΣΟ Νίκος Νικολαΐδης «τραγουδάει» ακόμα

Ο Νίκος Νικολαΐδης «τραγουδάει» ακόμα

Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του σπουδαίου δημιουργού που χάραξε την δική του πορεία στο ελληνικό σινεμά και όχι μόνο, μία γλυκιά συμμορία δικών του ανθρώπων, θυμούνται στιγμές της ζωής τους πλάι του. Με τρυφερότητα, αγάπη και νοσταλγία.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

«Μιλάω όταν έχω να πω κάτι σημαντικό. Ύστερα είμαι πολύ τεμπέλης. Πιστεύω ότι είμαι περισσότερο δημιουργικός στην τεμπελιά μου». Μοιάζει σχεδόν αδιανόητο ότι αυτές οι λέξεις βγήκαν κάποτε από το στόμα του Νίκου Νικολαΐδη, ενός ανθρώπου που ήταν μονίμως δημιουργικά αεικίνητος. Ενός ανθρώπου που μέσα από την κινηματογραφική του ματιά, μιλώντας για τον εαυτό του, μίλησε τελικά και για όλους εκείνους της γενιάς της Μεταπολίτευσης (και όχι μόνο) που «δεν χωρούσαν πουθενά» και έμπλεξε το film noir με τις προσωπικές του ενδόμυχες αναζητήσεις που επανεπισκεπτόταν σχεδόν εμμονικά. Ενός ανθρώπου που το σινεμά και η ζωή ήταν αχώριστα, καθώς το ίδιο το σπίτι του στην Κηφισιά ήταν ένας ολόκληρος κινηματογραφικός κόσμος μέσα στον οποίο συνέβαιναν τα πάντα. Ενός ανθρώπου που πέρα από το σινεμά άφησε τη σφραγίδα του και στη λογοτεχνία με το Μια Στεκιά στο Μάτι του Μοντεζούμα, μεταξύ άλλων. Ενός ανθρώπου, όπως θα έλεγε και ο Κωνσταντίνος από Τα Κουρέλια…, «μια ζωή μεταίωρου».

Στις 5 Σεπτεμβρίου του 2007 ο σπουδαίος δημιουργός έφυγε από τη ζωή. Πέθανε σχεδόν γελώντας, εξακολουθώντας μέχρι το τέλος της ζωής του να βλέπει βίντεο με τον αγαπημένο του Jerry Lewis. Δέκα χρόνια μετά, μερικοί από τους ανθρώπους που ήταν δίπλα του στο δημιουργικό του ταξίδι, θυμούνται τον δικό τους Νίκο.  

Ο Γιάννης Αγγελάκας θυμάται ότι με τον Νίκο Νικολαΐδη ήταν σαν «ερωτευμένοι σχιζοφρενείς»

Ο Γιάννης Αγγελάκας (αριστερά) μαζί με τον Νίκο Νικολαΐδη (δεξιά).

Αυτό που θυμάμαι είναι ότι με τον Νικολαΐδη ήμασταν σαν «ερωτευμένοι σχιζοφρενείς». Την μία μέρα δεν μιλούσαμε, την άλλη τα λέγαμε..Ήταν άνθρωπος έντονος, είμαι κι εγώ έντονος. Ούτε εγώ ούτε ο Νικολαΐδης ήμασταν τα καλύτερα παιδιά και είχαμε τις πλάκες μας. Αλλά πάντα τον σκέφτομαι με τρυφερότητα, αγάπη και νοσταλγία γιατί μου λείπει.

Ο Γιάννης Αγγελάκας ήταν ο «χαμένος» στο «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα» (2001) ενώ έγραψε και τη μουσική για την ταινία.

 

Η Michele Valley θυμάται ένα απόσπασμα από την Πρωινή Περίπολο

1987-2007-2017
«Το ποτάμι είναι μακριά ακόμα
και ο χρόνος έχει αρχίσει πάλι και κυλάει.
Απλά το διαισθάνομαι γιατί δεν έχω ρολοί. Άλλωστε τα ρολόγια δεν είναι φτιαγμένα για να μετράνε αυτού του είδους του χρόνου.
Συχνά βλέπω το πρόσωπό του να βγαίνει από το σκοτάδι και να με πλησιάζει.
Τότε και εγώ πάω να τον συναντήσω, αλλά είναι πολύ αργά το απόγευμα, ο ήλιος χάνεται, το σκοτάδι πέφτει γρήγορα και δεν υπάρχει πια πρόσωπο, δεν υπάρχει τίποτα κι εγώ δεν βρίσκομαι πια εκεί.»

Πρωινή Περίπολος (1987)
H Michelle Valley ήταν η «γυναίκα» στην «Πρωινή Περίπολο» (1987), η μητέρα στο «Singapore Sling: Ο Άνθρωπος που Αγάπησε Ένα Πτώμα» (1990) και η νεκρή μητέρα στο «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα» (2001).


Η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου Νικολαΐδου θυμάται εκείνο το πρωινό που παντρεύτηκαν

Φεβρουάριος  1978. Ξυπνάμε βιαστικά πρωί πρωί, τα παιδιά – η Θεοδώρα οκτώ κι ο Συμεών τρία – να ντυθούνε, να φάνε πρωινό, ο Νίκος να ετοιμαστεί, καφεδάκι, τσιγαράκι κι εγώ όπως πάντα τελευταία, αφού μάζεψα τα πρωινά, καθάρισα τη κουζίνα, μπάνιο, λούσιμο, λίγο μπλε στα μάτια, κολώνια και φύγαμε! Είχαμε υποσχεθεί στα παιδιά ότι θα ήταν μια ξεχωριστή μέρα η σημερινή… έκπληξη!  Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και πατάω γκάζι γιατί είχαμε αργήσει…

-Τα λουλούδια; με ξαφνιάζει ο Νίκος.
-Ποιά λουλούδια; τον ρωτάω.
-Τα δικά σου!
-Άστα τώρα, έχουμε αργήσει!

Φτάνουμε στο εκκλησάκι κι εκεί μας περίμενε ο πατέρας του κρατώντας ένα μπουκέτο πανέμορφα αγριολούλουδα! Έτσι παντρεύτηκαμε ένα πρωινό του Φλεβάρη με παπά και με κουμπάρο, βιαστικά και γεμάτο έρωτα!

Μετά από τρεις μήνες βαφτίσαμε τον Συμεών – το όνομα που είχα διαλέξει το 1966, όταν πρωτοδιάβασα την νουβέλα του Ο Συμεών στον Άδη.

Η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου Νικολαΐδου ήταν η σύζυγος του Νίκου Νικολαίδη. Εκτός αυτού, ήταν υπεύθυνη για τα σκηνικά και τα κοστούμια για όλες τις ταινίες του από την «Ευριδίκη ΒΑ 2037» (1975) και έπειτα και είχε αναλάβει την εκτέλεση παραγωγής σχεδόν σε όλες τις ταινίες του.

Ο Παναγιώτης Θανασούλης «θυμάται το μέλλον»

Singapore Sling: Ο άνθρωπος που αγάπησε ένα πτώμα (1990)

Μπορεί να επηρεάσει η τέχνη τη ροή του κοσμικού γίγνεσθαι; Μάλλον όχι. Επειδή ακριβώς η τέχνη περιέχεται εντός του ως γέννημά του μα και τροφή του. Κι από αυτή τη σαρκοβόρα μήτρα η τέχνη παρατηρεί, συναισθάνεται, θαυμάζει, φρίττει, φλυαρεί, ανακαλύπτει, σπρώχνει μικρόκοσμους να αναδυθούν στο φως της κατανόησης. Εν τέλει ζυμώνει με τα υλικά της αντίληψης μικρά αντίδωρα για τους πιστούς.

Οι άλλοι, οι «άπιστοι», έτσι κι αλλιώς έχουν ήδη πιει το νερό μιας αθανασίας και δεν ενδιαφέρονται και πολύ για τις ροές της σαρκότητας και του αίματος.

Να ‘μαστε λοιπόν. Νίκος Νικολαΐδης.

«Με το ένα πόδι στον κόσμο αυτόν μα όχι από αυτόν. Με το άλλο πόδι σε ποιον κόσμο;»

Σίγουρα θα γέλαγε καυστικά, έτσι όπως ήταν προσγειωμένος και άγρυπνος, με όλες αυτές τις μικρές ανθρώπινες άπνοιες και σκοτεινές εμπλοκές. Την ίδια στιγμή όμως, και μάλλον ντροπαλά, θα του άρεσε.

Κι αυτό γιατί νομίζω πως ό,τι συμβαίνει τώρα περιεχόταν στις γνήσιες στιγμές συντροφικότητας, συνεργασίας και ευδαιμονίας, κάποιες φορές, που ζήσαμε.

Κινήθηκε, στην τέχνη του, ανάμεσα στη βία του εσώτερου περιβάλλοντός μας και τη βία που ασκεί το έξω περιβάλλον στον άνθρωπο.

Δεν χωρούσε στο αδιανόητο χάος της ανθρώπινης κανονικότητας.

Επέλεξε να εκτελέσει ταυτόχρονα «αντίθετες» χορογραφίες και κατάφερε να οργανωθεί έτσι ώστε να συνθέσει δύσκολα έργα, ενώ συνάμα άντεχε τον ήχο του ποδοβολητού του πλήθους.

Ο χρόνος γνωρίζει και μπορεί να χωνεύει το έργο και τον καλλιτέχνη – και μας ξαναδίνει πίσω μερικά μασημένα κομμάτια της ψυχής του μήπως και θυμηθούμε να θυμόμαστε.

Για τον Νίκο Νικολαΐδη λοιπόν ας θυμηθούμε το μέλλον.

Ο Παναγιώτης Θανασούλης συμμετείχε στη «Γλυκιά Συμμορία» (1983), ήταν ο Δεύτερος Φύλακας στην «Πρωινή Περίπολο» (1987) και ο Singapore Sling στην ομώνυμη ταινία.

H Αρχόντισσα Μαυρακάκη θυμάται τον πνευματικό μπαμπά της

The Zero Years (2005)

Όσο μεγαλώνω, συνειδητοποιώ πόσο σπάνιο είναι και πόσοι ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που έχουν χάρισμα, ομορφιά ψυχής και πνεύματος, που ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους και που θα σε στιγματίσουν. Άνθρωποι που θα είναι σταθμός στη ζωή σου άσχετα από επαγγέλματα, συνεργασίες και δουλειές.

Ο Νίκος Νικολαΐδης είναι ένας από αυτούς. Γιατί ο Νίκος ήταν, είναι και θα είναι πάντα ένα φωτεινό, αιώνιο παιδί-θαύμα. Ένας έφηβος που σε κέρδιζε όχι μόνο με το ταλέντο του αλλά με την ψυχή του, τη διαύγει;a και την καθαρότητα της σκέψης του,την αυθεντικότητά του, την αλητεία του. Όπως και οι ρόλοι στις ταινίες του, πήγαινε ενάντια στους κανόνες και τους καθωσπρεπισμούς, αλλά είχε μια μοναδική συνέπεια στη στάση ζωής και στις αρχές του.

Ήταν ένας μεγάλος σκηνοθέτης-δάσκαλος, τελειομανής και απόλυτος με μια σπάνια και μοναδική μαεστρία ως σκηνοθέτης, που σε κέρδιζε. Κάθε στιγμή μαζί του, κάθε πρόβα, κάθε γύρισμα, κάθε συζήτηση, ήταν ένα μεγάλο ταξίδι, ένα παιχνίδι, μια εμπειρία ζωής που ποτέ δεν ξεχνάς. Είχα την τύχη και την τιμή να τον γνωρίσω σε μικρή ηλικία και αισθάνομαι ότι του οφείλω πολλά. Ήταν ένας πνευματικός μπαμπάς για μένα και θα είναι πάντα. Πάντα θα τον έχω και θα τον κουβαλάω μέσα μου. Γιατί ο Νίκος Νικολαΐδης δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος σκηνοθέτης, αλλά ένας σπουδαίος άνθρωπος.

Η Αρχόντισσα Μαυρακάκη ήταν η Μάρω στο “The Zero Years” (2005).

Η Δώρα Μασκλαβάνου θυμάται μία συγκινητική χειρονομία 

Γλυκιά Συμμορία (1983)

Ο Νίκος Νικολαΐδης, ήταν πολύ γοητευτικός άνθρωπος. Αληθινά γοητευτικός. Και πολύ επίμονος γι’ αυτά που πίστευε. Πάνω από ένα χρόνο κράτησε η ιστορία της Γλυκιάς Συμμορίας. Θυμάμαι, ότι ποτέ, όλη αυτή την περίοδο, δεν είχαμε ούτε καν ακουμπηθεί. Περνούσαμε άπειρες ώρες στο σπίτι της Κηφισιάς, κοιμόμασταν συχνά εκεί οι ηθοποιοί, ήθελε να μας φιλοξενεί, παίζαμε με τη Θοδώρα και τον Συμεών, η Μαριλουίζ μας φρόντιζε με δυναμωτικά φαγητά, κάναμε βόλτες, πρόβες, συζητούσαμε, αλλά ποτέ δεν αγγιζόμασταν. Δεν υπήρχε με τον Νικολαΐδη αυτό το κλίμα των εύκολων καθημερινών διαχύσεων που συνηθίζεται. Κι αυτό έφτιαχνε άλλο ένα παραμύθι.

Όταν προβλήθηκε η Γλυκιά Συμμορία στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, ο κόσμος «γκρέμισε» την αίθουσα. Κρυβόμουν ανάμεσα στους άλλους ηθοποιούς στο θεωρείο της ταινίας. Ο Νικολαΐδης με χάϊδεψε στα μαλλιά. Αισθανόμενη τη χειρονομία του, κόντεψα να λιποθυμήσω. Τη θυμάμαι αυτή τη χειρονομία του Νίκου, σαν μοναδική και ακριβή από αυτόν που ήταν ο αληθινός σταρ της Γλυκιάς Συμμορίας.

Η Δώρα Μασκλαβάνου ήταν η Μαρίνα της «Γλυκιάς Συμμορίας» (1983).

Ο Τάκης Μόσχος θυμάται τότε που κρυφάκουσε τον Νίκο Νικολαΐδη να τον επαινεί

Γλυκιά Συμμορία (1983), (αριστερά) Τάκης Σπυριδάκης, (δεξιά) Τάκης Μόσχος

Καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων είχαμε μία σχέση που από την μία ήταν πολύ εγκάρδια και πολύ φιλική. Από την άλλη ήταν ένας δάσκαλος. Αντιλαμβανόμασταν ότι ήταν κάποιος σημαντικός άνθρωπος κι εμείς ήμασταν πρωτόβγαλτοι, μέσα στο άγχος, μέσα στην αμφιβολία.

Θυμάμαι μία χαρακτηριστική στιγμή, εγώ αλλάζω ρούχα στο βεστιάριο και χωρίς να το θέλω ακούω τον Νικολαΐδη να μιλάει με κάποιον –δεν θα τον ονομάσω, αν και κατάλαβα από τη φωνή του ποιός ήταν, ένα σημαντικός τέλος πάντων, παράγοντας του γυρίσματος- ο οποίος του έλεγε για μένα κάτι που είχε μέσα μία αμφιβολία. Αν θα τα βγάλω, αν δεν θα τα βγάλω πέρα, δεν του άρεσα, δεν τον έπειθα, κάτι τέτοιο που δεν το πολυάκουσα από την πλευρά του. Ακούω όμως τον Νίκο  να του απαντάει: «Θα τονεδείς όταν θα κάνουμε τη σκηνή στο γεφυράκι, τι ηθοποιάρα είναι ρε πούστη!».

Ο Τάκης Μόσχος ήταν ο Αργύρης από τη «Γλυκιά Συμμορία» (1983).
 

Ο Συμεών Νικολαΐδης θυμάται μερικές συμβουλές υποκριτικής 

Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα (2001)

Όταν ετοιμαζόμασταν για τα γυρίσματα της ταινίας Ο Χαμένος τα παίρνει όλα είχα διαβάσει το σενάριο και μου άρεσε πολύ η ιστορία. Καθόμασταν με τον Νίκο οι δυο μας στον καναπέ ένα βράδυ και προσπάθησε με τον πιο απλό τρόπο να με καθησυχάσει, ξέροντας ότι ποτέ δεν είχα παίξει σε οτιδήποτε. Και ναι, ήμουνα ανήσυχος.

Μου λέει: «Λοιπόν, Συμεών, ξέρεις, ρωτήσανε κάποτε τον Robert Mitchum (αγαπημένος του ηθοποιός) για το πώς είναι τόσο cool όταν παίζει μπροστά στη κάμερα και τί απάντησε;». «Η ηθοποιία είναι το πιο εύκολο πράγμα αρκεί να ξέρεις τα λόγια σου και να μην σκουντουφλάς στα έπιπλα!». Και γελάσαμε πολύ εκείνο το βράδυ.

Ο Συμεών Νικολαΐδης (Simon Bloom) είναι ο γιος του Νίκου Νικολαΐδη. Είναι όμως και ο «μικρός» στο «Ο Χαμένος Τα Παίρνει Όλα» (2001), βρίσκεται πίσω από τα κομμάτια “Wonderful World” από την ίδια ταινία και “In My Head” από την ταινία “The Zero Years” (2005), στην οποία είχε αναλάβει και την μουσική παραγωγή.

Ο Άλκης Παναγιωτίδης θυμάται ότι ο Νικολαΐδης τον μάγεψε

Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα (1979)

Ο Νικολαΐδης με λάτρευε, είχε πει ότι είμαι ο αγαπημένος του ηθοποιός, παρουσία όλων των άλλων συναδέλφων στο σπίτι του. Τι να πω, με τον άνθρωπο αυτό ζούσα. Ήταν ένας μεγαλοφυής άνθρωπος, ένας σπουδαίος κινηματογραφιστής που κακώς ζούσε σε αυτή την αδυσώπητη χώρα. Aν ζούσε στην Αμερική θα ήταν μεγάλη φίρμα. Μέγιστος!

Ο μέντορας μου, αυτό τα λέει όλα, δεν έχει σημασία να πω κάτι άλλο, τι να πω, ότι μια μέρα φάγαμε τυρόπιτες και γελάγαμε; Έχω κάνει 54 ταινίες και τώρα γυρίζω την 55η και από όλα αυτά τα πράγματα που έχω κάνει, ο Νίκος έχει την πρώτη θέση στην ψυχή και την καρδιά μου. Έχω ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό και έχουν δει πολλά τα μάτια μου, αλλά ο Νίκος ήταν ένας άνθρωπος που με γοήτευσε, με μάγευσε, με προβλημάτισε, με συγκίνησε, με θύμωσε. Τι συμβαίνουν στις σχέσεις; Ε, όλα αυτά.  

Ο Άλκης Παναγιωτίδης ήταν ο Άλκης από «Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» (1979), ο Ξάνθος της «Γλυκιάς Συμμορίας» (1983) και εμφανίστηκε στο “The Zero Years”(2005).

Η Έφη Παπαζαχαρίου θυμάται την πρώτη και την τελευταία τους συνάντηση 

Η Έφη Παπαζαχαρίου μαζί με τον Γιώργο Χατζηνάσιο που επένδυσε μουσικά τη Γλυκιά Συμμορία (1983) και την Πρωινή Περίπολο (1987), στο αφιέρωμα για τον Νίκο Νικολαΐδη  στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος το καλοκαίρι του 2011.

Η τελευταία φορά – η πρώτη φορά… 

Τέλη Ιουλίου, αρχές Αυγούστου, δεν θυμάμαι ακριβώς, με φώναξε να μου δώσει τον Μοντεζούμα. «Είσαι ο δεύτερος άνθρωπος που το δίνω να το διαβάσει», μου είπε και ένιωσα κάτι να με διαπερνά, το θυμάμαι καλά αυτό. Ήταν απόγευμα – είχα αργήσει όπως πάντα. Είχε πολύ φως ακόμη, καθόμασταν έξω στο αίθριο του σπιτιού, αυτού του τόσο αγαπημένου σπιτιού που είχα φάει, πιει, μιλήσει, δουλέψει και γελάσει τόσες μέρες και νύχτες. Δίπλα του, στην άκρη του μακρόστενου ξύλινου τραπεζιού, η Μαρί Λουίζ με κοίταζε χαμογελώντας, έχοντας βάλει ήδη μπροστά μου καμιά δεκαριά μπολάκια με διάφορα, όπως έκανε πάντα σε όσους μπαινόβγαιναν διαρκώς στο σπίτι. Ακόμη κι αν ήμουν πάνω από δέκα χρόνια φίλη και συνεργάτης, ένιωσα κάτι παραπάνω από τιμή που μου εμπιστευόταν, τόσο απλά, το χειρόγραφό του, εκείνος που θεωρούσα -και θεωρώ- πνευματικό μου πατέρα. Αλλά έτσι ήταν ο ΝΝ –απρόβλεπτος, αφοσιωμένος στους ανθρώπους που είχε γύρω του, πάντα γεμάτος πίστη στους νέους.

Τον κοίταξα. «Πρώτα όμως θα ξαναδιαβάσω τον Οργισμένο Βαλκάνιο» του είπα. Δεν ξέρω πως μου ήρθε αυτό, πραγματικά δεν ξέρω. Απόρησε, αλλά δεν θυμάμαι αν είπε κάτι. Ο Οργισμένος Βαλκάνιος σφράγισε την εφηβεία μου, πήρε το μυαλό μου, το άνοιξε στα δύο, κι έβαλε δίπλα στις μουσικές των Stones, Doors, Zeppelin, Clash, Floyd, Stranglers όλα όσα έψαχνα μανιωδώς να βρω και ακόμη περισσότερο, να εξηγήσω. Με τον Βαλκάνιο στη μασχάλη έκανα την πρώτη μου επανάσταση, βρόντηξα την πόρτα κι εξαφανίστηκα για κάποιες ώρες από το σπίτι -και η μάνα μου που με είχε για μωρό ακόμη, με έψαχνε και με βρήκε στο προαύλιο του σχολείου μου γιατί δεν είχα που να πάω. Ο Βαλκάνιος, κάμποσα βιβλία και κάμποσες μουσικές ακόμη, με όρισαν για πάντα. Ο Βαλκάνιος ήταν το πρώτο μεγάλο τράνταγμα. Και ήταν η πρώτη φορά που, μέσα από αυτόν, «συνάντησα» τον Νίκο. Όταν στα 20 μου είδα την Γλυκιά Συμμορία, απογειώθηκα.

Εκείνο λοιπόν το ήσυχο καλοκαιρινό απόγευμα που όλα ήταν τόσο ωραία, ήταν η τελευταία φορά που τον είδα… Είναι τρελό αυτό που θα πω, αλλά το ένιωσα κιόλας ότι ήταν η τελευταία φορά που τον βλέπω. Ήθελα να το πω στην Μαρί Λουίζ, έβλεπα ένα σύννεφο ανησυχίας στο βάθος του ματιού της, να της πω να μην πάει για την εγχείρηση, αλλά δεν το είπα. Κράτησα το λόγο μου και, όσο κι αν με έτρωγε να διαβάσω τον Μοντεζούμα, ξαναδιάβασα πρώτα μονορούφι τον Βαλκάνιο. Μετά έφυγα για την Λήμνο, τέλη Αυγούστου, διακοπές. Και ήταν στις 5 Σεπτεμβρίου, εκείνο το καυτό μεσημέρι καθώς κατηφορίζαμε με το αυτοκίνητο προς τη θάλασσα και είχα το χειρόγραφο, όπως κάθε μέρα, στα πόδια μου να το διαβάζω, που ήρθε το μήνυμα. Ακόμη, σήμερα, λυπάμαι τόσο που δεν πρόλαβα να του πω από κοντά πόσο μα πόσο πολύ μου άρεσε ο Μοντεζούμα

H Έφη Παπαζαχαρίου ήταν στενή φίλη και συνεργάτης του Νίκου Νικολαΐδη.

Η Βίκυ Χάρρις τον θυμάται κυρίως ως σπάνιο άνθρωπο

Θα Σε Δω στην Κόλαση, Αγάπη Μου (1999)

Πραγματικά έχω ατελείωτες εμπειρίες με τον κύριο Νικολαΐδη, κάθε μέρα ήταν μία εμπειρία μαζί του. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι έχω συνεργαστεί με αρκετούς αξιόλογους και ταλαντούχους ανθρώπους, αλλά ξεχωρίζω τον Νικολαΐδη νιώθοντας πολύ τυχερή για τον χρόνο που πέρασα μαζί του. Μιλάμε για μία προσωπικότητα που ήταν σπάνια και δεν υπερβάλλω καθόλου όταν το λέω. Σπάνιος και σαν άνθρωπος και σαν δημιουργός. Κυρίως σαν άνθρωπος.

Η Βίκυ Χάρρις ήταν η Έλσα στο «Θα Σε Δω στην Κόλαση Αγάπη Μου» (1999) και η Βίκυ στο “The Zero Years” (2005).

Η Βαλέρια Χριστοδουλίδου θυμάται έναν άνθρωπο που υπήρχε στον κόσμο μας αλλά δεν ζούσε μέσα σε αυτόν

Θα Σε Δω στην Κόλαση, Αγάπη Μου (1999)

Έτσι θυμάμαι τον Νίκο Νικολαΐδη. Να με φωνάζει Βαλεριάνα. Κι όταν καρέ καρέ διάβαζε κάθε μου βλέμμα, με την μοναδική του αντίληψη, διάλεγε να με πει Βαλεριάνες, σαν να μου λέει σε ξέρω καλά .

Μας δίδαξε σινεμά και μοιράστηκε μαζί μας ταινίες-θησαυρούς σε αυτόν τον τυχερό καναπέ που είχε ρουφήξει τόσες αμερικάνικες ταινίες του 50, σπάνιες cult ταινίες αλλά και ταινίες του αγαπημένου του Jerry Lewis που πάντα τις συνόδευε με το τρανταχτό του γέλιο. ‘Οποιος έχει γνωρίσει τον Νικολαΐδη, είμαι σίγουρη ότι ηχεί στα αυτιά του έντονα αυτή η ανάμνηση.

Έτσι θυμάμαι τον Νίκο Νικολαΐδη. Συντροφιά με τις αγαπημένες του μουσικές ή στο γραφείο του να γράφει στο computer τα λόγια της σκέψης του ή να σχεδιάζει το ντεκουπάζ της ταινίας έτσι όπως ποτέ δεν είχα ξαναδεί σε ελληνική ταινία να γίνεται.

Έτσι θυμάμαι τον Νίκο Νικολαΐδη. Με συνοδοιπόρο τη βασίλισσα της ζωής του, την Marie-Louise, την αιώνια ερωτευμένη έφηβη, τη χαρά της ζωής του, με τις μουσικές του, τις ταινίες του, το computer του, τα γραπτά του, τα σκυλιά του, τον κήπο του, τα λατρεμένα του παιδιά, να ζωγραφίζει το ταξίδι του εδώ, με τη μοναδική ματιά του και το ξεχωριστό του χιούμορ.

Ένας ιδιαίτερος άνθρωπος που υπήρχε στον κόσμο μας αλλά δεν ζούσε μέσα σε αυτόν. Δεν ανήκε σε αυτόν τον κόσμο και δεν του αρκούσε έτσι όπως είναι.

Ο δικός του κόσμος απλωνόταν στο χώρο και στο χρόνο σε σπασμένες ημερομηνίες και υγρό σχήμα.

Εκεί ζούσαν οι ηρωίδες του, αλλά και εμάς που τις ενσαρκώναμε ήθελε κοντά του να μας έχει. Αφοσιωμένες, εύθραυστες κι εύπλαστες. Tο ξέραμε καλά αυτό. Μια μυστική συνομωσία που δεν χρειάστηκε ποτέ να διαπραγματευτούμε ή να εξηγήσουμε, αρκούσε να μπούμε στη ροή. Έτσι μόνο, αυτή η ιστορία μπορούσε να έχει κάποια σημασία και έτσι οι σχέσεις έγιναν ισχυρές.

Με τη Βίκυ Χάρρις μετακομίσαμε στη Κηφισιά μήνες πριν τα γυρίσματα κι έπειτα ζήσαμε στο σπίτι της ταινίας στα Λεγραινά. Πλήρως προστατευμένες από συχνότητες που αποσυντονίζουν. Το μυαλό του ήταν μια κάμερα προβολής κι εμείς ζωντανά ολογράμματα.

Με τη Βίκυ δεν παίξαμε στην ταινία, ζήσαμε στην ταινία και από τότε οι δεσμοί είναι ισχυροί και η φιλία μας διαμάντι.

Μα και για εκείνον, τα βιβλία του και οι ταινίες του ήταν η ζωή του κι ενώ οι λέξεις και οι εικόνες του, κόβουν την ανάσα του αναγνώστη ή του θεατή, εκείνος έτσι μόνο μπορούσε την ανάσα του να ξεδιψάσει.

Για έναν περίεργο λόγο μπορούσα να τον συναντώ εκεί, τον καταλάβαινα κι αυτό κάποιες φορές στην αρχή τον ενοχλούσε. Τελικά με εμπιστεύτηκε και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα, γιατί πάντα ήξερα ότι ο Νίκος ήταν από εκείνες τις συναντήσεις στη ζωή που δεν είναι τυχαίες.

“…όταν το έδαφος γλιστράει κάτω από τα πόδια σου πρέπει αυτός που θα σε πιάσει ή θα σε σπρώξει παρακάτω, να είναι κάποιος που αγαπάς πολύ… μόνο τότε όλα αρχίζουν να έχουν κάποια σημασία. “
(Απόσπασμα από την ταινία «Θα σε δω στην Κόλαση, αγάπη μου».)

Η Βαλέρια Χριστοδουλίδου ήταν η Βέρα στο «Θα σε δω στην Κόλαση, αγάπη μου» (1999).
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.