ΒΙΒΛΙΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΝίκο Μάντη, πώς έγραψες το μυθιστόρημα της (νεο)Ελληνικής Παράνοιας;

Νίκο Μάντη, πώς έγραψες το μυθιστόρημα της (νεο)Ελληνικής Παράνοιας;

«Οι Τυφλοί», το πιο φιλόδοξο ελληνικό μυθιστόρημα εδώ και χρόνια χρησιμοποιεί ακόμα κι επιστημονική φαντασία για να διηγηθεί μια ιστορία αθηναϊκής περιπλάνησης από τη Χούντα μέχρι τους Αγανακτισμένους. Συνέντευξη στον Παναγιώτη Μένεγο.
Φωτογραφίες: Εύα Νταραρά/ FOSPHOTOS

Υπάρει ένα μυστικό για να απολαύσεις τους Τυφλούς. Να μην αποθαρρυνθείς από τις πρώτες 30-40 σελίδες. Γραμμένες σε εξαντλητικό μακροπερίοδο λόγο, υπηρετούν ένα εφιαλτικό stream of consciousness που εξουθενώνει. «Δεν υπάρχει άνθρωπος που ασχολείται με τη δημιουργία που να μην είναι ματαιόδοξος, που να μη θέλει να νιώσει λίγο Μικρός Θεός πλάθοντας κάτι εκ του μη όντος. Μου έχουν πει πολλοί ότι τους δυσκόλεψε το ξεκίνημα του βιβλίου. Είναι ένα κατώφλι, ένας μηχανισμός μύησης που, εκ των υστέρων νομίζω ότι, λειτουργεί. Είναι οι πιο γνήσιες σελίδες, δημιουργικά. Το υπόλοιπο, το ξέρασα” με βάση το αφηγηματικό μου πλάνο και πρώτη ύλη τον τεράστιο όγκο πληροφορίας που είχα συγκεντρώσει».


Ο Νίκος Μάντης, στο τέταρτό του μυθιστόρημα Οι Τυφλοί (εκδ. Καστανιώτη), έβαλε ψηλά τον πήχη. Δεν το αρνείται. Προσπάθησε, και κατηγορηματικά τα κατάφερε, να γράψει το μυθιστόρημα της Ελληνικής Παράνοιας, της μεγάλης (νεο)Ελληνικής Τύφλωσης για να μείνουμε πιστοί στον τίτλο.

Ένας άνεργος ηθοποιός αναζητά το κορίτσι που ερωτεύθηκε φευγαλέα σε μια Αθήνα που βράζει από τις ανάσες των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα. Ένας μυστηριώδης συλλέκτης με λογοκριτικό παρελθόν μοιάζει να έχει τα στοιχεία που θα τον βοηθήσουν στην αναζήτηση. Διαδηλώσεις και περιπλανήσεις από τα Εξάρχεια ως την περιοχή του Ρέντη κι από τη Μητρόπολη σε μια υπόγεια αστική ζούγκλα με τη μαυροφορεμένη φασιστική ρομφαία του «Διπλού Πέλεκυ» να κερδίζει έδαφος, χαμένη μέσα στον αθηναϊκό όχλο
Flash back – ένας νεαρός εύζωνας με τηλεπαθητικές ικανότητες αναστατώνει τις κιτς Γιορτές της Χούντας στο Καλλιμάρμαρο με την ικανότητά του να μπαίνει στο μυαλό των άλλων. Είναι το μήλο της έριδος για συνταγματάρχες, συνωμότες ταξίαρχους, ακόμα και μια ώριμη σταρ του ελληνικού θεάτρου που απολαμβάνει το σφρίγος της νεότητάς του. Μασώντας τα φύλλα ενός παραισθησιογόνου φυτού αιωρείται μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου και διατρέχει τέσσερις δεκαετίες ως πανταχού παρών.
Flash forward στα 80s – ένας ελληνομερικάνος, μετέπειτα υπάλληλος του ΔΝΤ, προσπαθεί να λύσει το μυστήριο του αιφνίδιου θανάτου του πατέρα του σε κοσμικό ελληνικό νησί. Γνωρίζει ύποπτες φάτσες, αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να εμπιστευθεί κανέναν κι αναρωτιέται αν μπορεί να εμπιστευθεί τον εαυτό του σε ένα περιβάλλον απόλυτης τύφλωσης.

Πατώντας ταυτόχρονα σε διαφορετικά τερέν. Οι Τυφλοί είναι ένας τρυφερός ύμνος στη συνωμοσιολογία, μια απόπειρα αστικής επιστημονικής φαντασίας, μια fiction καταγραφή της ανόδου του νεοφασισμού, ένα λογοτεχνικό ρεπορτάζ για τις μέρες των Αγανακτισμένων. Είναι όλα αυτά ξεχωριστά κι όλα αυτά μαζί, σε ένα μυθιστόρημα που, ανάλογης φιλοδοξίας νομίζω, έχουμε πολλά χρόνια να δούμε όμοιό του στην εγχώρια πεζογραφία. Όπως γράφει και το οπισθόφυλλο, είναι τελικά ένα βιβλίο για την «αφηγηση που δε γνωρίζει όρια, αλλά και για την ίδια την ηδονή της εξιστόρησης». Κι ο Μάντης, παρά ίσως κάποια εύκολα σχήματα που χρησιμοποιεί σε διάφορα σημεία για να μη χαθεί μέσα στους πολλαπλούς λαβύρινθούς του, είναι ένας προικισμένος παραμυθάς. Ο τρόπος με τον οποίο υφαίνει υποπλοκές, δεύτερους χαρακτήρες και ιστορίες μέσα στην ιστορία θυμίζει το ανάλογο κρεσέντο του Χρήστου Χωμενίδη στο μυθικό Σοφό Παιδί.
«Η μεγάλη φόρμα είναι κάτι που με απασχολούσε ανέκαθεν. Γοητεύομαι από τις μεγάλες αφηγήσεις και μπήκα στο γράψιμο με σκοπό κάποια στιγμή να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου στα μεγάλα μυθιστορήματα. Ο μακροπερίοδος λόγος προέκυψε. Είναι κάτι που επαναφευρίσκω, ας πούμε στο μέλλον θα ήθελα να γράψω κάτι εντελώς απογυμνωμένο. Θα ήθελα να γράψω κάτι απομονωμένο από το μονόλογο της εσωτερικής συνείδησης, να δω πως μπορεί να βγει. Οι Τυφλοί, ακριβώς επειδή διατρέχονται από την ιδέα της εσωτερικής κι εξωτερικής παράνοιας κι αναφέρονται σε ανθρώπους που πάσχουν και βρίσκονται στα όρια, ένιωσα ότι πρέπει να έχουν και μια λαβυρινθώδη γλώσσα που να υπηρετεί την λαβυρινθώδη πλοκή», λέει στο ξεκίνημα της κουβέντας μας.

Αναρωτιέμαι πώς ο ίδιος κατάφερε να κρατήσει μέσα του καθαρό τον μίτο της ιστορίας του, τον φαντάζομαι να στέκεται όρθιος μπροστά σε τοιχοκολλημένο σχεδιάγραμμα όπως κάνουν οι επιθεωρητές στα αγαπημένα μας αστυνομικά… «Είχα σχεδιάγραμμα, στον τοίχο του μυαλού μου. Όταν αρχίζεις να παράγεις μικροϊστορίες και υποπλοκές, αυτές γονιμοποιούνται και παράγουν συνεχώς καινούριες. Μερικές, μάλιστα, θα ήθελα να είναι αυτόνομες ιστορίες σε επόμενα βιβλία μου. Στην παρούσα φάση της ελληνικής λογοτεχνίας προωθούνται οι μικρές αφηγήσεις (νουβέλες και διηγήματα), το σύνδρομο διάσπασης προσοχής είναι μια πραγματικότητα ειδικά στις μικρές ηλικίες, η επικράτηση της εικόνας και της συντομίας στα σόσιαλ μίντια επίσης υπάρχει. Από την άλλη, εξακολουθούν να επιβιώνουν τα μεγάλα σύμπαντα π.χ. στη λογοτεχνία του φανταστικού (βλ. τα βιβλία του Μάρτιν) ή γίνονται συνέχεια ταινίες που μπαίνουν σε συστήματα αφηγήσεων όπως αυτές με τους ήρωες της Marvel. Δεν αισθάνθηκα, λοιπόν, ποτέ ότι γράφω κάτι που δε θα βρει το όποιο κοινό του». Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι πολλές οι οπτικές με τις οποίες μπορεί να δει κανείς το μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στις αρχές του καλοκαιριού. Η ερώτηση πρώτα πρέπει να γίνει στον δημιουργό…

– Για τι πράγμα ήθελες να γράψεις;
– Για την περιπλάνηση και την αναζήτηση στο κέντρο της Αθήνας.

«Ήθελα μια Αθήνα ιδωμένη ως λαβύρινθο, χρειαζόμουν το στοιχείο-κλειδί που θα την μετέτρεπε σε τέτοιον. Οι μεταπολιτευτικές ιστορίες, η συνωμοσιολογία, τα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας είναι τα κολωνάκια πάνω στα οποία έστησα μια υπερδομή. Ήθελα ήρωες που θα τρυγυρνάνε σαν τα κοτόπουλα στην Ιστορία. Αλλά και στις ίδιες τις ζωές τους, βρίσκοντας παράλληλα κάποιες νέες συντεταγμένες που θα είχαν λογική μόνο για τους ίδιους ή τους ομοίους τους. Για παράδειγμα, ο ληξαριθμικός τρόπος να περιπλανιέσαι σε μια πόλη αναζητώντας κρυφά νοήματα. Οργανωμένη παράνοια, δηλαδή.
Κάποιοι μπορεί να το δουν ως ένα βιβλίο πολιτικό, αντιφασιστικό ας πούμε. Θέλουν προσοχή τα υλικά της κατασκευής. Ήθελα όλα τα στοιχεία να έχουν εγκυρότητα. Εμένα ως συγγραφέα/αφηγητή με συμφέρει να φτιάξω κάτι που είναι ανοιχτό σε αναγνώσεις, δεν μπορώ να δώσω οριστικές λύσεις».


 

Στους Τυφλούς βασιλεύουν οι θεωρίες συνωμοσίας. Ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει τους θιασώτες τους ως «ψεκασμένους». Η προσέγγιση γίνεται με με συμπάθεια κι όχι με επικριτικό χλευασμό… «Εννοείται ότι αγαπάω τους συνωμοσιολάγνους, μου δίνουν άλλωστε το υλικό μου. Στο ίντερνετ μπορείς να βρεις τους πάντες και τα πάντα, από ληξαριθμικούς μέχρι πυθαγόρειους, ό,τι θες. Νομίζω, ότι οι άνθρωποι που διατυπώνουν όλες αυτές τις ψευδοεπιστημονικές αναλύσεις διαθέτουν υψηλό IQ, η μέθοδος με την οποία φτιάχνουν εναλλακτικές αφηγήσεις του πραγματικού κόσμου πάντα με γοήτευε. Στην περίπτωση του βιβλίου τους ευγνωμονώ γιατί μου πρόσφεραν ένα μεγάλο παραμύθι, για να φτιάξω με τη σειρά μου ένα ακόμα μεγαλύτερο. Αν τους πρόδιδα ή τους παρουσιάζα ως γραφικούς, θα έκανα ένα βιβλίο κοινωνικής κριτικής.
Οι θεωρίες συνωμοσίας αποτελούν επίσης έναν τρόπο να ικανοποιηθεί η μόνιμη ανθρώπινη απορία, προτάσσοντας ένα απλό κι εύληπτο “κέντρο”, απέναντι στην εγγενή πολυπλοκότητα του κόσμου. Το ίδιο αναλογικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισχύει και για τις αποδεκτές, mainstream ιδεολογίες στις μέρες μας, σε μια περίοδο γενικής αμηχανίας, τόσο στη χώρα μας όσο και παγκοσμίως. Αν δηλαδή κάποιος διάβαζε το βιβλίο ας πούμε σε 50 χρόνια από τώρα που είναι κι ο ευσεβής πόθος μου, θα ήθελα να το δει (κι) έτσι. Ως μια παραβολή για την πορεία στα τυφλά του σύγχρονου κόσμου».

Οι 598 πυκνογραμμένες σελίδες του «τούβλου» φαίνονται προϊόν τρομερά επίπονης έρευνας και σχολαστικής παρατήρησης. Ο Μάντης είναι εξωνυχιστικά ακριβολόγος, είτε αναφέρεται σε κάποια περίεργη θεωρία, είτε κάνει θεατρικές αναφορές ή ακόμα κι όταν περιγράφει απολαυστικά την Σόλωνος στην αρχή του βιβλίου… «Το γράψιμο μου πηρε δέκα μήνες. Ναι, έχει πολλή έρευνα αλλά δεν είναι ότι αποφάσισα ότι θα πάω π.χ. στην Εθνική Βιβλιοθήκη για να ψάξω κάτι. Από κει και πέρα, υπάρχουν και βιωματικά κομμάτι όπως π.χ. το κομματι του εύζωνα (αλλά και η ματιά του στην Αθήνα) από τον καιρό που εγώ υπηρέτησα».

Προς το τέλος, υπάρχει το κεφάλαιο «σύντομο μουσικό διάλειμμα». Όπως αναφέρεται κι από τον συγγραφέα στις ευχαριστίες, «προέκυψε από επιλογή και συρραφή παραλλαγμένων σχολίων που αναρτήθηκαν στο νήμα για τους “χρυσαυγίτες και τη μουσική τους” του ιστοχώρου indymedia». Έχοντας διατηρήσει τη μορφή της ιντερνετικής συνομιλίας, είναι αριστουργηματικό. Πρόκειται για μια υπέροχη και συνοπτική εξιστόρηση της εναλλακτικής Αθήνας της δεκαετίας του ’80. Εκεί που άτσαλα υιοθετημένες υποκουλτούρες έμπλεκαν εξίσου άτσαλα στο σημείο τομής του πρωτόφαντου τότε γηπεδικού και πολιτικού χουλιγκανισμού, των αντιπάλων μουσικών φυλών, αλλά και των διαφορών ανάμεσα στις αθηναϊκές γειτονιές. Το έμπειρο μάτι θα αναγνωρίσει ακόμα και πραγματικά πρόσωπα. Το κεφάλαιο είναι μια θαυμάσια παραβολή πώς η ανάγκη για το ανήκειν γίνεται έναυσμα στρατολόγησης, αλλά και μια πικρή διαπίστωση για το πόσο αθώα και περιθωριακής εμβέλειας μοιάζουν όλα αυτά σε σχέση με το σήμερα που το τέρας κατοικεί στη Βουλή.
«Είμαι “σχολιάκιας», μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτό το section στις ιστοσελίδες. Θεωρώ ότι δίνει το στίγμα μιας κοινωνίας ή ενός τόπου. Επομένως, “κυκλοφόρησα” πολύ σε ιντερνετικά μέρη που αφορούν τους ήρωές μου. Το κεφάλαιο, λοιπόν, με τα φόρουμ ήταν λοιπόν μια ιδέα που προέκυψε στην πορεία της συγγραφής. Θεώρησα ότι είναι μια μικρογραφία αυτού που συμβαίνει σε όλο το βιβλίο. “Έκλεψα”, ακόμα κι αμιγώς, κείμενα. Καλώς ή κακώς, αυτό το κεφάλαιο εξυπηρετεί τη θεωρία των δύο άκρων γιατί αναφέρεται σε ανθρώπους με παρόμοιες καταβολές που κάποια στιγμή π.χ. διαχωρίστηκαν ιδεολογικά ανάλογα με το χρώμα των κορδονιών στις αρβύλες τους. Ανιχνεύοντας κάποιες συνομιλίες, τις οποίες μετέφερα αυτούσιες, ένιωσα λίγο σαν να ζω “1000 + 1 μέρες στην Άγρια Αθήνα”. Και ήθελα ο Καρζής (σ.σ. ο εύζωνας ήρωας) να υπάρχει κάπου εκεί…».


Οι Τυφλοί αγγίζουν πολλές, ευαίσθητες πολιτικά, περιοχές. Ο Μάντης παίζει, όπως ανέφερε και πριν, συνεχώς στα όρια της θεωρίας των δύο άκρων. Γνωρίζει ότι αυτό είναι και το πεδίο που μπορεί άμεσα να του ασκηθεί κριτική προθέσεων…«Δε με ενδιέφερε να πω που ανήκω πολιτικά. Προτιμώ, λοιπόν, να μιλήσω για τη σύγχυση κι όχι να κουνήσω το δάχτυλο. Έχω τρεις μεγάλες σκηνές με πλήθη: Αγανακτισμένοι, γιορτές της Χούντας, βράδυ στο κοσμικό νησί. Η καθεμία εκφράζει τον Έλληνα σε τρεις διαφορετικές ιστορικές στιγμές. Απολαμβάνω το γεγονός ότι άνθρωποι διαφορετικών πολιτικών αποχρώσεων δίνουν δίκιο στο βιβλίο και συμφωνούν με την αίσθηση που βγάζει ότι δεν ξέρουμε πού πάμε. Δεν ξέρω αν απέφυγα να παίξω με τη θεωρία των δύο άκρων, αν κι αυτό ένα κλισέ είναι επίσης. Τώρα που το ξανασκέφτομαι, έχω καταλήξει ότι ένα μυθιστόρημα που βουτά στη νεοελληνική παράνοια δεν μπορεί να μην την ψάξει παντού, υπάρχει σε όλους τους πολιτικούς χώρους. Παράνοια δεν είναι μόνο το “θα πάρουμε την Πόλη και την Αγια Σοφιά”, αλλά και το «θα γκρεμίσoυμε τον καπιταλισμό με έδρα την Ελλάδα”».

Δεν ισχυρίζομαι ότι οι Έλληνες είμαστε οι μόνοι τρελοί στο χωριό, με την στροφή που έχει πάρει ο καπιταλισμός όλο το χωριό έχει γίνει τρελό. Εγώ ήθελα να μιλήσω για τη δική μας τρέλα.

Είναι το παρελθόν, και η σχέση μας με αυτό, ο βασικος πυλώνας που προκαλεί την τύφλωση; «Αυτή η αμετροέπεια, ναι, νομίζω ότι πηγάζει από την σχέση μας με την αρχαία Ελλάδα και μας κάνει να κορδωνόμαστε ως άνθρωποι των μεγάλων αποφάσεων. Έχουμε το σύνδρομο του μικρομέγαλου, κάποιου που το πρωί τρώει φάπες π.χ. από τον Σόιμπλε ή τον Ντάισελμπλουμ και το βράδυ νιώθει σούπερ ήρωας. Βλέπω και μια νοοτροπία θυματοποίησης παντού – ένας λαός σε αποδρομή που έχει αναπτύξει σύνδρομο καταδίωξης. Από στο σχολείο μας μαθαίνουν να αντιμετωπίζουμε την κοινωνία, την ιστορία, την πολιτική με τρόπο μεγαλεπήβολο πάντα στο εκκρεμές μεγάλες επιτυχίες – μεγάλες καταστροφές». Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε οι μόνοι τρελοί στο χωριό, με την στροφή που έχει πάρει ο καπιταλισμός όλο το χωριό έχει γίνει τρελό. Εγώ ήθελα να μιλήσω για τη δική μας τρέλα».

Όταν έχεις άνοιξει τόσα μέτωπα, «συρτάρια» τα αποκαλεί ο Μάντης, στην πορεία της αφήγησης, πώς μπορείς να την κλείσεις; Να μην αφήσεις τίποτα ανοιχτό, δικαιώνοντας τον «κόπο» του αναγνώστη (υπάρχει και το σύνδρομο Lost, μην ξεχνάμε); Ήξερε το φινάλε από την αρχή ή το βρήκε από την πορεία; «Δε θέλω να αποκαλύψω περισσότερα για να μη χαλάσω την εμπειρία της ανάγνωσης, αλλά όταν έγινε το κλικ και βρήκα ένα συγκεκριμένο αφηγηματικό εύρημα, κατάλαβα ότι έχω το βιβλίο. Ένιωσα ότι απέκτησε σχήμα και ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι μπορώ να το κλείσω”. Νομίζω ότι ακόμα κι αυτό το φινάλε, όπου κι όπως κι αν το εισπράξει κανείς – για μένα, ας πούμε, θα μπορούσε να τοποθετηθεί ακόμα και στην σκηνή πριν το επίμετρο – μπορεί να ικανοποιήσει διαφορετικούς τύπους αναγνώστη. Είτε εκείνους που είναι της ρεαλιστικής σχολής, είτε τους πιο meta».


Είναι ίσως άδικο ότι αυτό το μυθιστόρημα αναφέρεται τόσο πολύ στην ελληνική πραγματικότητα που μοιάζει καταδικασμένο να κολυμπήσει στα ρηχά νερά της ελληνικής αγοράς. Γιατί είναι φτιαγμένο από τα μεγαλεπήβολα υλικά που μετατρέπουν λογοτέχνες σε σταρ. «Νομίζω ότι ακόμα κι αν μεταφραζόταν σε μια άλλη γλώσσα, μακάρι να γίνει κάτι τέτοιο, ο αναγνωστης θα μπορούσε να γοητευθεί από την ίδια τη γοητεία της κατασκευής. Μήπως εμείς καταλαβαίνουμε τα πάντα από το σύμπαν του Infinite Jest του Γουάλας; Ή μήπως δεν πάσχουμε από το σύνδρομο του αναγνώστη που μερικές φορές νιώθει πιο οικείο το Νιου Τζέρσεϊ από τη Νέα Φιλαδέλφεια μέσα από τόση έκθεση στην ποπ κουλτούρα».

Ο Νίκος Μάντης δεν πτοείται λοιπόν. Η φιλοδοξία δεν είναι κάτι που θα τον εγκατελείψει εύκολα…

Οι Τυφλοί κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη
Τη Δευτέρα 20/11, 19.30, θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου στις Πλειάδες (Σπ. Μερκούρη 42, Παγκράτι). Με τον συγγραφέα θα συνομιλήσουν οι κριτικοί λογοτεχνίας Κατερίνα Σχινά και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Μαρία Μαυροματάκη.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.