ΜΟΥΣΙΚΗ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΠες μου Morrissey, τι προηγήθηκε; Η μουσική ή η μιζέρια;

Πες μου Morrissey, τι προηγήθηκε; Η μουσική ή η μιζέρια;

Ο Morrissey απαντά στον Θεοδόση Μίχο και του εξηγεί γιατί δεν έχει την ικανότητα ούτε καν να αναλογιστεί το μέλλον, αλλά και γιατί δεν θα νιώσει ποτέ την ανάγκη να εμφανιστεί στο σπίτι του για να μαγειρέψουν μαζί σπαγγέτι.
Εικονογράφηση: Έφη Παπαϊωάννου
Φωτογραφίες: Θοδωρής Μάρκου
popaganda_morrissey_interview

Το εμπρηστικό χιούμορ, η δογματική απέχθεια για την πολιτική, η αέναη εσωστρέφεια, ο συγκρατημένος νιχιλισμός, η διαρκής απογοήτευση από τους ανθρώπους ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία, η αναπόφευκτη αποξένωση, η δικής του κοπής ανελέητη εκδοχή στο κλασικό βρετανικό φλέγμα, ο πηγαίος κυνισμός σε αντιδιαστολή με τον βαθύ ρομαντισμό του, το ανομολόγητο κυνήγι μιας θέσης στην Ιστορία, η ανερυθρίαστη διάθεση αυτοεπιβεβαίωσης, οι ακομπλεξάριστες εκλάμψεις αυτοαναίρεσης, η ολοκληρωτική πίστη στην τέχνη του rock ‘n’ roll ακόμη και ως μέσο αυτογνωσίας, η εμφατική αγάπη για τα ζώα. Όλα όσα συνθέτουν τη Μεγάλη Ιδέα του Morrissey, το πνεύμα του που ο ίδιος κάποτε, στο καλύτερο τραγούδι που δεν έγραψαν ποτέ οι Smiths προειδοποίησε ότι κανείς δεν μπορεί να του το σπάσει γιατί (τάχαμου) δεν του έχει απομείνει καθόλου, είναι εδώ, στη μεγάλη συνέντευξη που ακολουθεί. Το μόνο που δεν είναι εδώ είναι ο καρκίνος.

Γιατί εγώ δεν θέλησα να τον ρωτήσω γι’ αυτό, με τον ίδιο τρόπο που δεν θα ήθελα να ρωτήσω και κάποιον δικό μου άνθρωπο, πιστεύοντας (αφελώς, το ξέρω) ότι έτσι τον απαλλάσσω έστω και λίγο από τη σκέψη του Κακού, λες και η σκέψη εξαϋλώνεται αν δεν μεταποιηθεί σε λόγια. Λες και στην προκειμένη ο Morrissey, αυτός ο αγαπημένος, μεγάλος αιρετικός, δεν σκέφτεται ότι «ώπα μεγάλε, καλή η πλάκα μέχρι τώρα, αλλά δεν μου φτάνει, θέλω χρόνο να σπάσω κι άλλη» όλη την ώρα (κι ας προσπάθησε να αποδομήσει το βαρύ νέο που ο ίδιος αποκάλυψε, λέγοντας «αν πεθάνω, θα πεθάνω. Αν δεν πεθάνω, δεν θα πεθάνω. Tώρα νιώθω καλά»), ακόμη και όση ώρα δεν χρειάζεται να μιλήσει γι’ αυτό. Η άρνησή, βλέπεις, μερικές φορές μου παίζει περίεργα παιχνίδια (strange ways, σαν να λέμε…).

Αυτό που δεν μπορούσα να μην κάνω ήταν να ξεκινήσω τη συνέντευξη με το καίριο ερώτημα που πριν από 20 χρόνια όρισε ένας Βρετανός συγγραφέας, για να το δω στο πανί και να το διαβάσω στο χαρτί πριν από 15 και τελικά να το «χτυπήσω» στο αριστερό μου χέρι πριν από 10, ένα ερώτημα που με έναν περίεργο τρόπο είναι σαν να το είχα στο μυαλό μου από πάντα. Φαντάζομαι ότι δεν είμαι ο μόνος.

Λυκαβηττός, 16 Ιουλίου 2014.

Λυκαβηττός, 16 Ιουλίου 2014.

Μετά από τόσα χρόνια κάνοντας όλα αυτά που κάνεις, έχεις βγάλει ένα ασφαλές συμπέρασμα; Τελικά τι προηγήθηκε, τουλάχιστον για σένα; Η μουσική ή η μιζέρια; Αν είσαι άνθρωπος που βλέπει τα πράγματα με μία πιο ρομαντική, ποιητική ματιά, ή ακόμη περισσότερο αν γράφεις ποίηση, τότε είναι απόλυτα φυσιολογικό να θλίβεσαι και να εκφράζεις αυτή σου τη θλίψη. Αυτό ακριβώς έκαναν άλλωστε και όλοι οι σημαντικοί ποιητές μέχρι σήμερα. Η δυστυχία προφανώς έρχεται πάντα πρώτη, ακριβώς γιατί είναι εγγενές στοιχείο του ανθρώπου, κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης, υπήρχε πριν υπάρξω εγώ, πριν υπάρξεις εσύ, και πρόκειται απλώς για τη στυγνή, αναπόφευκτη και ρεαλιστική αποδοχή της πραγματικότητας, την οποία, όμως, πολλοί προσπαθούν να αποφύγουν, να τρέξουν μακριά της, ελπίζοντας ότι δεν θα τους προφτάσει ποτέ. Στο τέλος όμως πάντα αυτό συμβαίνει.

Ένας σεβάσμιος Έλληνας θεατράνθρωπος μου είπε κάποτε ότι οι άνθρωποι δε μπορούν να αντέξουν τη ζωή αν δεν επινοήσουν ένα ζωτικό ψέμα, κάτι, οτιδήποτε, που να τους «κρατάει» στη ζωή. Ισχύει αυτό και στη δική σου περίπτωση; Όχι, δεν συμφωνώ καθόλου. Ο καθένας μας μπορεί να εντοπίσει κάποιες πτυχές του εαυτού του που δεν του αρέσουν ή δεν τις αντέχει, αλλά θα ήταν ένα τεράστιο να ψέμα αν έμπαινες σε μία διαδικασία να προσποιηθείς ότι αυτές οι πτυχές δεν υπάρχουν. Έτσι κατά τη γνώμη μου το μόνο που μαθαίνουμε είναι να νεκρώνουμε τον πόνο και στην ουσία το μόνο που ζητάμε απεγνωσμένα από τους άλλους είναι να μας αποδεχτούν με τον τρόπο που προφανώς συνειδητοποιούν ότι θα θέλαμε να γίνουμε αποδεκτοί, ως κάποιοι που δεν είμαστε. Αυτός, όμως, είναι ο λόγος που όλες οι μεγάλες αλήθειες πηγάζουν μέσα από τους ανθρώπους χωρίς να το συνειδητοποιούν συνήθως όταν είναι πολύ, ανεξέλεγκτα μεθυσμένοι. 

Η πολιτική ως επάγγελμα είναι ελκυστική μόνο σε όσους μεθάνε από τη διαφθορά, ανθρώπους αναίσχυντους που δεν τους καίγεται καρφί για τις ζωές των άλλων. 

Την προηγούμενη φορά που απάντησες σε μερικές ερωτήσεις μου, μου είπες ότι το πιο παράλογο πράγμα που κάνεις είναι να μην επαναπαύεσαι σε αυτά που κατά καιρούς καταφέρνεις, κάτι που αναγνωρίζεις ως λάθος γιατί δεν σου επιτρέπει να απολαμβάνεις τα επιτεύγματά σου. Ανέκαθεν έτσι ήσουν; Αυτή η «μη επανάπαυση» είναι φύση ή θέση για σένα; Συναντώ τόσους πολλούς ανθρώπους που έχουν κάνει τόσο λίγα πράγματα στη μουσική και παρ’ όλα αυτά έχουν αδικαιολόγητα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Θεωρώ ότι αυτό είναι, αν μη τι άλλο, απωθητικό. Ενστικτωδώς εξανεμίζεται το ενδιαφέρον μου για οποιαδήποτε μπάντα ή τραγουδιστή που τον επαινούν υπερβολικά κι εκείνος δέχεται αβίαστα αυτούς τους επαίνους. Πρέπει να σου πω ότι δεν αντέχω ούτε κατά διάνοια το σύστημα των βραβεύσεων στη σύγχρονη μουσική βιομηχανία. Άσε που στην Αγγλία το Mercury Prize λειτουργεί συνήθως ως καταδικαστική απόφαση, για να μην πω ταφόπλακα. Όποιος το κερδίζει, συνήθως καταλήγει να πουλάει στρώματα έξι μήνες αργότερα.

Που πιστεύεις ότι έγκειται η ομορφιά και η ανεξάντλητη δύναμη του rock ‘n’ roll; Προσωπικά τείνω να συμφωνήσω με τον Giles Smith, που στο αξεπέραστο βιβλίο του Lost In Music περιγράφει το rock ‘n’ roll ως ένα μεγάλο, άσκοπο μπέρδεμα. Για να γίνω πιο σαφής, θεωρώ ότι αυτή ακριβώς η έλλειψη ενός ουσιαστικού, «ανώτερου» προσανατολισμού που κατά τη γνώμη μου λανθασμένα του αποδίδουν κάποιοι, είναι η κινητήρια δύναμή του. Θα έλεγα ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά από αυτό που υποστηρίζεις. Στ’ αλήθεια ερωτευόμαστε όταν ακούμε ένα τραγούδι που εμπεριέχει και μεταδίδει ένα μεγάλο όραμα. Θα μπορούσε να είναι κάποιο της Joni Mitchell ή των Bay City Rollers, δεν έχει και τόση σημασία. Μας αγγίζει με έναν ανεξήγητο τρόπο η φωνή, η μουσική, ο ήχος, οι λέξεις, τα πρόσωπα, η στιγμή… Και μένει μαζί σου μέχρι να πεθάνεις. Μπορεί κατά διαστήματα να χάνεις το ενδιαφέρον σου για κάποια τραγούδια ή ορισμένους οριακούς για σένα τραγουδιστές, αλλά αργά ή γρήγορα θα επιστρέψεις σε αυτούς. Οπότε δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι άσκοπο σε αυτό, και στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για μπέρδεμα. Επίσης, όπως θα ξέρεις, για πολλούς, πάρα πολλούς ανθρώπους, η μουσική είναι ο μόνος φίλος που έχουν. Και είναι ακόμη πιο σημαντικό ότι η μουσική μπορεί να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Έχουμε ούτως ή άλλως μία ιδέα, βέβαια, αλλά πάντα βοηθάει να σου επιβεβαιώνει κάποιος αυτά που ήδη ξέρεις. 

popaganda_morrissey__interview_630

Εικονογράφηση: Έφη Παπαϊωάννου

Άρα δεν ανήκεις σε αυτούς που πιστεύουν ότι οι ποπ δίσκοι είναι πιο συναρπαστικοί από ποτέ τις πρώτες λίγες φορές που τους ακούς, και μετά θέλοντας και μη η γεύση τους ξεθυμαίνει; Με τα δικά σου άλμπουμ τι είδους σχέση διατηρείς; Πως τα αντιμετωπίζεις έξι μήνες ή έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία τους; Ο χρόνος είναι που αποδεικνύει την αξία μίας ηχογράφησης, έτσι δεν είναι; Πολλοί καλλιτέχνες πουλάνε εκατομμύρια, αλλά δεν έχουν καμία διαχρονική αξία. Όταν εσένα, ως ακροατή, σε «χτυπάει» μία συγκεκριμένη δόση συναισθηματικής ποιότητας, αυτή η ποιότητα ή έστω η μνήμη της, δεν σε αφήνει ποτέ, γιατί μία αυθεντικά ποιητική στιγμή δεν είναι σύνηθες φαινόμενο σε αυτή τη ζωή. Δεν χρειάζεται να έχεις την παραμικρή ιδέα για τα όποια τεχνικά χαρακτηριστικά της μουσικής, γιατί η καρδιά σου σού λέει ότι αυτό που ακούς είναι υπέροχο. Όσον αφορά τη δική μου μουσική, προφανώς έχω μία ιδιαίτερη σχέση και την κρίνω με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο που δεν θεωρώ ότι θα έπρεπε να τον εφαρμόσω στη μουσική που δημιουργούν άλλοι άνθρωποι. Νιώθω, όμως, πολύ τυχερός γιατί απολαμβάνω τη μουσική μου ολοένα και περισσότερο καθώς περνάνε τα χρόνια. Προτιμώ φυσικά τα πιο πρόσφατα τραγούδια μου από τα παλιότερα. Και αυτό, όπως καταλαβαίνεις, είναι λίγο ασυνήθιστο, γιατί πολλοί καλλιτέχνες ξοδεύουν τη ζωή τους κυνηγώντας την ποιότητα των πρώτων, άδολων δημιουργιών τους.

Η αίσθηση της αποξένωσης, ότι κανείς δεν ξέρει τι σόι άνθρωπος είσαι στην πραγματικότητα, όπως έχεις δηλώσει πολλάκις στο παρελθόν, εντείνεται όσο κυλάει ο χρόνος; Πες μου, όμως, ειλικρινά, θα προτιμούσες να είναι κάπως διαφορετικά τα πράγματα; Δεν θα ήταν η ζωή σου πολύ λιγότερο ενδιαφέρουσα αν πρόσφερες στους πάντες τα εφόδια να σε «αποκωδικοποιήσουν»; Νομίζω ότι αν μιλούσες με ψαράδες από το Βιετνάμ για τα προβλήματά τους, ίσως να σου έλεγαν το ίδιο πράγμα. Όλοι μας κρατάμε ένα κομμάτι του εαυτού μας για τον εαυτό μας. Διαφορετικά η εγωπάθεια του ανθρώπου θα άγγιζε τα όρια του παραλογισμού. Φέρε στο μυαλό σου οποιοδήποτε δημόσιο πρόσωπο που ερωτεύεται παράφορα τους προβολείς της δημοσιότητας, και παραδίνεται σε αυτούς με έναν τρόπο υπερβολικό, απόλυτο. Όλοι αυτοί τρελαίνονται. Δεν είναι πια «κάποιοι». Είναι ο κανένας. Στην ιστορία της βιομηχανίας του θεάματος, δύο τέτοιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η Marilyn Monroe και η Judy Garland, αλλά υπάρχουν πολλά ακόμη παραδείγματα, και σήμερα ειδικά πρόκειται για ένα ανεξέλεγκτο φαινόμενο εξαιτίας των social me-me-me-media. Ο καθένας νομίζει ότι είναι ακαταμάχητα γοητευτικός και αντάξιος της απρόσκοπτης προσοχής σου. Όσο για μένα, γράφω ένα τραγούδι, το τραγουδάω και αυτό είναι αρκετό – δεν είναι; Δε νιώθω την ανάγκη να εμφανιστώ στο σπίτι σου και να μαγειρέψουμε σπαγγέτι παρέα. Όσοι αναζητούν εμμονικά το φως της δημοσιότητας, σαν τους Μπέκαμ, είναι για μένα η αποθέωση της ανθρώπινης απελπισίας. Πρόκειται για ένα κενό που τίποτα δε θα μπορέσει ποτέ να το γεμίσει, και συνήθως αυτοί που το κυνηγούν είναι άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να σου προσφέρουν. 

Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης, υπήρχε πριν υπάρξω εγώ, πριν υπάρξεις εσύ, και πρόκειται απλώς για τη ρεαλιστική αποδοχή της πραγματικότητας. Πολλοί προσπαθούν να τρέξουν μακριά της, ελπίζοντας ότι δεν θα τους προφτάσει ποτέ. Στο τέλος όμως, πάντα αυτό συμβαίνει.

Όταν κυκλοφόρησε ο τελευταίος σου δίσκος, έγραψα ένα κείμενο υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι μετά από τρεις και βάλε δεκαετίες στη μουσική βιομηχανία, κατάφερες να αποτυπώσεις με τρόπο τόσο απόλυτο – που πραγματικά απόρησα γιατί δεν το είχες κάνει νωρίτερα – τη σχέση σου με τους φανς, σε μία μόνο εικόνα, αυτή του εξωφύλλου, όπου ένας σκύλος κάθεται υπάκουος μπροστά σου με το βλέμμα καρφωμένο στην πένα που κρατάς. Πιστεύεις ότι το υπεραναλύω; Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να χάνεις τα λογικά σου που και που. Μπορεί να είναι πολύ ανακουφιστικό! Πάντως, θα έλεγα ότι είναι σημαντικό να κάνεις τέτοιες εκτιμήσεις, αρκεί να έχεις επίγνωση ότι μπορεί να βρίσκεσαι σε εντελώς λάθος δρόμο. Όταν οι γραφιάδες βαθμολογούν και κρίνουν τη μουσική με έκδηλο ένα αίσθημα απολυτότητας και βεβαιότητας για την άποψη τους, ε λοιπόν τότε είναι που η κριτική συνήθως γίνεται άσχημη ή άχρηστη. Ως ακροατής, πιστεύω ότι ο καθένας θα έπρεπε να αποδεχτεί ότι μπορεί να υπάρχουν δύο πραγματικότητες σε ένα συγκεκριμένο τραγούδι ή άλμπουμ. Η μία έχει να κάνει με την δική σου εξωτερική θεώρηση του έργου και η άλλη με την εσωτερική, την οποία μπορεί να τη βιώσει και να την εκφράσει μόνο ο άνθρωπος που δημιούργησε την εκάστοτε ηχογράφηση.

Τον περασμένο Αύγουστο έκλεισα τα 35. Δεν θέλω να ακουστώ περισσότερο μελοδραματικός απ’ όσο είμαι στην πραγματικότητα, αλλά παρόλο που πιστεύω ότι από τη φύση μου είμαι ένας άνθρωπος με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, τα τελευταία χρόνια πιάνω τον εαυτό μου να ενδιαφέρεται ολοένα και περισσότερο για την ποπ κουλτούρα που δημιουργήθηκε όταν ήμουν μικρότερος, οπότε και εκ των πραγμάτων με «σημάδεψε», αλλά και για δίσκους, βιβλία και ταινίες που δημιουργήθηκαν αν όχι πριν γεννηθώ, τότε σίγουρα πριν φτάσω σε αρκετά μεγάλη ηλικία ώστε να τα αντιληφθώ. Είναι σημάδι των καιρών αυτή η ρετρολαγνεία ή απλώς σημάδι ότι κάποιος μεγαλώνει; Ειλικρινά δεν έχω την ικανότητα ούτε καν να αναλογιστώ το μέλλον. Ποτέ δεν την είχα. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι ζω στο 1845. Αν μη τι άλλο, φοράω ρολόι! Το παρελθόν είναι ένα αχανές μέρος, και σίγουρα υπάρχουν πολλά πράγματα για να ανακαλύψεις, είτε πρόκειται για ποίηση είτε για πίνακες ζωγραφικής είτε για μουσική. Αλλά θα πρέπει να «σκάψεις» μόνος σου και να ανακαλύψεις τα πράγματα που θέλεις, γιατί τα σύγχρονα ΜΜΕ ασχολούνται μόνο με σύγχρονους ανθρώπους. Για παράδειγμα, τον θάνατο ενός ηθοποιού που ήταν πολύ επιτυχημένος στα 40s, στα 50s ή στα 60s, δεν θα τον καλύψουν σχεδόν καθόλου σε βάθος τα ΜΜΕ, ενώ ο θάνατος κάποιου που πρωταγωνίστησε σε ένα διαφημιστικό για κρεμοσάπουνο το 2014, μπορεί να γίνει πρώτο θέμα. Ο Ezra Pound ούτε έγινε ποτέ, ούτε θα γίνει για κάποιον επετειακό λόγο εξώφυλλο στο περιοδικό GQ, κάτι που προσωπικά βρίσκω ατυχές. Ούτε θα υπήρχε ποτέ περίπτωση να ακουστεί η Anne Sexton στο ραδιόφωνο – και πάλι, εμείς χάνουμε. Η Gertrude Stein δε θα φιγουράρει ποτέ στο εξώφυλλο της Vogue, αν και η εμφάνισή της ήταν μία κανονική επανάσταση για τη μόδα. Στα σύγχρονα media, ειδικά στον χάρτινο Τύπο, το περιεχόμενο είναι σαν να πρέπει να είναι το ίδιο συνέχεια. Εντελώς αδιάφορο. Θα μπορούσα να σου περιγράψω τώρα τα επόμενα δέκα εξώφυλλα της Vogue με απόλυτη ακρίβεια.

Στην επόμενη σελίδα: Οι πολιτικοί που τους απεχθάνεται, οι γάτες που τις λατρεύει, οι άνθρωποι που τους οικτίρει και γιατί είναι άστεγος (!) από το 2007.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.