ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑΤο κλείσιμο του MEGA και η παγίδα μιας τρέντι νοσταλγίας που δεν τελειώνει ποτέ

Το κλείσιμο του MEGA και η παγίδα μιας τρέντι νοσταλγίας που δεν τελειώνει ποτέ

Όχι άλλο, «τι ωραία που ήταν τότε που παίζαμε Ρουκ Ζουκ, ο Βαζέχα πάγωνε το Άμστερνταμ, τα κορίτσια ήταν αγνά και τα αγόρια λεοντόκαρδα». Του Παναγιώτη Μένεγου.
Κεντρική Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Είναι άδικο να γίνει η υστεροφημία του MEGA ένα πεδίο που τα «στερνά» τιμούν τα «πρώτα». Η τελευταία γεύση, από αυτήν την τεταμένη δεκαετία που διανύουμε, μπορεί να χαρακτηρίζεται από το παραποιημένο βίντεο Γρηγορόπουλου, την απαράδεκτη κάλυψη του δημοψηφίσματος και την υιοθέτηση μιας πολιτικής γραμμής που, πολύ συχνά, δεν τηρούσε καμία δημοσιογραφική δεοντολογία και μετέδιδε fake news τύπου «γιαγιά στο ATM». Όμως είναι άστοχο να λέμε ότι το κανάλι που εξέπεμψε στις 20 Νοεμβρίου του 1989 ήταν μόνο αυτό. Ή ότι θα μείνει στην ιστορία ως κυρίως αυτό.

https://www.youtube.com/watch?v=pOdAfAPn7oU

Ο πρώτος ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός που έσπασε τη μονοχρωμία της δημόσιας τηλεόρασης στους δέκτες μας (καθόλου τυχαίο το παρθενικό rainbow σήμα του) υπήρξε μια πολύ σημαντική παρουσία, περισσότερο αντανάκλασης και λιγότερο παραγωγής, του λαϊκού πολιτισμού των τελευταίων τριών δεκαετιών. Με τα ξένα σίριαλ (προσωπικά αξέχαστη η προσμονή τις Τετάρτες για το double bill Ομάδα Δράσης 21 και Μπούκερ) και τις ξένες ταινίες που μεγάλωσαν την παλέτα των επιλογών, με τις σειρές που αποκάλυψαν τη Νέα Ελληνική Κωμωδία (προσθέτω στα tributes των τελευταίων ημερών τα κάπως ξεχασμένα Οι Αυθαίρετοι κι Εκμέκ Παγωτό) κι αργότερα με τα σόου της υπερβολής – πιστά στο κλίμα της εποχής. Παράλληλα, με την εισαγωγή των talk shows, με τον εκσυγχρονισμό των δελτίων ειδήσεων, με την εισβολή των παραθύρων και των «αναλυτών» που εξηγούσαν (πριν από μας, για μας) πώς πρέπει να «διαβάζουμε» τις ειδήσεις. Αλλά, και με σπουδαίες δημοσιογραφικές εκπομπές που έκαναν ρεπορτάζ, πήγαιναν αποστολές κι αποτελούσαν σε μια προ-ίντερνετ εποχή ένα «παράθυρο στον κόσμο». Φυσικά, δε χρεάζεται πολλή εξήγηση ότι το MEGA άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε αθλητικά στην τηλεόραση, το Λεπτό Προς Λεπτό και η Σούπερ Μπάλα φτάνουν για το αυταπόδεικτο.

Όμως όπως κάθε τι που, από ένα σημείο και μετά, άγεται και φέρεται από την επιτυχία του, το MEGA (νομίζω οριστικά μετά τα 90s) έπαψε να ορίζει το πεδίο. Άρχισε όλο και πιο πολύ, σε επίπεδο περιεχομένου, να ορίζεται από τον ανταγωνισμό. Ως μαζικό κανάλι, δεν απέφυγε τα ριάλιτι, τα «τούρκικα», τα πρόχειρα ελληνικά χαζοσίριαλ.Και, φυσικά, όταν τα πράγματα ζόρισαν σε κάθε επίπεδο, υπενθύμισε σε όσους το είχαν ξεχάσει ότι (δεν έπαψε ποτέ να) είναι «το Κανάλι των Εκδοτών».

Πόσες φορές ακόμα θα βουτήξουμε στο μελό του «κενού καναλιού 4» που δε δείχνει πια Απαράδεκτους (λες και δεν μπορούμε να βρούμε τα άπαντά τους στο YouTube);

Κι εδώ έχουμε την δεύτερη αστοχία σε αυτό το μακρόσυρτο μοιρολόι για το «κλείσιμο του MEGA» που επιστρέφει συνεχώς (συναγωνίζεται πια σε διάρκεια το τελευταίο λάιβ των Πυξ Λαξ ή των Scorpions). Όταν μιλάμε για το MEGA, μιλάμε για ένα κανάλι με το οποίο νωρίτερα ή αργότερα, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, συνδέθηκαν τα ονόματα Λαμπράκης, Βαρδινογιάννης, Μπόμπολας, Τεγόπουλος, Αλαφούζος, Κοπελούζος, Ρέστης, Σαββίδης, Μαρινάκης. Στο φινάλε όμως, ο λογαριασμός γράφει ότι μερικές από τις πιο ισχυρές ελληνικές επιχειρηματικές οικογένειες, με τόσο πολύπλευρη παρουσία στη δημόσια σφαίρα, πιστόλιασαν συνολικά 500 εργαζόμενους που έχασαν δεδουλευμένα. Είναι προφανές ότι το MEGA συνεθλίβη στη σύγκρουση του νέου με το παλιό σύστημα που ακολούθησε το ταραγμένο έτος 2015. Αλλά, δεν το έκλεισαν κυβερνήσεις. Παλιές ή καινούριες – εκείνες το χρησιμοποίησαν, καθεμία αναλόγως του timing. Αυτοί που το έκλεισαν είναι οι ιδιοκτήτες του. Και μάλιστα χρωστώντας. Εγκλωβίζοντας εδώ και δύομιση χρόνια τους εργαζόμενους σε ένα ιδιότυπο σύνδρομο της Στοκχόλμης που δικαιωνόταν μάλιστα απο τα «μηχανάκια της AGB». Οι επαναλήψεις του MEGA όντως έκαναν τρομερά ανταγωνιστικά νούμερα. Σταθέρα διψήφια, καποιες μέρες μάλιστα ξεπερνώντας και το 20%.

Μάλλον ισχύει ότι οι παλιές σειρές του MEGA είναι ένα είδος comforrt zone στο οποίο αισθανόμαστε όμορφα. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι βλέποντας διαρκώς τις επαναλήψεις τους επιστρέφουμε στην περίφημη «εποχή της ευημερίας» και συναντάμε τους νεότερους, πιο ανέμελους εαυτούς μας. Θεμιτή αυτή η κουβέντα αλλά την έχουμε κάνει πολλές φορές, για να αντέχεται άλλη μια λιτανεία νοσταλγίας για το MEGA. Πόσες φορές θα βουτήξουμε στο μελό του «κενού καναλιού 4» που δε δείχνει πια Απαράδεκτους (λες και δεν μπορούμε να βρούμε τα άπαντά τους στο YouTube); Τα εκατοντάδες screenshots με την ώρα 02.11 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου που έριξε η Digea το μαύρο, μαρτυρούν μια ψυχαγωγική προγονοπληξία – «τι ωραία που ήταν τότε που η Μηλιάρέση έπαιζε Ρουκ Ζουκ, ο Βαζέχα πάγωνε το Άμστερνταμ, τα κορίτσια ήταν αγνά και τα αγόρια λεοντόκαρδα». Κάπως παράλογη σε μια εποχή που η τηλεόραση έχει αλλάξει οριστικά ως μέσο και το home entertainment έχει πάει σε ένα επίπεδο να θες να πάρεις άδεια για να κάνεις binge watching στο The Haunting of Hill House. Κι όχι στο Ρετιρέ και τους Μικρομεσαίους

Το νοσταλγικό μας χρέος στο MEGA νομίζω το ξεπληρώσαμε με εκείνη την εξαιρετική, και πρωτόγνωρη για ελληνικό μέσο, καμπάνια που είχε στήσει το ίδιο το κανάλι στα 20 του χρόνια, το 2009 στις παραμονές της θύελλας. Το 2018, νιώθω, ότι δε χρειαζόμαστε τη νιοστή επανάληψη του Γιάννη Μπέζου να παίζει εντελώς στερεοτυπικά (και φυσικά απολαυστικά) την «αδερφή», αλλά ένα κανάλι που να μαζέψει την ελληνική τηλεόραση από τα σκουπίδια και να γίνει το MEGA της πρώτης δεκαετίας. Να ρισκάρει σε ιδέες και πρόσωπα, να πει κάτι καινούριο και σύγχρονο. Και να πληρώνει τον κόσμο…

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.