ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στη «Δουλειά Της» η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου μιλά λίγο, έχει μόνιμα σκυμμένο το κεφάλι, χαμογελά ελάχιστα (αλλά πλατιά). Και συγκλονίζει…

Κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στο ρόλο μια καθαρίστριας που παίρνει τη ζωή στα χέρια της. Μιλήσε γι' αυτό, αλλά και για τις αναμνήσεις της από την Τασκένδη όπου γεννήθηκε, στον Παναγιώτη Μένεγο.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Μεσημέρι στα γραφεία της Popaganda. Για τη Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου είναι εντελώς Τσαγκαροδευτέρα. Έχει κοιμηθεί λίγο («μη νομίζεις πως διασκέδαζα»), δε θέλει καφέ («δεν πίνω έτσι κι αλλιώς») και είναι προφανές ότι θα μπορούσε να σκεφτεί χιλιάδες άλλα πράγματα να κάνει από το να δίνει μια ακόμα συνέντευξη στο πλαίσιο της προώθησης της ταινίας του Νίκου Labôt, Η Δουλειά Της, στην οποία πρωταγωνιστεί κερδίζοντας μάλιστα το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Χιλιάδες πράγματα, το εξής ένα δηλαδή: να ξεκουράζεται.

Μπαίνουμε στο δωμάτιο απομόνωσης κι ανάβει αμέσως τσιγάρο. Για να μη χάνουμε τον ειρμό, φτιάχνει αυτοσχέδιο τασάκι σε ένα μπουκαλάκι νερό, το οποίο δε δουλεύει και πολύ καλά, αναγκάζοντάς την κάθε λίγο να μαζεύει με την χούφτα της τις στάχτες που λερώνουν το μεγάλο τραπέζι. Την τρίτη ή τέταρτη φορά που το κάνει, βάζουμε τα γέλια.

Τόσο πολύ την επηρέασε ο ρόλος της Παναγιώτας; Αυτής της συνεσταλμένης γυναίκας που υποδύεται στην ταινία να βιώνει μια συνταρακτική χειραφέτηση όταν αναγκάζεται για πρώτη φορά στη ζωή της να εγκαταλείψει τα καταπιεστικά στεγανά της οικογένειάς της βγαίνοντας στην αγορά εργασίας. Προσλαμβάνεται ως καθαρίστρια σε ένα εμπορικό κέντρο, είναι η μόνη διέξοδος στο οικονομικό πρόβλημα που μεγαλώνει καθώς ο άνδρας της παραμένει μακροχρόνια άνεργος (κι όλο και πιο παραιτημένος) και τα δύο παιδιά της, ειδικά η κόρη στο κατώφλι της εφηβείας, έχουν όλο και περισσότερες απαιτήσεις. Παράλληλα, είναι και η μόνη διέξοδος της Παναγιώτας προς την ελευθερία και την ουσιαστική αυτοδιάθεση. Κι αυτό είναι ο πυρήνας μιας ιστορίας τόσο κοινής, με ήρωες ανθρώπους κυριολεκτικά της διπλανής πόρτας που συναντάμε συχνά αλλά σπάνια προσέχουμε.

Στη Δουλειά Της θα το κάνουμε, η ερμηνεία της Μαρίσσας Τριανταφυλλίδου δεν αφήνει κανένα περιθώριο.

Το τσιγάρο δεν έχει σημασία μόνο για την κουβέντα μας αλλά και για τον ρόλο της. «Ο Νίκος (σ.σ. Labôt – ο σκηνοθετης) ήθελε από την αρχή να βάλω κιλά. Εγώ πίστευα ότι αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο. Έκοψα το τσιγάρο, τα 4 πρώτα κιλά ήρθαν εύκολα. Και μετά κατάλαβα ότι αν μείνω συνεπής στο να τρώω πίτσες και να πίνω κόκα κόλες μετά τις 12 το βράδυ θα έρθουν και τα υπόλοιπα. Τα κατάφερα και πήρα 12. Δε με απασχόλησε. Σωματικά, την Παναγιώτα την έφερα μέσα στη μέρα μου. Οι κινήσεις μου είχαν αλλάξει, μου το έλεγαν τα παιδιά μου. Για ένα χρόνο, πάλι με οδηγία του Νίκου, δεν έβγαζα φρύδια-μουστάκι, είχα κάνει περμανάντ τα μαλλιά μου για να τους προκαλέσω αυτήν την σκληράδα που θέλαμε να έχουν. Από την στιγμή που πείστηκα ότι πρέπει να γίνει, αφοσιώθηκα και το έκανα. Έτσι είμαι και στη ζωή, όχι μόνο στη δουλειά».

Της κάνω το αναμενόμενο αστείο περί των μεταμορφώσεων του Κρίστιαν Μπέιλ και μιλάμε λίγο παραπάνω για το πώς μπηκε σε αυτόν τον ρόλο. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου μιλάει λίγο στην ταινία, γιατί η Παναγιώτα δεν είναι σίγουρη ότι πρέπει να το κάνει. Έχει μόνιμα σκυμμένο το κεφάλι, χωρίς να έχει κάνει κάτι το κακό – ίσα ίσα είναι καλή σε σημείο παρεξηγήσεως προς όλους, το κορίτσι από το χωριό που βρέθηκε στη μεγάλη πόλη και δε χαλάει χατήρι θάβοντας επιθυμίες και φιλοδοξίες. Χαμογελάει ελάχιστα, αλλά πλατιά. Κι όταν το κάνει φωτίζεται η οθονη, γιατί το χαμόγελό της είναι υπέροχο.

Αυτή η εκφραστικότητα είναι και το μυστικό μιας ερμηνείας για την οποία δημιουργήθηκε word of mouth πολύ πριν έρθουν τα βραβεία, πριν καν δούμε την ταινία. «Δουλέψαμε πολύ πάνω στην εκφραστικότητα του προσώπου και προσπαθήσαμε να αξιοποιήσουμε το χαμόγελο που σημειώνεις. Σε μένα είναι έμφυτο να χαμογελάω συνέχεια, στην ταινία έπρεπε να είναι πολύ χαρακτηριστικές οι στιγμές που θα το κάνω για να κάνει όντως τη διαφορά. Είναι σημαντικός, επίσης, ο τρόπος που η Παναγιώτα κινεί το σώμα και τους ώμους της, το περπάτημά της. Το βλέμμα της και φυσικά ο τόνος της φωνής της που αλλάζει χαρακτηριστικά σε κάποιο σημείο της ταινίας. Προσπαθήσαμε να περιορίσουμε και τη δική μου, επίσης έμφυτη, εκφραστικότητα στην ομιλία. Θέλαμε σε ορισμένα σημεία, η Παναγιώτα να μιλάει μόνο με τα μάτια».

Οι καθαρίστριες είναι κομμάτι της μυθολογίας της κρίσης. Από εκείνες του Υπουργείου Οικονομικών που είτε ηρωοποιήθηκαν είτε δαιμονοποήθηκαν ανάλογα με ποιον πόλο της παράνοιας διαλέγεις, μέχρι την πολυσυζητημένη πρόσφατη υπόθεση της καταδίκης της γυναίκας από τη Λάρισα με το πλαστογραφημένο απολυτήριο δημοτικού. Τις  χρειαζόμαστε για να καθαρίζουν τα σπίτια ή τα γραφεία μας, τις επικαλούμαστε σε πολιτικοκοινωνικές συζητήσεις, τις «καταλαβαίνουμε» ως μετανάστριες δεύτερης και τρίτης γενιάς που προσφέρουν υπηρεσίες στην υπερτροφική ελληνική μεσαία τάξη. Δεν τις παρατηρούμε όμως ποτέ. Είναι αόρατες, ακόμα κι όταν φοράνε τα ρούχα της δουλειάς. «Δεν έχω επαφή με αυτόν τον κόσμο κι όταν διάβασα το σενάριο αναρωτήθηκα κι εγω ποια είναι αυτή η γυναίκα που πρέπει να υποδυθώ, αναρωτήθηκα πού υπάρχει και πού τη συναντάς, και μάλιστα κανείς δεν ήξερε κι από τους γύρω μου να μου το πει. Ξέρουμε μόνο διάφορες ιστορίες για τις καθαρίστριες όπως προκύπτουν από την επικαιρότητα ή από διάφορα στερεότυπα.  Ειλικρινά, τις θεωρώ ηρωίδες. Προσπάθησα μέσα από αρκετές συζητήσεις, πάρα πολλές πρόβες και πολλή παρατήρηση να αποδώσω αυτή τη γυναίκα, όχι ως σχήμα αλλά ως έναν κανονικό άνθρωπο. Νομίζω ότι καταφέραμε να της δώσουμε ζωή. Μίλησα π.χ. με γυναίκες που δουλεύουν στο σούπερ μάρκετ, αλλά και με άλλους ανθρώπους που δεν τους προσέχουμε ποτέ. Δεν τους λέμε ποτέ καλημέρα, δεν τους απευθύνουμε ποτέ τον λόγο, τους θεωρούμε απλώς ένα κομμάτι του χώρου και τους προσπερνάμε σαν είναι μια γωνία του δρόμου».

Η Μαρίσσα Τρινταφυλλίδου γεννήθηκε στην Τασκένδη. Από τη γενέτειρά της ανακαλεί κυρίως μυρωδιές, παρά μνήμες. Και εικόνες που τη συνοδεύουν σε ολόκληρη τη ζωή της όπως «εκείνη από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας που έβλεπες ψηλές λεύκες και πίσω τους ένα ποτάμι». Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 7 ετών. «Ο μπάμπάς μου ήταν δρ. μηχανικός-μηχανολόγος και η μαμά μου ήταν μηχανικός υδροτεχνικών έργων/πολιτικός μηχανικός. Όταν ήρθαν στην Ελλάδα, τα 2-3 πρώτα χρόνια, και οι δύο έκαναν διάφορες δουλειές: ο μπαμπάς μου δούλευε στα σφαγεία στη Θεσσαλονίκη και η μαμά μου καθάριζε γραφεία. Μετά έγιναν και οι δύο διευθυντές. Και οι δύο πολύ καλλιεργημένοι, ειδικά η μαμά μου που ήταν και η κινητήριος δύναμη της οικογένειας είχε (κι έχει) πολύ αγάπη για τις τέχνες και μας πήγαινε από μικρά στο θέατρο».

Μίλησα με ανθρώπους που δεν τους προσέχουμε ποτέ. Δεν τους λέμε ποτέ καλημέρα, δεν τους απευθύνουμε ποτέ τον λόγο, τους θεωρούμε απλώς ένα κομμάτι του χώρου και τους προσπερνάμε σαν είναι μια γωνία του δρόμου.

Από την ενδιάφερουσα ιστορία της ζωής της έχω κρατήσει 2 πράγματα:
α) μια νοσταλγική διάθεση με την οποία μιλάει για τις αναμνήσεις της από το σοβιετικό καθεστώς – «Οι άνθρωποι διαχρονικά και σε όλες τις κοινωνίες πρέπει να διαχωρίζονται από τα καθεστώτα. Στη Σοβιετική Ένωση είχαν μάθει να μοιράζονται και να ζουν μαζί, ήταν όντως έτσι. Μια κοινωνία πολυπολιτισμική. Στην Τασκένδη ζούσαμε άνθρωποι από όλον τον κόσμο: Ρωσοι, Ουζμπέκοι, Κορεάτες, Ιρανοί. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, η κοινωνία μου φάνηκε πιο κλειστή. Πιο συντηρητική. Να σου πω ένα παράδειγμα: εμείς τρώγαμε πάντα σούπα και πίναμε πολύ τσάι, μεταφέραμε αυτές τις συνήθειες που ακόμα ακολουθούμε.  Παρατηρώντάς το οι μητέρες των φίλων μας, εμένα και του αδερφού μου, μαζεύτηκαν και ήρθαν στη μαμα μου να ρωτήσουν από τι αρρώστιες πάσχουμε (κι αν είναι μεταδοτικές για να πάρουν τα μέτρα τους). Τους φαινόταν αδιανόητο ότι η σούπα και το τσάι μπορούσαν να είναι κομμάτια της καθημερινότητας ενός ανθρώπου που δεν ήταν άρρωστος»
β) την ιδιότητα του παππού της ως Γενικού Γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος – «Ήταν ο πιο καλός μάγειρας στον κόσμο. Από τη Θράκη, υπέροχος άνθρωπος, πολύ καλλιεργημένος. Κάθε παιδί κουβαλά την ιστορία της οικογένειάς του, πάντα μέσα μας υπάρχει το βλέμμα των προγόνων μας. Θυμάμαι ότι το ’89-90 που έπεσε η Σοβιετική Ένωση είχε πάθει κατάθλιψη. Όσα πίστευε σε όλη του τη ζωή, κατέρρευσαν. Κι αυτό είναι πολύ οδυνηρό, όπως οδυνηρό ήταν και τα επόμενα χρόνια που έβγαιναν διάφορες παράλληλες ιστορίες για το καθεστώς που τον κλόνισαν και τον έκαναν να αναρωτηθεί αν άξιζε τον κόπο η εφ’ όρου ζωής αφοσίωση που είχε δείξει σε αυτήν την ιδέα. Έπαθε υπαρξιακή κρίση, το θυμάμαι πολύ καλά παρότι ήμουν παιδί. Αλλά, κι ο άλλος παππούς ήταν φανταστικός. Μου έμαθε τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη που τον κουβαλούσα πάντα μαζί μου κι όποτε είχα την ευκαιρία, τον άνοιγα και διάβαζα λίγες σελίδες».

Επιστρέφουμε στη Δουλειά Της.

– Μαρίσσα, πιστεύεις ότι είναι μια φεμινιστική ταινία;

– Ποτέ δεν την είδα έτσι.

«Εγώ βλέπω τη διαδρομή ενός ανθρώπου που τυχαίνει να είναι γυναίκα. Σίγουρα μιλά για πράγματα που άπτονται του empowerment και τα συζητάμε έντονα και πάλι τον τελευταίο καιρό. Από την άλλη, θεωρώ ότι έχουν αλλάξει -έστω και με αργά βήματα- οι ισορροπίες που επέβαλλε η πατριαρχία στην ελληνική κοινωνία. Απολαμβάνω την εικόνα νέων μπαμπάδων με το μάρσιπο να βγάζουν βόλτα τα παιδιά τους ή να αλλάζουν πάνες. Παρ’ όλα αυτά, το πατριαρχικό DNA είναι ακόμα ισχυρό – όχι μόνο στην Ελλάδα. Ο λευκός άνδρας έρχεται πάντα πρώτος, μετά όλοι οι υπόλοιποι. 
Επίσης, νομίζω ότι η ταινία έχει και πολλά άλλα σημεία για να ταυτιστείς μαζί της. Η δική μου μεγαλύτερη περιέργεια ήταν αν θα θα υπήρχαν άνδρες να ταυτιστούν. Η ανταπόκρισή τους είναι απίστευτη. Συνδέονται πάρα πολύ, συγκινούνται πάρα πολύ. Όμως, η ταινία δεν είναι μόνο η Παναγιώτα. Όλες οι σχέσεις που αναπτύσσονται, από την οικογένεια μέχρι το εργασιακό περιβάλλον, είναι για μένα πολύ σημαντικές. Πέρα από την στερεοτυπική εικόνα του πρώτου επιπέδου, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς τις ρωγμές στην εικόνα του συζύγου. Και τον τρόπο που προσπαθεί κι εκείνος να αλλάξει, με τον δικό του ρυθμό έστω. Όλοι οι χαρακτήρες της ταινίας – το πιστεύω αυτό – βιώνουν ένα σοκ αλλαγής».

Η Δουλειά Της είναι μια ταινία πολύ πιο κοντά στο σινεμά του Κεν Λόουτς παρά του Γιώργου Λάνθιμου. Ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν αποφεύγει την παγίδα να παρουσιάζει τον κακό επόπτη ως μια καρικατούρα «πολύ κακού, αδίστακτου προϊστάμενου». Είναι μια ταινία που μιλάει με ρεαλισμό και δε φοβάται τη σύγχρονη (ελληνική) πραγματικότητα όπως -γνώμη μου, να περάσει- συμβαίνει με πολλούς σύγχρονους έλληνες σκηνοθέτες που, ίσως επειδή την αγνοούν, καταφεύγουν στα πολυσυζητημένα weird σχήματα. Η Μαρίσσα Τρινταφυλλίδου παίρνει τις αποστάσεις της από μια τέτοια ανάγνωση. «Δεν ξερω αν είναι φόβος. Πιστεύω είναι επιλογή. Άλλοι σκηνοθέτες θέλουν ρεαλισμό, άλλοι επιλέγουν φόρμα, άλλοι προσπαθούν να βρουν το δικό τους υβρίδιο. Νομίζω, πάντως, ότι επιστρέφουμε σιγά σιγά σε αυτήν την γλώσσα. Το βλέπουμε και στην ταινία του Νίκου. Είναι μια ανθρώπινη ταινία που ψάχνει τη δική της αφήγηση, χωρίς να επιδιώκει να την κάνει γραμμική ή σχηματική».

Σε μια χώρα που ενώ βράζει ξανά κινηματογραφικά εδώ και μια δεκαετία, απουσιάζει το πλαίσιο για να κάνει λίγο μικρότερο γολγοθά το να γυρίζει κανείς ταινίες εδώ (σε σημείο οι άνθρωποι του σινεμά να στέλνουν «Γράμμα στον Γιώργο Λάνθιμο»). Αναρωτιέμαι τι μένει όταν ολοκληρώνεται ένα φιλμ. Με δεδομένο ότι δε διαθέτουμε μια κινηματογραφική βιομηχανία που μπορεί να σε πάει αβίαστα στο επόμενο μεγαλύτερο πρότζεκτ. Το βραβείο είναι σίγουρα κάτι («Μεγάλη αναγνώριση, ειδικά λόγω Θεσσαλονίκης. Σε ένα φεστιβάλ που πήγαινα από μικρή και μεγάλωσα με αυτό».). Τι άλλο; «Αυτό που μένει σε μένα όταν ολοκληρώνεται μια ταινία είναι μια αίσθηση νίκης και η καλλιέργεια της εμπιστοσύνης. Η ταινία, ΟΚ έχει τελειώσει, αλλά η Παναγιώτα έχει μείνει μέσα μου. Θα ήθελα λοιπόν να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι. Εγώ πάντα ξεκινάω από την αρχή και το μηδέν, δεν με πειράζει λοιπόν και τόσο ότι είναι δύσκολο να εξαργυρώσεις τις προηγούμενες δουλειές σου».

Στο φινάλε της κουβέντας μας, μιλάμε λίγο για το φινάλε της ταινίας. Θαρρώ σοφά μετρημένο κι εύστοχα τοποθετημένο, αλλά ας μην αποκαλύψουμε τίποτα παραπάνω. Μην ξεχνάμε ότι στην ουσία «βλέπουμε δύο παράλληλες ιστορίες ενηλικίωσης, της Παναγιώτας και της κόρης της. Δύο γυναίκες που προσπαθούν η καθεμία με τον δικό της τρόπο να βρουν τη θέση τους στον κόσμο. Κι αυτό έχει μια άλλη δυναμική. Αντίθετα, το αγοράκι είναι ο συνδετικός κρίκος της οικογένειας – η σιωπηλή, εύθραυστη παρουσία του εξυπηρετεί αυτή τη συνθήκη». Στην κανονική ζωή, η Μαρίσσα έχει δύο κόρες-κι όμως- 18 και 16 ετών. Έχει κάνει την πρόβα της κι εκεί… «Οι κόρες μου είναι το πιο ουσιαστικό πράγμα που έχω κάνει τη ζωή μου. Το ότι τις έκανα μικρή με βοήθησε γιατί π.χ. στην περίοδο της εφηβείας τους, μπορούσα να θυμάμαι τον εαυτό μου και να μην παίρνω τα πράγματα προσωπικά. Ο ρόλος είναι συγκεκριμένος, τα όρια πρέπει να μπαίνουν, αλλά είμαστε και οι τρεις στον ίδιο δρόμο και είμαι πολύ ευτυχισμένη με αυτό».

Τελευταίο πλατύ χαμόγελο του 45λεπτου, stop στο record, τελευταίο τσιγάρο…

Η Δουλειά Της θα προβάλλεται στους κινηματογράφους σε διανομή της Weird Wave από την Πέμπτη 28/2

POP TODAY
© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.