ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΜαρία Μαγκανάρη: «Το πιο επαναστατικό πράγμα είναι να κάνεις καλά τη δουλειά σου»

Μαρία Μαγκανάρη: «Το πιο επαναστατικό πράγμα είναι να κάνεις καλά τη δουλειά σου»

H σκηνοθέτρια που φέτος ανεβάζει στην Εφηβική Σκηνή της Στέγης τους «Παραθεριστές» του Γκόρκι θυμάται την εποχή που σέρβιρε τον Ντεριντά και εξηγεί γιατί το ζητούμενο του ελληνικού θεάτρου πρέπει να είναι το άνοιγμα στο εξωτερικό.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Η Μαρία Μαγκανάρη καταπιάνεται για πρώτη φορά με το θέατρο για εφήβους και διαλέγει γι’ αυτό το σκοπό  τους «Παραθεριστές» του Γκόρκι παρουσιάζοντας τους σαν μια ιστορία ενηλικίωσης, άλλωστε η παράσταση απευθύνεται και στο ενήλικο κοινό. Είναι λαλίστατη κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, θέτει τα ερωτήματα σχεδόν μόνη της προλαβαίνοντας με, μιλάει με πάθος για κάθε τι που υποστηρίζει αλλά ταυτοχρόνως έχει το άγχος της σωστής διατύπωσης. Όταν η συνέντευξη φτάνει στο τέλος της μου λέει  «Ελπίζω να βάλεις τάξη σε όλο αυτό το χάος». 

Γιατί σε κέντρισε σαν έργο «Οι παραθεριστές» του Γκόρκι; Μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση που αυτό το έργο δεν παίζεται συχνότερα. Υπάρχει βέβαια μια απάντηση. Πρόκειται για πολυπρόσωπο έργο και με τη στενότητα που υπάρχει  τα τελευταία χρόνια αυτός είναι ένας ανασταλτικός παράγοντας και πάμε αναγκαστικά σε έργα με δύο, τρία πρόσωπα πράγμα που θεωρώ εξαιρετικά αντικαλλιτεχνικό. Επιπλέον, ήταν προσωπική μου ανάγκη, τη δεδομένη στιγμή, να ασχοληθώ με κάτι πιο κλασικό. Από την αρχή όμως ξεχώρισα το κείμενο γιατί παρότι είναι Γκόρκι, έχει δηλαδή έναν ξεκάθαρο πολιτικό άξονα, με εντυπωσίασε. Με εντυπωσίασε γιατί έχουμε όλοι στον μυαλό μας τον Γκόρκι ως έναν στρατευμένο συγγραφέα, ως τον πατέρα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αλλά κάνοντας αυτόν τον κύκλο με τους «Παραθεριστές» θεωρώ ότι τον αδικούμε, αν τον βλέπουμε μόνο έτσι.

Γιατί; Μου έκανε τρομερή εντύπωση πώς αποτυπώνει τις σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Βρίσκω τρομερά εύστοχες τις περιγραφές του. Είναι σαν να έχει βάλει αυτούς τους ανθρώπους στη συνθήκη του παραθερισμού κι αυτός κάθεται και τους παρατηρεί. Είναι σαν ψυχογράφημα, νιώθει ότι έχει σχέση και με την ψυχανάλυση όλο αυτό. Δηλαδή οι ήρωες του δεν είναι φιγούρες αλλά ζωντανοί άνθρωποι.

Άρα γι’ αυτό το έργο είναι κατάλληλο για το νεανικό κοινό; Επειδή οι χαρακτήρες του δεν είναι χάρτινοι αλλά οικείοι και συνεπώς πιο ενδιαφέροντες; Ακριβώς. Συν το ότι είναι ένα καθαρό έργο, που νομίζω ότι μπορεί να το καταλάβει ο οποιοσδήποτε. Επιπλέον εμπεριέχει την έννοια της ενηλικίωσης.

Με ποιον τρόπο; Σαν όλα τα πρόσωπα του έργου, το καθένα για τους δικούς του λόγους και με δική του αφετηρία, να αρνούνται να έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα. Η επαφή με την πραγματικότητα στη διάρκεια της ζωής μας είναι αυτό που κατά κάποιο τρόπο μας ενηλικιώνει, δεν συμβαίνει ξαφνικά στα 18 μας.

Αυτό είναι το νόημα του έργου; Αν διάλεγα ένα πράγμα ότι θέλει να μας πει το έργο είναι το «Φίλε, δράσε». Γι’ αυτό υπάρχει η συνθήκη του παραθερισμού. Οι παραθεριστές δεν δρουν, διακόπτουν την κανονική ροή της ζωής για να βρουν έναν χρόνο νεκρό. Αυτή τη μεταφορά, που δηλώνει ότι παραθερίζουμε στη ζωή, μας εμπεριέχει την πρόταση της σύγκρουσης με αυτή τη νωθρότητα, την ψυχική νωθρότητα. Δεν πάμε εύκολα στο επόμενο στάδιο. Δεν υπερβαίνουμε εύκολα τις αντιστάσεις μας για να φτάσουμε στο «πράξεις, όχι μόνο λόγια».

«Η αίσθησή μου είναι ότι πράττουμε ασταμάτητα για να υπεκφεύγουμε, πολλές φορές δίνουμε λάθος μάχες και προφανώς χρειάζεται μια στιγμή ανασκόπησης για να επαναπροσδιορίσουμε το πού πάμε».

Και πώς βρίσκουμε την ισορροπία ανάμεσα στο κάνουμε μια πράξη που μας εξελίσσει και σε αυτό που οι περισσότεροι ζούμε, δηλαδή το να τρέχουμε συνεχώς αλλά στην πραγματικότητα να είμαστε στάσιμοι; Ναι, όντως αυτό συμβαίνει. Η αίσθησή μου είναι ότι πράττουμε ασταμάτητα για να υπεκφεύγουμε, πολλές φορές δίνουμε λάθος μάχες και προφανώς χρειάζεται μια στιγμή ανασκόπησης για να επαναπροσδιορίσουμε το πού πάμε. Υπάρχει βέβαια το ότι κάνουμε πέντε δουλειές για να βγάλουμε τα χρήματα μίας, κι αυτός είναι ένας πολύ σοβαρός αντικειμενικός παράγοντας. Την ίδια στιγμή κι εμείς χανόμαστε ο καθένας στο δικό του χάος.

Η δική σου μάχη στο θέατρο πώς είναι; Είναι ασταμάτητη και ξεκίνησε από την αρχή. Είχα σπουδάσει στη Φιλοσοφική, είχα σκοπό να ξεκινήσω ένα διδακτορικό στο Παρίσι και θεωρώ μάλιστα ότι είχα κλίση σε αυτό, θα ήμουν καλή. Αλλά από ένστικτο, όχι με σκέψη, είπα ότι θέλω να αλλάξω, να πάω κάπου αλλού. Αυτό ήταν μια μάχη. Γιατί, και εδώ αναγκαστικά θα μπουν ταξικοί όροι, όταν δεν έχεις αρκετά χρήματα ή μια οικογένεια που σε στηρίζει τότε είναι δύσκολα γιατί ο χώρος του θεάτρου είναι απαιτητικός. Εγώ για πολλά χρόνια έκανα άλλα πράγματα.  Έχω δουλέψει πολλά χρόνια σε μπαρ. Για παράδειγμα στο Εν Δελφοίς το 1997 με 2000 που πέρασε όλοι η Αθήνα, έχω σερβίρει μέχρι και τον Ντεριντά. Έχω στο μυαλό μου ότι πήγα προς τα εκεί που ήθελα, και πήρα το ρίσκο μου αλλά δεν αποδείχτηκε τελικά μεγαλύτερο από όσους επέλεξαν πιο «ασφαλείς» δουλειές.

Όσον αφορά την ουσία του θεάτρου ποια είναι η μάχη; Η μάχη είναι διαρκής απέναντι στον εαυτό σου και τις ευκολίες σου. Εκεί που λες «ναι, σούπερ, το έχουμε» στην πραγματικότητα δεν ισχύει αυτό. Είναι τόσο ζωντανό, το βλέπεις από την μία πρόβα στην άλλη να αλλάζει.

 Πώς αισθάνεσαι πού το κοινό θα είναι, κυρίως, εφηβικό; Είναι τρελό challenge για μένα ότι δεν θα είναι το τυπικό κοινό του θεάτρου, που μπορεί να είναι σφιγμένο, αλλά νέοι άνθρωποι ως επί το πλείστον. Έχω μεγάλη αγωνία και έξαψη. Σίγουρα θα αλλάξουμε πράγματα και μετά την πρεμιέρα.

Νιώθεις μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στο εφηβικό κοινό; Προσπαθώ να μη το σκέφτομαι αυτό για να μη με λογοκρίνω. Δεν έχω στο μυαλό μου να τους κατευθύνω ή να τους διδάξω. Η όλη σκηνοθεσία έχει γίνει σα να απευθύνεται σε ενήλικες με ένα μικρό στοπ για να σκεφτούμε πώς ήμασταν εμείς σε αυτή την ηλικία.  Άλλωστε η παράσταση απευθύνεται και σε ενήλικες.

Όταν εσύ ήσουν έφηβη ποια ήταν η σχέση σου με το θέατρο; Δεν προέρχομαι από μια οικογένεια διανοουμένων, ο πατέρας μου ήταν οικοδόμος. Η σχέση μου με το θέατρο ήταν πολύ συγκεκριμένη. Παίρναμε, κυρίως, εισιτήρια της εργατικής εστίας και βλέπαμε εμπορικό θέατρο. Βλέπαμε επιθεωρήσεις, Βέγγο, Ψάλτη. Η πρώτη επαφή με την τέχνη ήταν μέσω της λογοτεχνίας. Οι δικοί μου είχαν ένστικτο να αναγνωρίσουν τα βιβλία ως κάτι πολύ καλό, η μητέρα μου μας έδινε βιβλία ως δώρα. Επίσης ως κοινό ήμουν αρχικά θεατής σε σινεμά και όχι σε θέατρο. Το σινεμά για μένα ήταν άλλος ένας κόσμος.

Οι επιθεωρήσεις πώς υπάρχουν μέσα σου, πώς ίσως βγαίνουν στο θέατρο που κάνεις;  Το λαϊκό στοιχείο είναι βαθύ μέσα μου, αυτό με προσδιορίζει. «Προσπαθώ να ισορροπήσω τις αστικές μου επιθυμίες με τους επαναστατημένους οραματισμούς μου» έχει γράψει ο  Μάνος Χατζιδάκις σε γράμμα του από Νέα Υόρκη στον Μίνω Αργυράκη. Την ίδια στιγμή με ενδιαφέρει πολύ η κλασική μουσική, η τζαζ  -που είναι μια ταυτότητα που προσπάθησα να αναπτύξω και να αποκτήσω μέσα από τις σπουδές μου, ίσως για να διαφοροποιηθώ- αλλά και τα λαϊκά τραγούδια, που χρησιμοποίησα ατόφια στην παράσταση «Η αρχή του κακού» που σκηνοθέτησα στο Ίδρυμα Κακογιάννη. Αισθάνομαι ότι τίποτα δεν μπορεί στο θέατρο να γίνει, τουλάχιστον όχι στο είδος που παλεύω εγώ, χωρίς δουλειά. Εάν βγει χωρίς δουλειά βλέπω τις συνέπειες. Ίσως όλο αυτό σχετίζεται και με την καταγωγή μου. Θυμάμαι τον πατέρα μου να γυρνάει κατάκοπος από την οικοδομή.

Άρα πιστεύεις στη δουλειά. Πάρα πολύ. Μακριά από μένα οι γενικεύσεις του τύπου οι δημόσιοι υπάλληλοι δε δουλεύουν αλλά αυτή η νοοτροπία που αναπτύχθηκε από ορισμένα στρώματα ότι αν μπουν στο δημόσιο θα είναι όλα εύκολα πιστεύω ότι επηρέασε βαθιά ως νοοτροπία την ελληνική κοινωνία. Για εμένα το πιο επαναστατικό πράγμα είναι να κάνεις καλά τη δουλειά σου, και ξέρω ότι είναι κλισέ αυτό αλλά το πιστεύω. Αν κάναμε όλοι καλά τη δουλειά μας θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα.

«Για εμένα το πιο επαναστατικό πράγμα είναι να κάνεις καλά τη δουλειά σου, και ξέρω ότι είναι κλισέ αυτό αλλά το πιστεύω. Αν κάναμε όλοι καλά τη δουλειά μας θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα»

Υπό ποια έννοια το λες αυτό; Ότι θα ήμασταν συνεπείς απέναντι σε αυτά που δεσμευόμασταν, απέναντι στους άλλους και νομίζω άλλωστε ότι τα πράγματα προχωράνε μέσα μετά από τη δουλειά. Βέβαια είναι μεγάλη η κουβέντα πού εντάσσεται αυτή η δουλειά μέσα στον καπιταλισμό. Ωστόσο, από την στιγμή που έχεις επιλέξει μια δουλειά ας πρόσεχες. Ο Γκόρκι λέει «ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που επιλέγει μια δουλειά που του αρέσει». Αντιθέτως, ο άνθρωπος που επιλέγει μια δουλειά που δεν του αρέσει επειδή με αυτή βγάζει περισσότερα χρήματα ή πιο εύκολα φέρει την ευθύνη της επιλογής του.

Όμως το σύστημα σου επιτρέπει ακόμη και μια δουλειά που σου αρέσει και την έχεις διαλέξει να την εξασκείς σύμφωνα με τα όνειρά σου; Η θέση μου είναι, γιατί δεν μπορώ να μιλήσω για δουλειές που δεν γνωρίζω, ότι εάν δεν βρω τον τρόπο που, ως ένα βαθμό, θα με ικανοποιεί δημιουργικά θα πρέπει να φύγω. Εκεί είναι το ζήτημα ευθύνης. Έχοντας δουλέψει και σε μια τελείως ανεξάρτητη παραγωγή, δηλαδή της δικής μας ομάδας, αλλά και σε οργανισμό όπως είναι η Στέγη έχω καταλάβει ότι παντού κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Όταν όμως έχεις μια στήριξη, που ιδανικά θα πρέπει να ήταν από το κράτος, σε βοηθάει να λύσεις πρακτικά ζητήματα. Αυτό εννοούσα πριν ότι είναι αντικαλλιτεχνικό να επιλέγεις πάντα ένα έργο που έχει τρία άτομα ή να μην μπορείς να έχεις σκηνικά. Άλλο εάν θέλεις να κάνεις κάτι χωρίς σκηνικά, αλλά εάν θέλεις και δεν μπορείς να τα έχεις τότε είναι πρόβλημα.

Το κράτος τι κάνει; Μια κρατική επιχορήγηση, και μάλιστα πενιχρή, δε λύνει όλα τα ζητήματα. Η πολιτιστική πολιτική με ενδιαφέρει. Για μένα η εξωστρέφεια είναι το ζητούμενο δηλαδή το πώς θα βγούμε στο εξωτερικό, το πώς θα υπάρξουν διεθνείς συμπαραγωγές. Αυτή τη στιγμή δεν ξέρω πώς λειτουργεί το υπουργείο, δεν το έχω παρακολουθήσει. Αλλά αυτό δεν είναι μια πολιτική έξι μηνών, αυτό χρειάζεται σχεδιασμό και όχι να αλλάζει η στρατηγική κάθε φορά που αλλάζει ο υπουργός. Και ναι, ξέρω ότι έχουμε κρίση. Αυτό το καταλαβαίνω. Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί ο πολιτισμός να τρώει τα απόνερα.

 «Οι παραθεριστές» του Μαξίμ Γκόρκι. Σκηνοθεσία: Μαρία Μαγκανάρη. 18 Νοεμβρίου – 15 Απριλίου. Απογευματινές παραστάσεις για το κοινό: Σάββατο & Κυριακή | 19:00 & Πρωινές παραστάσεις για σχολεία: Πέμπτη & Παρασκευή | 11:00, 5ος όροφος – Εργαστήριο Εφηβικού Θεάτρου Για εφήβους 13+. Στέγη Ιδρύματος Ωνάση.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.