ΣΙΝΕΜΑΤο Mamma Mia: Here We Go Again ήταν η καλύτερη ταινία του καλοκαιριού

Το Mamma Mia: Here We Go Again ήταν η καλύτερη ταινία του καλοκαιριού

Και μετά το «Mια Αμερικάνικη Ληστεία». Και μετά το To All The Boys I’ve Loved Before - η Μάρα Θεοδωροπούλου σε έναν μίνι κινηματογραφικό απολογισμό του φετινού καλοκαιριού που καταλήγει στο συμπέρασμα «έχει ABBA, είναι καλό».

Θεωρητικά, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να απορρίψει κάποιος το Mamma Mia: Here We Go Again ως τη ρηχή ανοησία που θα ήταν αν ζούσαμε σε μια δυστοπική πραγματικότητα όπου θα απαγορευόταν κάθε είδος διασκέδασης: η αντικειμενικά ανεγκέφαλη πλοκή με περισσότερες τρύπες κι από το crochet top της πρωταγωνίστριας Λίλι Τζέιμς, η επώδυνα κυριολεκτική ερμηνεία ακόμα και της μικρότερης λεπτομέρειας (στο στίχο “waiting for a call” του “One Of Us”, o Ντόμινικ Κούπερ αγναντεύει το άπειρο κρατώντας με καημό το ασύρματο τηλέφωνο), η αταλαντοσύνη των ανδρών -διάσημων και μη- του καστ στο τραγούδι και, βέβαια, ο Πάνος Μουζουράκης σε ρόλο νησιώτη γελωτοποιού/Χαϊλάντερ που εμφανίζεται στα φλασμπάκ και στο σήμερα εντελώς ίδιος.

Όμως δεν θέλουμε snobs στο άρθρο μας. Το Mamma Mia σε όλες του τις εκδοχές, θεατρικές και κινηματογραφικές, βασίζει την ύπαρξή του σε μια επικίνδυνα άστατη αρχή: τη σιγουριά ότι τα τραγούδια των ΑΒΒΑ θα αρέσουν σε όλους μας, για πάντα. Λοιπόν, ελάτε να πάρετε το Νόμπελ Φυσικής, εμπνευστές του Mamma Mia, γιατί έχετε απόλυτο δίκιο. Οι ΑΒΒΑ μεταμφίεσαν τις ιδιοφυείς μουσικές συνθέσεις τους σε φαινομενικά απλοϊκές ποπ καραμέλες, αλλά τόσο ισχυρές που μπορούν προφανώς να υποστηρίξουν όχι ένα, αλλά δύο τραβηγμένα από τα μαλλιά jukebox musicals. Κι αυτό το φιλόδοξο σίκουελ, απελευθερωμένο από τις θεατρικές καταβολές και το star power της Μέριλ Στριπ που κάπως έβαλαν την ταινία του 2008 στον αυτόματο, καταφέρνει να την ξεπεράσει, και με αυτή την έννοια είναι σαν το Νονό 2* (ναι, τόλμησα, ναι, δεν απολύθηκα…;) Μπορεί το Mamma Mia: Here We Go Again να έχασε δύο δυνατά χαρτιά του προηγούμενου, το πρεστίζ της πρωταγωνίστριάς του και τις «ομορφιές του Αιγαίου», αλλά στο πρώτο κομμάτι, τουλάχιστον, βρήκε μια έξυπνη λύση στο πρόσωπο της Τζέιμς, που κουβαλάει όλη την ταινία μόνο με τη δύναμη του χαμόγελού της, κι ας ισχύει ότι ένα τέτοιο low maintenance φιλμ δε χρειάζεται περισσότερα καύσιμα (όσο για το δεύτερο κομμάτι, η ταινία γυρίστηκε στο Βις της Κροατίας που είναι… ωραίο, αν και ο διευθυντής φωτογραφίας του Γουές Άντερσον, Ρόμπερτ Γέομαν, κάνει θαύματα δίνοντας μια αίσθηση σινεμά και όχι προκάτ σκηνικού). 

Όχι που δε θα κλέβε την παράσταση η Σερ στα 72 της…

Το Mamma Mia: Here We Go Again μοιράζει απλόχερα στιγμές χαράς, από το ψιλο-αδέξιο χορευτικό του “Waterloo” ως τη μεγαλειώδη πλεύση των ψαροκάικων υπό τους ήχους του “Dancing Queen” (από την Δουνκέρκη είχε να προκαλέσει η ξαφνική εμφάνιση πλοίων τόσο ενθουσιασμό), πριν φτάσει στο απόλυτο εγκεφαλικό, την pop culture προσελήνωση που δεν θα φανταζόμασταν ποτέ ότι θα βιώναμε: η Σερ κατεβαίνει από ένα ελικόπτερο και εισέρχεται στο σύμπαν των ΑΒΒΑ. Γιατί δεν το είχε σκεφτεί κανείς νωρίτερα; Η σκηνή που τραγουδάει το “Fernando” στον Άντι Γκαρσία σε όλη της την πλατινέ δόξα είναι τόσο random που δεν μπορείς παρά να συνειδητοποιήσεις ότι όλες οι δεκαετίες του σινεμά που προηγήθηκαν υπήρξαν μόνο για να οδηγήσουν ακριβώς σε αυτή.  

Μια Αμερικάνικη Ληστεία/ American Animals

Κατά τα άλλα, από το πλούσιο αλλά νωχελικό κινηματογραφικό καλοκαίρι, ξεχωρίσαμε το Μια Αμερικάνικη Ληστεία του Μπαρτ Λέιτον, που όπως στο ντοκιμαντέρ του The Imposter έτσι κι εδώ εξερευνά τα όρια μεταξύ αλήθειας και υποκειμενικότητας μέσα από την πραγματική ιστορία 4 νεαρών που επιχειρούν να κλέψουν μια από τις πιο σπάνιες εκδόσεις του κόσμου μέσα από τη βιβλιοθήκη του τοπικού πανεπιστημίου. Ευρηματικά σκηνοθετημένο με τις αληθινές προσωπικότητες της ιστορίας να διακόπτουν την ταινία και να σχολιάζουν εμβόλιμοι τα τεκταινόμενα, χάνει λίγο την έμπνευση και το ρυθμό της στο δεύτερο μισό, όπως άλλωστε και οι ίδιοι οι ήρωες. Ωστόσο η ματιά της στη γενιά που παραλίγο να συμπεριληφθεί στους millennials και της οποίας τα τραύματα και τα προβλήματα τώρα αρχίζουν να διαφαίνονται είναι χρήσιμη, οξυδερκής κι αρκετές φορές αστεία.

https://www.youtube.com/watch?v=mTLc_RzqaJc

Τον Αύγουστο κυκλοφόρησε στο Netflix η ρομαντική κωμωδία To All The Boys I’ve Loved Before, με την πλατφόρμα να σκίζει, ομολογουμένως, στο είδος φέτος, μετά το The Kissing Booth και το Set It Up (που συμπεριλήφθηκε στη λίστα μας με τις καλύτερες ταινίες του πρώτου 6μήνου του 2018). Η μεταφορά του εφηβικού βιβλίου της Τζένι Χαν, με ηρωίδα μια ντροπαλή 17χρονη (Λάνα Κόντορ) που προσποιείται ότι έχει δεσμό με ένα αγόρι που της άρεσε παλιά για να κερδίσει το αγόρι που της αρέσει τώρα, έχει καρδιά και μυαλό, εύχεται να ήταν ταινία του Τζον Χιουζ (κρίνοντας από τις αναφορές της) αλλά της αρκεί που είναι το 10 Πράγματα Που Μισώ Σε Σένα αυτής της δεκαετίας. Μας αρκεί κι εμάς, όπως φαίνεται, αφού η ταινία γονάτισε τα social media τις τελευταίες δύο εβδομάδες, με το όνομα του ψεύτικου αγαπημένου και χαμένου κλώνου του Μαρκ Ράφαλο “Peter Kavinsky” (πάντα στα αγγλικά, πάντα με ονοματεπώνυμο, πάντα δικός μας) που υποδύεται ο Νόα Σεντινέο να αναφέρεται 1,9 εκατ. φορές μέσα σε εκείνο το διάστημα. Πόσες από αυτές ήταν δικές μας δεν θα σας πούμε ποτέ…

* Οι απόψεις της κινηματογραφικής συντάκτριας, ειδικά όταν προχωρούν σε σύγκριση των σίκουελ Νονού και Mamma Mia, σε καμία περίπτωση δεν απηχούν τις θέσεις του popaganda.gr. Καταραμένε Βολταίρε

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.