DAVID BOWIE (1947-2016) A LIFE OF SOUND AND VISION

Η Popaganda αποχαιρετά τον Άνθρωπο που Έπεσε στη Γη.

Όταν ο Lester Bangs αποθέωσε τον David Bowie

Ο παιάνας του σπουδαιότερου μουσικογραφιά για το Station to Station, όπως δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 1976 στο θρυλικό περιοδικό Creem.
popaganda_bowie_lester_bangs

Είναι ζόρικο να έχεις ήρωες. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Είναι πιο δύσκολο από το να είσαι ήρωας. Γενικά από τους ήρωες όλοι περιμένουν να παράξουν κάτι ώστε να επανεπιβεβαιώσουν ότι κρατάνε ακόμη γερά τα ζεστά καπούλια της σκύλας μούσας, μια κατάσταση που μερικές φορές μοιάζει περισσότερο με σημάδια από νύχια σε ένα γκρεμό. Το ηλιοβασίλεμα. Και αυτό δεν είναι καθόλου αστείο, φίλε.

Αλλά όσοι λατρεύουν τους ήρωες (οι fans) πρέπει να ζουν με τον αέναα επιβεβαιωμένο τρόμο της πτώσης των ηρώων περίπου δύο με τρεις εβδομάδες αφού το επόμενο αριστουργηματικό LP πέσει πάνω στα πικάπ μας.

Ένας πολύ σπουδαίος άντρας (νομίζω ότι ήταν οι Isley Brothers) είπε κάποτε ότι η επί της ουσίας αλήθεια για τη ζωή πάνω σε αυτό τον πλανήτη είναι ότι πρόκειται απλώς για μία αλληλουχία απογοητεύσεων. Οπότε δεν υπάρχει κανένας λόγος να ρομαντικοποιείς τις προδοσίες σου. Καίγομαι, άρα υπάρχω. Ποτέ οι λέξεις στην ιστορία της ροκ ποιητικής, από τον Dylan στον Bernie Taupin, δεν το έθεσαν καλύτερα από την Sandy Posey στο “Born a Woman”: “Γεννήθηκα για να με τσαλαπατάνε, να μου λένε ψέματα, να με απατούν και να μου συμπεριφέρονται σαν βρωμιά”. Και υπό μία έννοια, δεν είμαστε όλοι γυναίκες, οι νέγροι αυτού του κόσμου, σύμφωνα με με μοντέρνους κοινωνικούς σχολιαστές;

Ναι, είμαστε, πολλοί fans του David Bowie ένιωσαν ότι κάηκαν, ότι μετατράπηκαν σε γυναίκες που τους έκλεψαν την αθωότητα, όταν ο David κυκλοφόρησε το Young Americans. Γιατί; Μα γιατί, και αυτό είναι αρκετά ενδιαφέρον, νόμιζαν ότι ο David προσπαθούσε να μετατρέψει τον εαυτό του σε νέγρο. Εγώ, παρ’ όλα αυτά, δεν ήμουν ένας από αυτούς τους ανθρώπους.

 

Τώρα, όπως πιθανότατα γνωρίζει κάθε πιστός αναγνώστης αυτού του περιοδικού, ο David Bowie δεν υπήρξε ποτέ ο ήρωάς μου. Ανέκαθεν πίστευα ότι όλη αυτή η Ziggy Stardust-ομοφυλόφιλος-από-το-Αλδεβαράν ιστορία ήταν ένα μάτσο σκατά, ειδικά εφόσον προερχόταν από ένα τύπο που δε γούσταρε καν να μπαίνει σε αεροπλάνα. Πίστευα ότι έγραφε με διαφορά τους χειρότερους στίχους που είχα ακούσει ποτέ από μία σημαντική ποπ φιγούρα, με την εξαίρεση του Bernie Taupin. Στίχοι σαν το “Time takes a cigarette and puts it in your mouth”, που τους τραγουδούσε με μία φάτσα τόσο σοβαρή που φαινόταν ότι θα έσπαγε με μία αυθόρμητη χειρονομία, μου φαίνονταν στην καλύτερη περίπτωση αδέξιοι. Όσο για τη μουσική του, ήταν τόσο εκλεκτικιστής (δηλαδή κλέφτης) όσο και ο Elton John, που σημαίνει ότι αν και σε ορισμένες περιπτώσεις έβγαινε στη σκηνή έχοντας προηγουμένως φαινομενικά βουτήξει σε δεξαμενές πράσινης γλίτσας, είχε γραμμένο παντού πάνω του “Επαγγελματίας της Showbiz”. Ένα προσωπείο εξίσου εύθραστο και παγωμένο, που υποθέτω ότι σημαίνει πως ήταν αναπόφευκτο να σπάσει ή να λιώσει, και η όποια αληθινή καλλιτεχνική δραστικότητα βρισκόταν από κάτω, να αναδειχθεί ή να εξατμιστεί.

81PWA7pWlaL
O Bowie, λοιπόν, έσπασε τον τελευταίο χρόνο και το αποτέλεσμα ήταν το Young Americans. Ένα άλμπουμ που δεν αγαπήθηκε από τους παραδοσιακούς Bowiephiles, αλλά για κάποιον σαν τον υπογράφοντα κριτικό σας, που ποτέ δεν είχε μεγάλες προσδοκίες, ήταν ένα απόλυτα αποδεκτό προϊόν που ακούγεται ξανά και ξανά με μεγάλη ευχαρίστηση. Επιπλέον επρόκειτο για μία ουσιαστικά προσωπική μουσική δήλωση μεταμφιεσμένη σαν ένα ξεδιάντροπο φλερτ με την αγορά της ντίσκο: το Young Americans δεν ήταν μία ερασιτεχνική προσπάθεια του Bowie να καταπιαστεί με τη soul, ήταν η γέφυρα ανάμεσα στη μελαγχολία και την ξεκάθαρη κατάθλιψη, μία ειλικρινής δήλωση από ένα βαθιά προβληματισμένο, διανοητικά κατεστραμμένο άνθρωπο που παρ’ όλα αυτά, κατάφερε στο μεγαλύτερο κομμάτι του δίσκου να γλιτώσει από τη μεμψιμοιρία. O Bowie, όπως πολλοί από τους σύγχρονούς του, έσπασε – μόνο που στην περίπτωσή του του έκανε καλό, γιατί τον ανάγκασε να κόψει τις μαλακίες. Το Young Americans υπήρξε το πρώτο του ανθρώπινο άλμπουμ μετά το Hunky Dory, και κατά τη γνώμη μου ο καλύτερος δίσκος που έβγαλε ποτέ.

Μέχρι τώρα. Τα πρώτα πράγματα που πρέπει να ειπωθούν για το Station to Station είναι ότι ακούγεται σαν να έχει ξανά μία πραγματική live μπάντα και ότι δεν πρόκειται για ένα ντίσκο άλμπουμ (αν και αναμφίβολα, πολλοί θα το ξεγράψουν ως τέτοιο) αλλά μία ειλικρινής προσπάθεια από έναν ταλαντούχο καλλιτέχνη να πάρει στοιχεία της rock και της soul μουσικής, μαζί με τα δικά του ιδιοσυγκρασιακά και κατά καιρούς πομπώδη κολλήματα και να επεξεργαστεί αυτό το φαινομενικά αταίριαστο συνδυασμό διαφορετικών στιλ σε κάτι νέο και δυναμικό που δεν χρειάζεται να αντιγράφει φουτουριστικές συμπεριφορές είτε από τον Anthony Newley είτε από τους Velvet Underground γιατί επιτέλους βρήκε τη δική του φωνή.

Αυτό είναι το πρώτο άλμπουμ του Bowie στο οποίο δεν περιέχονται οι στίχοι, και χαίρομαι γιατί πάντα συμφωνούσα με τον Fats Domino που είχε πει ότι είναι πιο διασκεδαστικό να προσπαθεί να τους καταλάβει ο καθένας μόνος του. Ο πρώτος στίχος του άλμπουμ είναι ο χειρότερος: “The return of the thin white duke / Throwing darts in lovers’ eyes”. Στη Σχολή Ροκ Κριτικών, όταν μου μιλούσαν για “ποπ ποίηση”, δεν νόμιζα και ακόμη δε νομίζω ότι μιλούσαν για κάτι τέτοιο, που δεν είναι μόνο πομπώδες και σχετικά δυσάρεστο, αλλά αυτή τη στιγμή παλεύω με ένα αίσθημα παράνοιας που μου υπαγορεύει ότι ο Bowie μιλάει για τον εαυτό του. Έχω μία εφιαλτική εικόνα του στο μυαλό μου να ξεκινάει τις συναυλίες στη νέα του περιοδεία βαδίζοντας αργά στη σκηνή, με ένα πονεμένο βλέμμα και έναν προβολέα να τον ακολουθεί καθώς θα ξεστομίζει αυτές τις λέξεις. Και για να είμαι ειλικρινής, η όλη αυτή ιδέα με κάνει να τρέμω. Γιατί αν είναι αλήθεια, σημαίνει ότι είναι ακόμη τόσο ανόητος όσο ήταν, και χρειάζεται λίγη ακόμη κοκαϊνη για να ισιώσει.

Αλλά δεν ανησυχώ πραγματικά. Γιατί μπορείς πάντα να αγνοήσεις τους στίχους αν θες, γιατί αυτό είναι ένα από τα καλύτερα κιθαριστικά άλμπουμ από την εποχή του Rock ‘n’ Roll Animal. Οπότε ποιος χέστηκε τι σημαίνει “TVC 15” – είναι ένα σπουδαίο rock ‘n’ roll κομμάτι. Και όταν οι λέξεις εμφανίζονται μέσα από τη δύναμη του ορχηστρικού περιβάλλοντός τους σαν κολυμβητές που βρίσκονται ξαφνικά μέσα σε ρεύμα και δεν ξέρουν αν πρέπει να φωνάξουν τους ναυαγοσώστες ή απλά να το διασκεδάσουν, ε λοιπόν σε εκείνες τις στιγμές αγαπητέ αναγνώστη, ξέρω ότι δεν θα το πιστέψεις, αλλά αυτές οι λέξεις πραγματικά βγάζουν νόημα! Και μάλιστα, με σχετικά απλή γλώσσα υποδηλώνουν τη μετάβαση από τη βαθιά κατάθλιψη των καλύτερων σημείων του Young Americans (και αυτό είναι επιστημονική απόδειξη ότι η κατάθλιψη δε θα έπρεπε ποτέ να αποφεύγεται) σε μία όμορφη, έντονα ρομαντική μελαγχολία μέσω της οποίας η διχασμένη συνείδησή όχι απλώς τα βρήκε με τον εαυτό της αλλά κατάφερε να κάνει ένα μεγάλο άλμα μπροστά και να αναγνωρίσει ότι στην πραγματικότητα υπάρχουν και άλλα ανθρώπινα πλάσματα!

Δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν συγκεκριμένα παραδείγματα: στίχοι όπως “Don’t have to question everything in heaven or hell”, και μάλιστα μέσα στη μελωδική διάθεση που τα περικλείει, μπορούν να γίνουν έντονα συγκινητικοί ανάλογα με τη δική σου διάθεση, και δεν πειράζει καν ότι το “Wild is the Wind” είναι ένα παλιό κινηματογραφικό κομμάτι του Dmitri Tiomkin – ακόμη και αν ο Bowie το έκανε για τους δικούς του camp λόγους και για να ικανοποιήσει την ιδιοσυγκρασία το, δεν ακούγεται σαν να το έκανε για αυτό το λόγο. Ακούγεται σωστά με τον υπόλοιπο άλμπουμ.

Που είναι τόσο εντυπωσιακό, ένα γαμάτο ροκ άλμπουμ και τόσο υποσχόμενο να αντέξει στο χρόνο περισσότερο και από το Young Americans, που θα προτρέξω και θα πω ότι ο Bowie επιτέλους έβγαλε ένα (το πρώτο του) αριστούργημα. Στο διάολο το Ziggy Stardust, γάμα την προσπάθεια να το παίξεις George Orwell και William Burroughs όταν έχεις διαβάσει μόνο το μισό του Nova Express – αυτό και το Young Americans είναι τα πρώτα albums που έφτιαξε και δεν ακούγονται σαν απάτες. Ο Bowie εγκατέλειψε τη δηθενιά του, ή τουλάχιστον την περισσότερη, και κάνοντάς το πιστεύω ότι επιτέλους είναι πια ένας καλλιτέχνης και όχι ένας ποζεράς, συλλέκτης στιλ και (οφείλω να ομολογήσω πάντα σπουδαίος, αν εξαιρέσεις το Raw Power) παραγωγός. Ποτέ δεν θα καταφέρει να γίνει ο ήρωάς μου, γιατί δεν είναι ούτε αρκετά αστείος ούτε αρκετά μαύρος, αλλά με δυσκολία μπορώ να περιμένω για να ακούσω ό,τι έχει να πει στη συνέχεια.


Το κείμενο δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του ‘76 στο Creem και περιλαμβάνεται στη must-have ανθολογία του Lester Bangs, Psychotic Reactions and Carburetor Dung.

Η Popaganda αποχαιρετά τον Άνθρωπο που Έπεσε στη Γη.

© ΦΩΤΑΓΩΓΟΣ ΕΠΕ 2019 / All rights reserved
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.