ΘΕΑΤΡΟ1.181 λέξεις για την παράσταση «887» και τον ίδιο τον Ρομπέρ Λεπάζ

1.181 λέξεις για την παράσταση «887» και τον ίδιο τον Ρομπέρ Λεπάζ

Μια συνάντηση με τον Ρομπέρ Λεπάζ και μια προσπάθεια του Γιώργου Βουδικλάρη να μιλήσει για την αυτοβιογραφική του παράσταση, χωρίς spoiler.

Είναι ιδιαίτερες αυτές οι ομαδικές συνεντεύξεις – ή μίνι συνεντεύξεις τύπου; Η αιτία πίσω τους είναι απλή: ο καλλιτέχνης δεν έχει το χρόνο, ή τη διάθεση (ή και τα δύο) να συναντήσει ξεχωριστά καθέναν από τους πολιτιστικούς συντάκτες που θέλουν να του πάρουν συνέντευξη, κι έτσι το απελπισμένο γραφείο τύπου ασκεί κάθε δυνατή και μη πίεση για να επιτύχει αυτή τη σολομώντεια λύση. Έτσι, παλαιοί γνώριμοι, άσπονδοι φίλοι, αλλά και πρώην και νυν αγαπημένοι συνεργάτες, μαζεύονται γύρω από ένα τραπέζι με καφέ και φιλέματα και προσπαθούν στον – πάντοτε ασφυκτικά περιορισμένο – χρόνο που δίδεται, να πάρουν όσο μπορούν περισσότερα – ο καθένας χώρια, αλλά και όλοι μαζί, καθώς το εγχείρημα καθίσταται υποχρεωτικώς ομαδικόν – από τον πολύτιμο και ακριβοθώρητο προσκεκλημένο. Κι όταν ο συνεντευξιαζόμενος εκτελεί με βαριά καρδία την αγγαρεία του δίνοντας τυπικές κι αναμενόμενες απαντήσεις, το όλο πράγμα είναι απλά επώδυνο. Όταν όμως αποδεικνύεται εύγλωττος, ευφυής και χειμαρρώδης, τότε ο χρόνος σίγουρα δεν πάει χαμένος.

Έτσι συνέβη και με τον σπουδαίο Ρομπέρ Λεπάζ, που όλοι διεκδικούσαμε ως σπανίας καλλονής (ή εξαιρετικά πολύφερνη) νύφη. Στις 12 το μεσημέρι ακριβώς, έτσι όπως είχε απειλήσει, ήρθε και πήρε τη θέση του ανάμεσά μας, κι άρχισε να μας μιλάει για το 887, το αυτοβιογραφικό του εγχείρημα που αποτελεί ίσως την κορωνίδα του φετινού θεατρικού προγραμματισμού της Στέγης. Όποιος άλλωστε είχε δει προ εξαετίας – πόσο επιταχύνεται ξαφνικά όσο μεγαλώνουμε η πάροδος του χρόνου – το The Far Side of The Moon, ξέρει για τι διαμετρήματος δημιουργό μιλάμε.

Σε τέτοιες συναντήσεις υπάρχει κάτι που είναι ταυτόχρονα αρνητικό και θετικό: καθώς μέρος του σκοπού τους είναι και η προώθηση της παράστασης, λαμβάνουν χώρα πριν να έχουμε την ευκαιρία να τη δούμε. Το αρνητικό είναι, προφανώς, πως αν είχαμε ήδη δει οι ερωτήσεις μας θα ήταν πιο συγκεκριμένες και εις βάθος, ενώ τώρα αναπόφευκτα αποτελούν πυροβολισμούς στο σκοτάδι: δεν ξέρουμε ακριβώς για τι πράγμα μιλάμε. Το θετικό είναι πως ο ίδιος ο καλλιτέχνης σου δίνει εκ των προτέρων κάποια κλειδιά για αυτό που έχει κάνει – κι ομολογώ πως χρησιμοποίησα αρκετά από αυτά παρακολουθώντας τη χτεσινή πρεμιέρα. Τελικώς, λόγια του δημιουργού και αισθήσεις από το έργο του καταλήγουν να γίνουν ένα. Αυτό, λοιπόν, το κείμενο θα προσπαθήσει να ισορροπήσει ανάμεσα στο πριν και το μετά τη θέαση, παρέχοντας χρήσιμα εργαλεία για την κατανόηση ενός αριστουργήματος  – γιατί αυτό ακριβώς είναι το 887 – με τη λιγότερη δυνατή χρήση αυτού που πλέον ελληνιστί ονομάζουμε spoilers.

Η μνήμη είναι το αντικείμενο του 887 – τι άλλο; Μέσα από την προσπάθειά του να απομνημονεύσει ένα ποίημα σημαντικό για την ιστορία της χώρας του ώστε να το απαγγείλει σε μια επετειακή εκδήλωση, ο σκηνοθέτης,  δραματουργός και πρωταγωνιστής  της παράστασης προσπαθεί να κατανοήσει μέσα από ποιους μηχανισμούς θυμόμαστε και ξεχνάμε. Και επιστρέφει – πού αλλού; – στην παιδική του ηλικία. Την οποία θυμάται ως ευτυχισμένη, όπως ο ίδιος μας λέει, μέχρι που ξεκινά την έρευνά του και διαπιστώνει πως οι φωτογραφίες της εποχής μάλλον διαψεύδουν αυτή του την εντύπωση. Πρέπει να υπάρχει κάποιος μηχανισμός, μας εξηγεί, μέσω του οποίου θυμόμαστε ή ξεχνάμε. «Μνήμη σημαίνει να διαστρεβλώνουμε την αλήθεια», λέει ο ίδιος.

Σαν εισαγωγή λοιπόν στο πρόσφατο, πολυβραβευμένο αυτοβιογραφικό του σόλο, ο Λεπάζ μας εξομολογείται πως κάθε πέντε-δέκα χρόνια, ως αντιστάθμισμα στους συμβιβασμούς που απαιτούν οι συλλογικές δημιουργίες που συνηθίζει με την ομάδα του, κάνει μια τέτοια παράσταση για να εκφράσει πράγματα πιο προσωπικά. Επίσης, το σόλο του δίνει την ευκαιρία να παίξει ως ηθοποιός, πράγμα που συνήθως η σκηνοθεσία κι η σκηνογραφία, δεν του επιτρέπουν, καθώς απορροφούν όλο του το χρόνο και την ενέργεια. «Συνήθως στις σόλο παραστάσεις μου παίζω ένα ρόλο, ένα χαρακτήρα που έχει ένα άλλο όνομα από το δικό μου. Μεταμφιέζομαι για να πω μια ιστορία πολύ προσωπική. Όμως το 887  είναι αυτό που λέμε auto-fiction».

Τον ρωτώ αν είναι επώδυνο ή λυτρωτικό το να βρίσκεται κανείς στη σκηνή έκθετος, μιλώντας για τον εαυτό του χωρίς την κάλυψη του ρόλου – κάποιες φορές έχω την αίσθηση πως παρακολουθώ κάποιον μέσα από κλειδαρότρυπα. «Είναι δύσκολο», απαντά. «Θα δείτε όμως κάτι στην αφηγηματική μορφή της παράστασης. Όταν αρχίζω, φέρομαι σαν να μην πρόκειται να υπάρξει θέατρο. Ξεκινά σαν διάλεξη, σαν να εξηγώ πώς συνέβησαν τα πράγματα. Το θέατρο έρχεται αργότερα, όταν είναι η ώρα του να έλθει. Όταν είμαι εγώ έτοιμος, κι όταν το κοινό είναι έτοιμο. Είναι λοιπόν ένας υβριδικός τρόπος να αφηγηθείς μια ιστορία. Κι αυτό με προστατεύει! Στην αρχή δεν περιμένεις πως θα υπάρξει δραματική ένταση. Όμως σιγά-σιγά το λάστιχο αρχίζει να τεντώνεται, μέχρι που στο τέλος σπάει. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει να χτίσεις μια ακραία εμπιστοσύνη με το κοινό. Μετά μού είναι πιο εύκολο να είμαι γυμνός μπροστά του!».

«Στη χώρα μου οι πινακίδες των αυτοκινήτων γράφουν «Québec – Je me souviens» (Κεμπέκ – Θυμάμαι). Τι ακριβώς; Κανείς δεν μοιάζει να θυμάται πια», μας εξηγεί ο Λεπάζ. Ανασύρω κι εγώ από τις παιδικές μου αναμνήσεις  ένα ματωμένο χάρτη της Κύπρου με την επιγραφή «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ»  που κυκλοφορούσε παντού τότε – και έτσι ξεχάσαμε. Προφανώς η τεχνική είναι διεθνώς η ίδια: μετατρέπουμε το τραύμα σε σλόγκαν και το λησμονούμε με ελαφρότερη την καρδιά.

Άλλο ένα χρήσιμο εργαλείο: « Χρησιμοποίησα πολύ την κλίμακα σε αυτή την παράσταση. Τα πράγματα που θυμόμουν καλά είναι σε μεγάλη κλίμακα. Τα άλλα, που τα θυμόμουν, αλλά πιο αμυδρά, τα πιο απόμακρα, είναι σε μικρότερη κλίμακα. Κι αυτό αλλάζει: κάποιες φορές το αυτοκίνητο είναι τόσο δα, κάποιες μεγαλύτερο, κάποιες σε φυσικό μέγεθος. Εξαρτάται από το τι θυμάσαι, κι αυτό είναι λίγο σαν παιδικό παιχνίδι, βάζουμε τον κόσμο όλο μέσα σε ένα κουτί. Αυτό κάνει και το θέατρο: τοποθετεί επί σκηνής όλο το σύμπαν. Κι είναι ενδιαφέρον το τι βλέπουν οι θεατές. όταν πρόκειται για την ανθρώπινη φιγούρα, σε όσο μικρή κλίμακα κι αν είναι, οι θεατές την αναγνωρίζουν».

Μια ακόμα εξομολόγηση του Λεπάζ: «Δεν έχω και τις καλύτερες σχέσεις με την τεχνολογία. Δεν με ενδιαφέρει και πολύ. Μετά βίας μπορώ να στείλω ή να λάβω ένα email. Αλλά έχω γύρω μου σκηνογράφους, τεχνικούς, νέους  ανθρώπους που είναι εξαιρετικά εξοικειωμένοι μαζί της, κι έτσι μου προτείνουν πράγματα. Κι εγώ χρησιμοποιώ αυτά που θεωρώ πως μπορούν να βοηθήσουν το αποτέλεσμα. Συνεχώς τις ίδιες ιστορίες λέμε. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος που θα τις πούμε».

Αυτή η τελευταία διευκρίνιση είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Μερικοί θεωρούν το θέατρο του Λεπάζ εξαιρετικά τεχνολογικό. Δεν είναι αλήθεια. Είναι ένα από τα εργαλεία που χρησιμοποιεί. Η συγκίνηση που προκαλείται, για παράδειγμα, στη σκηνή με το Νυχτερινό του Σοπέν, δεν έχει να κάνει με την αναπαραστατική μέθοδο, αλλά με τη συγκλονιστική του αφήγηση. Ο βαθύς του ανθρωπισμός, προκύπτει σε μια προσπάθεια κατανόησης του ίδιου του εαυτού του, των παιδικών του τραυμάτων, της ίδιας του της γήρανσης και του αναπόδραστου για όλους τέλους. Η τρυφερότητα αυτού του βλέμματος δεν έχει απολύτως τίποτα μηχανιστικό, μόνο καθαρή ποίηση.

Έχοντας εξαιρετικά ζωντανό στη μνήμη μου το The Far Side of The Moon, αναρωτιόμουν αν το 887 θα μπορούσε να είναι εφάμιλλο. Απεδείχθη ακόμα ανώτερο. Γιατί, απλούστατα, ο δημιουργός του είναι μια από τις μεγαλύτερες εν ζωή φυσιογνωμίες του ζωντανού θεάματος στον κόσμο.  Ένιωσα εξαιρετικά προνομιούχος που κάθισα δίπλα του επί μία ώρα – αυστηρά! – γι αυτή τη συνομιλία. Ένιωσα πολύ τυχερός για τις δύο ώρες που τον παρακολούθησα άφωνος πάνω στη σκηνή. Μεγάλο θέατρο. Μεγάλη συγκίνηση.  Μεγάλε Ρομπέρ Λεπάζ.

887, Κείμενο, Σκηνοθεσία, Σκηνικά & Ερμηνεία: Robert Lepage
Καλλιτεχνική Διεύθυνση & Σχεδιασμός: Steve Blanchet
Δραματουργία: Peder Bjurman. Στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι 27 Οκτωβρίου, στις 20:30

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.