Ο Lee Ranaldo είναι πια «experimental folk singer», όπως λέει ο ίδιος.

Ο Lee Ranaldo είναι πια «experimental folk singer», όπως λέει ο ίδιος.

Είναι πολλά τα πράγματα που θα μπορούσαμε να πούμε για τον Lee Ranaldo και τη συνεισφορά του, όλα αυτά τα χρόνια, στη μουσική των Sonic Youth, άρα και στη κιθαριστική μουσική γενικότερα. Άλλωστε, εδώ βρίσκεται κι ένα απ’τα χαρακτηριστικά που έκανε τους Αμερικανούς τόσο σημαντικό γκρουπ, με αποτέλεσμα να ραγίσει κι η δικιά μας καρδιά όταν μάθαμε ότι, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, ολοκλήρωσε την πορεία του, εξαιτίας των προσωπικών προβλημάτων μεταξύ Kim Gordon και Thurston Moore.

Αυτό όμως που φαίνεται σε αυτή την πρώτη μετά-Sonic Youth εποχή, είναι πως σε δημιουργικό επίπεδο δεν έχει γίνει και κανένα μεγάλο κακό. Ο Moore μόλις κυκλοφόρησε ένα αριστούργημα, το The Best Day, η πληγωμένη Kim «αγρίεψε» άψογα με τους Body/Head, o Shelley χαρίζει τα ρυθμικά φώτα του όπου χρειαστούν (Disappears, Sun Kil Moon) και συμμετέχει στο νεοσύστατο γκρουπ του Lee Ranaldo, τους Dust, που φανέρωσαν τις Neil Young επιρροές του σπουδαίου κιθαρίστα.

Με αφορμή το ακουστικό σετ του Ranaldo που θα πραγματοποιηθεί την ερχόμενη Δευτέρα στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσού, του στείλαμε μερικές ερωτήσεις, τις οποίες απάντησε διεξοδικά και με σαφήνεια. Ο χρόνος που χρησιμοποιεί στις αναφορές του στους Sonic Youth, δεν αφήνει περιθώριο αμφιβολίας. Η μπάντα έχει τελειώσει αλλά, όπως είπαμε, μπορεί και να μην είναι τόσο κακό αυτό.   

http://youtu.be/ZySxfc4D3U0

Αν και έγραφες τραγούδια με τους Sonic Youth, προτιμούσες πάντα να κυκλοφορείς πειραματικούς σόλο δίσκους. Πότε σκέφτηκες (και φυσικά άρχισες να ηχογραφείς) ένα δίσκο με ροκ τραγούδια; Πάντα κυνηγούσα ένα πιο θορυβώδες σκηνικό στις περιόδους που έκανα διάλειμμα απ’την μπάντα, είτε με τους Text of Light (σ.σ. το γκρουπ που έχει φτιάξει ο Ranaldo απ’το 1999, με το οποίο ντύνει μουσικά αμερικανικές avant garde ταινίες των 50s-60s), είτε με την Leah Singer (σ.σ. φωτογράφος και σύζυγος του Ranaldo) όταν κάνουμε κινηματογραφικά/μουσικά event με «αιωρούμενες» κιθάρες· δεν τα σταμάτησα αυτά. Αλλά σίγουρα πλέον έχει κάποια προτεραιότητα ένα είδος songwriting που επιθυμούσα να κάνω εδώ και πολύ καιρό. Ο ελεύθερος χρόνος που προέκυψε με το παρατεταμένο διάλειμμα των Sonic Youth μου επέτρεψε να σκεφτώ σοβαρά αυτό το δίσκο. Όλο το πράγμα προέκυψε σχεδόν οργανικά: την άνοιξη του 2010 με κάλεσαν να δώσω ένα ακουστικό live στη Νότια Γαλλία. Καθώς προετοιμάζουν για αυτή την εμφάνιση, το τραγούδι «Lost» προέκυψε ξαφνικά από μια απ’ τις κιθάρες μου. Τόσο απλά. Δύο εβδομάδες αργότερα ξεκίνησα τη συναυλία μου εκεί με αυτό το τραγούδι και από εκείνο το σημείο και μετά, τα πράγματα άρχισαν να κυλούν από μόνα τους. Πέρασα το καλοκαίρι δουλεύοντας σε κάποια ακόμα ακουστικά ντέμο, ουσιαστικά παίζοντας ακουστικές κιθάρες και ηχογραφώντας το αποτέλεσμα. Άρχισα να απολαμβάνω τη γνήσια ευχαρίστηση που μου πρόσφεραν οι ακουστικοί ήχοι και συνέχισα να δουλεύω, ως συνήθως, πάνω σε πολλά και διάφορα κουρδίσματα.

Ήμουν πάντα ακουστικός κιθαρίστας, έχω γράψει με αυτό τον τρόπο υλικό για τους Sonic Youth και σε γενικές γραμμές, είναι ένα πολύ όμορφο μουσικό όργανο. Αν και ο ήχος είναι διαφορετικός, εξακολουθώ να δουλεύω με τις ίδιες βασικές παραμέτρους που ακολουθώ κι όταν παίζω ηλεκτρικά. Θα έλεγα πως με αυτό τον τρόπο ακούς τις μελωδίες και τις φωνές περισσότερο, χωρίς τη θολούρα της έντασης και για τέτοιου τύπου τραγούδια αυτό έβρισκα πιο ενδιαφέρον: την τονικότητα και την αλληλουχία των ακόρντων. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν είχα απαιτήσεις απ’ αυτή τη μουσική που έβγαινε, απλά ακολουθούσα και παρατηρούσα τι συνέβαινε.

Μια φορά θορυβοποιός, για πάντα θορυβοποιός.

Μια φορά θορυβοποιός, για πάντα θορυβοποιός.

Ήξερες όταν άρχισες να γράφεις τα τραγούδια που κατέληξαν στο Between The Times & The Tides, πως δεν ήταν υλικό για τους Sonic Youth και πως έπρεπε να τα ολοκληρώσεις μόνος σου; Η μπάντα δεν ήταν ακόμη σε «παύση» όταν έφτιαχνα το δίσκο. Απλά δεν δουλεύαμε μαζί εκείνη την περίοδο. Ήμασταν μεταξύ περιοδειών ή ό,τι άλλο, και ο καθένας από εμάς δούλευε solo projects. Δεν σκεφτόμουν αν το υλικό ήταν για τους Sonic Youth ή όχι. Μάλλον το αντίθετο. Νομίζω πως είχε περάσει ένα αρκετά μεγάλο διάστημα απ’την τελευταία μας δουλειά (στο The Eternal )και μου είχε λείψει η εξάσκηση πάνω σε μουσική που είχε δομή τραγουδιού και καθώς εμφανίζονταν τα τραγούδια στις κιθάρες μου, απλά άρχισα, αργά αργά, να τα ηχογραφώ.

Πιστεύεις πως θα είχες κυκλοφορήσει αυτούς τους δύο δίσκους αν η μπάντα ήταν ακόμα ενεργή; Είναι δύσκολο να ξέρω, μάλλον όχι. Για να φτιάξω αυτούς τους δίσκους ξόδεψα πολύ χρόνο και ενέργεια. Όταν οι Sonic Youth ήταν ακόμα ενεργοί, ήμουν πάντα χαρούμενος να δώσω όλη μου την ενέργεια εκεί και πραγματικά δεν θα υπήρχε χρόνος να φτιάξω δύο τέτοιους δίσκους. Αν και ήταν προσωπική μου φιλοδοξία εδώ και αρκετό καιρό να φτιάξω κάποιους σόλο δίσκους, πιο προσωπικούς, δεν θα ήταν δυνατό. Οι Sonic Youth ήταν μια πολύ ξεχωριστή μπάντα, δεν έχουν όλες οι μπάντες τη σχέση που έχουμε εμείς οι τέσσερις μαζί, ούτε μπορούν να γράψουν μουσική τόσο ιδιαίτερη όπως αυτή που κάναμε μαζί. Οπότε δεν θα μου περνούσε ποτέ απ’το μυαλό να ξεκόψω απ’το γκρουπ ώστε να έχω χρόνο να κάνω τους δίσκους μου. Βέβαια, ξεκίνησα το Between The Times and The Tides σε μια περίοδο χωρίς πολλές δραστηριότητες με την μπάντα και ουσιαστικά τον είχα ολοκληρώσει πριν μάθω για τα προβλήματα της Kim και του Thurston. Οπότε κατά κάποιο τρόπο είχα βρει το χρόνο να γράψω το δίσκο ενώ υπήρχαν ακόμα οι Sonic Youth, αλλά όπως αποδείχτηκε λίγο πριν το τέλος της ζωής του γκρουπ.

Το Last Night On Earth είναι κατά κάποιο τρόπο αποτέλεσμα δουλειάς που έχει κάνει ένα γκρουπ. Πότε αποφάσισες να φτιάξεις τους Dust; Ο δίσκος έχει περισσότερο να κάνει με την ΜΠΑΝΤΑ απ’ ότι ο προηγούμενος. Εν μέρει είναι αποτέλεσμα του χρόνου που περάσαμε μαζί στο δρόμο. Όταν ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε τα τραγούδια που είχα γράψει, είχαμε δεθεί πάρα πολύ μουσικά και ήμασταν πρόθυμοι να προκαλέσουμε ο ένας τον άλλο, προς ένα πιο ανοιχτόμυαλο τρόπο παιξίματος. Δουλεύαμε αρκετούς μήνες στο στούντιο, δοκιμάζοντας διαφορετικές ενορχηστρώσεις και παραλλαγές. Ήξερα πως αυτό που ήθελα ήταν κάποια απ’τα καινούργια τραγούδια να έχουν μερικά λιγότερο δομημένα μέρη, τα οποία θα μπορούσαν να μεταλλάσσονται από συναυλία σε συναυλία ανάλογα με το που μας πήγαινε η μουσική. Ήταν πραγματικά υπέροχο απλά να παίζουμε πολύ και να έχουμε το χρόνο να δούμε πως εξελίσσονται τα κομμάτια. Οι Dust (Steve Shelley, Alan Licht, Tim Luntzel) βρήκαν το χρόνο που χρειαζόταν για να συμβεί κάτι τέτοιο. Υπάρχει πολύς περισσότερος χώρος σε αυτά τα τραγούδια να εξελιχθούν προς κάθε κατεύθυνση, τουλάχιστον σε εκτελεστικό επίπεδο.  

musician Lee Ranaldo, lower Manhattan.
 

Πως σου φαίνεται ο καινούργιος σου ρόλος ως ηγέτης μιας μπάντας; Σε αυτή τη φάση μου αρέσει πολύ. Νιώθω πιο άνετα πλέον. Είναι μεγάλη αλλαγή να τραγουδάς ξαφνικά καθ’όλη τη διάρκεια μιας συναυλίας. Είναι μια αναπάντεχη στροφή να δουλεύω σε δικά μου τραγούδια και να έχω την μπάντα μου. Σε γενικές γραμμές έχει γίνει χωρίς μεγάλη προσπάθεια και σε αυτό το σημείο έχει αποκτήσει μια δικιά του ορμή. Μου αρέσει να τραγουδάω. Πάντα μου άρεσε. Αυτό είναι μάλλον το πιο σημαντικό κομμάτι αυτής της εμπειρίας για μένα. Έχω πίστη σε αυτά τα τραγούδια, είμαι αρκετά αφοσιωμένος κι αυτό κάνει τα πάντα πιο εύκολα. Σε αντίθεση με την ομαδική διαδικασία που ακολουθούσαν οι Sonic Youth, τώρα είμαι αποκλειστικά εγώ αυτός που γράφει κι είναι αρκετά διαφορετικό. Εγώ φέρνω τη μουσική και τους στίχους κι η μπάντα βοηθάει στις ενορχηστρώσεις και στην εξέλιξή τους. Αυτήν την περίοδο βρίσκω μεγάλη χαρά γρατζουνώντας μια ακουστική κιθάρα και φτιάχνοντας απλή μουσική. Το γκρουπ πραγματικά στηρίζει αυτή την προσπάθεια. Στον τελευταίο δίσκο, ο οποίος έχει πραγματικά μια αίσθηση δουλειάς συγκροτήματος, βοήθησαν πραγματικά πάρα πολύ στην εξέλιξή του με ενδιαφέροντες τρόπους. Ιδανικά, αυτό θα συνεχίσει να εξελίσσεται.   

Διάβασα ένα πολύ επιτυχημένο σχόλιο δημοσιογράφου, πως «αν κάποιος σε ρωτάει για το μέλλον των Sonic Youth, είναι παρόμοιο με το να ρωτάει κάποιος τον George Harrison για τους Beatles». Απ’τη στιγμή που, απ’ότι φαίνεται, ξέρουμε ήδη την απάντηση στην ερώτηση για τους SY, ποιος δίσκος του γκρουπ πιστεύεις πως έχει τα περισσότερα κοινά με κάποιον των Σκαθαριών; Νομίζω πως το A Thousand Leaves είναι το White Album μας.

Τι σε οδήγησε να αποφασίσεις να δίνεις αυτές τις ακουστικές συναυλίες που θα δούμε και στην Αθήνα; Είναι ένα ακόμα πείραμα, μια επιστροφή στις ρίζες των τραγουδιών κάτι άλλο; Χαχα, εγώ γι’ αυτό με χαρακτηρίζω «experimental folk singer». Αυτή τη στιγμή, το βλέπω ως μεγάλη πρόκληση. Παίζω συνήθως μόνος μου με μια ακουστική κιθάρα. Κατά κάποιο τρόπο σε αυτό είμαι πιο «προπονημένος». Αλλά αυτή η οικειότητα, είναι πολύ δύσκολο να μεταφερθεί στη σκηνή. Είναι μια σκέψη που πάντα με εξίταρε αλλά δεν είχα δοκιμάσει ποτέ.

Ποια είναι τα σχέδια σου τώρα; Με τους Dust βγάζουμε τώρα έναν ακουστικό δίσκο, το Acoustic Dust. Κυκλοφορεί στην El Segell de Primavera, την εταιρεία αυτών που τρέχουν το Primavera. Το ηχογραφήσαμε πέρσι στη Βαρκελώνη. Γράφω καινούργια τραγούδια αλλά η μπάντα μου είναι διασκορπισμένη αυτή την εποχή, οπότε γράφω μόνος μου με μια ακουστική κιθάρα (έτσι γίνεται πάντα άλλωστε). Θα γράψω για ένα κουαρτέτο με ηλεκτρικές κιθάρες που είναι απ’τη Νέα Υόρκη, τους Dither, και θα κάνω μια εικαστική έκθεση στο Kingston. Ιδανικά θα ήθελα στους επόμενους μήνες να δουλέψω στους ίδιους τρεις τομείς που ασχολούμαι πάντα –εικαστικά, τραγούδια και ήχος. Πρόσθεσε σε αυτά οικογένεια, ποδηλασία κτλ και η ζωή απλά κυλάει.

line-630

27 Οκτωβρίου, Φιλολογικός Σύλλογος Παρνασσός, Πλατεία Ἁγ. Γεωργίου Καρύτση 8, τηλέφωνο: 210.3221917, 210.3225310. Πόρτες: 20:00. Ώρα έναρξης: 21:00 (θα τηρηθεί αυστηρά!)

Προπώληση: 17 ευρώ. Είσοδος: 20 ευρώ. Κάθε εισιτήριο αντιστοιχεί σε θέση καθήμενου, μη αριθμημένη

Σημεία προπώλησης: Public, Seven Spots, Παπασωτηρίου, ΙΑΝΟΣ, Reload Stores