ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑΠόσο (και) Πότε Φταίει Τελικά ο Προπονητής;

Πόσο (και) Πότε Φταίει Τελικά ο Προπονητής;

«Καλύτεροι είναι πάντα αυτοί που δεν παίζουν», αλλά μακάριοι είναι κι όσοι δεν βλέπουν κάθε μέρα όσα βλέπει ο κόουτς στην προπόνηση.
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή
popaganda_proponites

«Στο τιμόνι του Παναθηναϊκού μένει o Αντρέα Στραματσόνι, μετά τη συνάντησή του με τον Γιάννη Αλαφούζο», αναφέρουν τα δελτία ειδήσεων και οι τίτλοι σε εφημερίδες και sites καλύπτοντας τις εξελίξεις μετά τη συντριβή του Παναθηναϊκού στο ντέρμπι της περασμένης Κυριακής. «Μέχρι νεωτέρας», σημειώνουν βέβαια με νόημα. Την ίδια ώρα εξέδρα και τύπος τσεκάρουν τα εισιτήρια της Alitalia κι απαιτούν να πάει σπίτι του. Μόνο που στον επαγγελματικό (πρωτ)αθλητισμό η ανθρωποφαγία είναι μέρος του έργου. Ίσως και το αλατοπίπερό του, σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι πρωταγωνιστές το ξέρουν καλά. Οι προπονητές ακόμα καλύτερα.

Ο Ολυμπιακός, λοιπόν, ανοίγει τον δρόμο για το ταμείο ανεργίας και γι’ άλλον έναν προπονητή μετά τον Τιμούρ Κετσπάγια της ΑΕΚ (που πλήρωσε, ούτε κι εκείνος άμεσα, την ήττα με 3-0 στο ντέρμπι του «Γεώργιος Καραϊσκάκης»), αλλά και τον Αργύρη Πεδουλάκη που φορτώθηκε την μπασκετική συντριβή του Παναθηναϊκού στο ΣΕΦ κι εξωθήθηκε σε παραίτηση μόλις στο τέταρτο παιχνίδι της σεζόν (!). Βέβαια, ο Ολυμπιακός έχει συνεισφέρει και σε πρώτο χρόνο στον προπονητικό ΟΑΕΔ της φετινής σεζόν. Ξεκίνησε προετοιμασία με τον Μάρκο Σίλβα, έπαιξε καλοκαιρινά προκριματικά με τον Βίκτορ Σάντσεθ, στην πρεμιέρα της Σούπερλιγκας κατέβηκε με τον Πάουλο Μπέντο (και στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου θα είχε πιθανότατα τέταρτο αν ο Πορτογάλος δεν επιβιώνε του ντέρμπι της ΑΕΚ). Γενικά, στη Σουπερλίγκα μετά από 8 αγωνιστικές έχουν γίνει ισάριθμες αλλαγές προπονητών σε σύνολο 16 ομάδων. Και το κοντέρ, φυσικά, θα συνεχίσει να γράφει.

Υπάρχει ένα παράδοξο όσον αφορά τα σπορ στην Ελλάδα.

Έχουμε ένα ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα της πλάκας, πλήρως απαξιωμένο σε όρους αξιοπιστίας και θεάματος και μια μπασκετική λίγκα με δύο σπουδαίες ομάδες αλλά μηδενικό ανταγωνισμό και νυσταλέο ενδιαφέρον μέχρι τα τέλη Μαϊου που ξεκινούν οι τελικοί των πλέι-οφ. Τα δε εισιτήρια που κόβονται και στα δύο πρωταθλήματα, είναι δραματικά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Κι όμως, αθλητικα sites ανοίγουν το ένα μετά το άλλο, τα δε κορυφαία σκοράρουν θηριώδη νούμερα επισκεψιμότητας (και μάλιστα με αξιοσημείωτη διάδραση με τους αναγνώστες στα περίφημα «να περάσει δε βρίζω» καφενειακά σχόλια). Οι αθλητικές εφημερίδες είτε κακήν κακώς είτε με περίεργες χρηματοδοτήσεις επιβιώνουν σε διψήφιο αριθμό. Δύο αθλητικά ραδιόφωνα λειτουργούν στην Αθήνα με φουλ πρόγραμμα (στη Θεσσαλονίκη δε, τα αθλητικά ραδιόφωνα είναι το ίδιο ισχυρά με τον Άνθιμο). Τέλος, τα αθλητικά δεν παύουν να είναι το φιλέτο στις δύο συνδρομητικές πλατφόρμες που ανταγωνίζονται για δικαιώματα εγχώριων και διεθνών διοργανώσεων.

Το παράδοξο, αλλά ταυτόχρονα και το συμπέρασμα, είναι πώς δεν ενδιαφερόμαστε τόσο για το αθλητικό θέαμα. Αλλά, για την αθλητική κουβέντα. Την παραφιλολογία, κάπου μεταξύ καζούρας και παρασκηνίου. Για το «καφενείο». Το οποίο είναι φανταστικό, είναι το «αλάτι της αθλητικής μας ζωής», αλλά όταν είναι το μόνο επίπεδο συζήτησης διαμορφώνει και την ανάλογη σπορ κουλτούρα. Αυτήν που δεν κερδίζουν οι παίκτες, αλλά πάντα ο «προέδρος-πατερούλης-οπαδός». Αυτήν που χάνουν οι παίκτες, αλλά σχεδόν πάντα την πληρώνει ο προπονητής.

Οι περισσότεροι Έλληνες δεν έχουν την παραμικρή εμπειρία συμμετοχής σε ένα κανονικό συγκρότημα ομαδικού αθλήματος. (Το ότι είχαν παίξει κάποτε για 3-4 μήνες στο εφηβικό της ομάδας της γειτονιάς τους, σόρυ, δεν πιάνεται). Ως εκ τούτου, δεν μπορούν να καταλάβουν δύο πράγματα: ένα απλό κι ένα σύνθετο. Το απλό, αλλά τόσο δυσνόητο, είναι ότι παίζουν κι άλλοι – τους λέμε αντίπαλους, καμιά φορά είναι καλύτεροι και μας νικάνε. Το σύνθετο, και σαφώς ακαταλαβίστικο, είναι τι δουλειά κάνει ο προπονητής. Σε αυτό δεν βοηθά καθόλου και η αθλητική δημοσιογραφία, στο βιογραφικό πολλών αθλητικογράφων δεσπόζει η παρουσία σε κάποιο πέταλο όχι σε κάποιο τερέν. Πολλές φορές, μάλιστα, παίζοντας την μπάλα των διοικήσεων, σχεδόν προσπαθούν να μας πείσουν ότι ο προπονητής είναι αναγαίο κακό. Πιστοί στο μοντέλο που ξεκίνησε με τον Καπετάνιο, συνεχίστηκε με τον Μελισσανίδη, τελειοποιήθηκε με τον Κόκκαλη, αντιγράφηκε από τον Πατέρα και κληρονομήθηκε σε Μαρινάκη-Γιαννακόπουλο νεότερο (Παύλος-Θανάσης-Ομπράντοβιτς, είναι έτσι κι αλλιώς άλλη περίπτωση/εξαίρεση).

Για τους περισσότερους οπαδούς, λοιπόν, ο προπονητής είναι, στην μπάλα, ο σερβιτόρος, οι παίκτες τα κεφτεδάκια και το πιάτο το γήπεδο (για να θυμηθούμε την μυθική ανάλυση Αλέφαντου). Μετακινεί έναν κεφτέ, συγγνωμη έναν παίκτη, αλλάζει το 4-1-3-2 σε 4-4-1-1 και λιώνουν οι πάγοι, περπατάνε άνθρωποι πάνω σε νέρο, συμβαίνουν σπάνια αστροφυσικά φαινόμενα, οι αντίπαλοι περιφέρονται σαν τον νεκρό επίσκοπο Καλλίνικο και η ομάδα παίρνει τη νίκη, οι οπαδοί αποθεώνουν, ο πρόεδρος χαίρεται.

Αντίστοιχα, στο μπάσκετ –εδώ λίγο πιο «σοφιστικέ», πιο «τεχνοκρατικά» τα πράγματα- ο προπονητής είναι τόσο καλός όσα περισσότερα «συστήματα» έχει. Ας πούμε, όπως γράφτηκε, ο Πεδουλάκης δεν είχε και «σωρεία plays», ενώ ο Πασκουαλ πακέταρε το περίφημο «playbook με τα 120 συστήματα» (όσοι και οι επιπλάδες στην Αθηνών-Λαμίας) και ήρθε να τα εφαρμόσει σε ένα άθλημα που έχει πάνω-κάτω 80 κατοχές. Δηλαδή, ο ένας τους έλεγε, λίγο πολύ, «παίξτε στην τύχη» και ο άλλος τους αντιμετωπίζει σαν μεταδιδακτορικούς ερευνητές.

Απαραίτητη προϋπόθεση, φυσικά, για να πετύχουν όλα αυτά: Οι προπονητές να «έχουν ανεβάσει την ψυχολογία των παικτών». Δε συνεχίζω, το ξέρω, ακούγεται σχεδόν σόκιν.

https://youtu.be/rjJ5GEucwio

«Che cazzo, δε γίνεται πάντα να την πληρώνει ο προπονητής», το ιστορικό ξέσπασμα του Αλμπέρτο Μαλεζάνι

Στην πραγματικότητα, οι προπονητές -ειδικά στο τοπ επίπεδο- είναι διαχειριστές ανθρωπίνων πόρων που τυχαίνει να είναι νεαροί ταλαντούχοι, πιθανότατα κακομαθημένοι κι εγωκεντρικοί, εκατομμυριούχοι. Που μιλάνε διαφορετικές γλώσσες, συχνά δεν έχουν καταλάβει που βρίσκονται, έχουν διαφορετική παιδεια και διαφορετικές συνήθειες. Και πρέπει να μάθουν να σκέφτονται όλοι μαζί με έναν συγκεκριμένο τρόπο (αυτόν του προπονητή), αποδεχόμενοι έναν συγκεκριμένο ρόλο (αυτόν που τος έδωσε ο προπονητής). Να πιστέψουν δηλαδή σε ένα πλάνο. Αυτό του προπονητή. Ο οποίος, σίγουρα στην Ελλάδα, δε θα έχει το χρόνο που χρειάζεται να το στήσει. Ένα ντέρμπι στη δεύτερη αγωνιστική μπορεί να τον στείλει αδιάβαστο.

Τους προπονητές, λοιπόν, τους κάνουν μάγκες ή μάγειρες οι παίκτες. Οι δικοί τους και των αντιπάλων. Μερικές φορές, η αγωνιστική προσέγγισή τους είναι καλή, ο παίκτης είναι σε καλή μέρα, η ομάδα πετάει. Μερικές φορές, η προσέγγιση είναι εξώφθαλμα λάθος π.χ. το σχήμα του Παναθηναϊκού την Κυριακή, είναι κι ο κάθε Γουακάσο στον κόσμο του κι έρχεται η καταστροφή. «Καλύτεροι είναι πάντα αυτοί που δεν παίζουν», αλλά μακάριοι είναι και όσοι δε βλέπουν κάθε μέρα όσα βλέπει ο κόουτς στην προπόνηση.

Πότε φταίει ο προπονητής; Όταν δεν μπορεί να κάνει τους παίκτες…να τον κάνουν μάγκα. Όταν δεν τον εμπιστεύονται και δεν τους εμπνέει, γιατί είτε δεν έχει τις απαντήσεις είτε δεν τους καλύπτει στην στραβή. Είτε δεν έχει πλάνο. Είναι τόσο αόριστο, δεν μπορεί να γίνει πιο συγκεκριμένο.

Πότε φεύγει ο προπονητής; Πάντα. Όχι πάντα για τους λόγους που νομίζουμε. Τις περισσότερες φορές ο προέδρος αγοράζει χρόνο αποφυγής κραξίματος για πάρτη του και υποκύπτει στην πίεση της εξέδρας.

Κατά τα άλλα, η ζωή συνεχίζεται, η ανάγκη για παραγωγή αθλητικού content μας οδηγεί στο να αποθεώνουμε (αδικώντας τον έτσι) τη δουλειά του Πασκουάλ επειδή κέρδισε τη Λευκάδα, ο Πάουλο Μπέντο «είναι το φως» (μέχρι να τον πάρει το σκοτάδι) όπως λέει σημερινή αθλητική εφημερίδα κι εγώ κάνω διαρκώς refresh εδω και 48 ώρες με την ελπίδα ότι o Αντρέα Στραματσόνι διάλεξε επιτέλους παράθυρο ή διάδρομο…

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.