Το καλοκαίρι του 1974 σε μια παραλία του Βόλου, ένας μαθητής βρίσκεται πνιγμένος. Είναι ατύχημα ή κάτι διαφορετικό; Υπάρχουν υποψίες γύρω από μια παρέα από συμμαθητές του που εκείνη την ημέρα κολυμπούσαν στην ίδια παραλία και φαίνεται να είχαν προστριβές μαζί του. Όμως, τελικά οι έρευνες της αστυνομίας δεν καταλήγουν πουθενά και το περιστατικό ξεχνιέται. 

Σαράντα χρόνια αργότερα, με την παρέα του Αχιλλάκου, του Μπράσκα, του Μικ και του Ζερβή να αποτελεί μακρινό παρελθόν, ο Ζερβής και ο Αχιλλέας θα συναντηθούν τυχαία στο μετρό της Αθήνας. Μιλώντας στα πεταχτά, ο πρώτος διαπιστώνει ότι τελικά τίποτα δεν έχει ξεχαστεί και ότι η ημέρα εκείνη ακόμα βαραίνει τις ζωές των υπόλοιπων, οι οποίοι του καταλογίζουν ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τον πνιγμό. 

Πώς είναι δυνατόν να πιστεύουν κάτι τέτοιο; Μπορεί όντως να έχει απωθήσει από τη μνήμη του κάτι τόσο τρομέρο; Στην προσπάθειά του να απαντήσει σε αυτό το τρομακτικό ερώτημα, θα αναζητήσει τον Μικ, ο οποιος έχει μονάσει πια στο Άγιο Όρος.

Το μεγαλύτερο τμήμα του νέου βιβλίου του Κώστα Ακρίβου διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τον αναγνώστη να παρακολουθεί τις ζωές των τεσσάρων εφήβων που ζουν εσώκλειστοι σε ένα εκκλησιαστικό ίδρυμα του Βόλου ενώ σπουδάζουν στο γυμνάσιο. Μακριά από τις αγροτικές οικογένειές τους, βρίσκονται υπό την σκληρη εποπτεία ενός άτεγκτου διευθυντή και ενός κακεντρεχούς διάκου. Αντί να διαβάζουν, τους απασχολεί το ποδόσφαιρο στις αλάνες και οι πρώτοι έρωτες. Γύρω τους, η χώρα αρχίζει πολύ δειλά να αλλάζει. Από την χούντα περνάμε στο άγνωστο της επόμενης ημέρας, αλλά για αυτούς, μεγαλύτερη σημασία έχει η βελτίωση της καθημερινότητάς τους όταν αναλαμβάνει τα ηνία της Μητρόπολης Δημητριάδος ο – μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ελλάδος – Χριστόδουλος, ο οποίος από τότε έδειχνε τις βλέψεις του.

Ο Ακρίβος έχει συνδέσει το έργο του με τον τόπο καταγωγής του, τον Βόλο. Έτσι, δεν είναι έκπληξη ότι και αυτό το νέο πόνημά του, είναι ένας φόρος τιμής στην πόλη του, ενώ και εδώ έχουμε τη δράση να περιλαμβάνει το Πήλιο (βλ. Ποιος θυμάται τον Αλφόνς) και το Άγιο Όρος (βλ. Πανδαιμόνιο, κλπ). 

Το «Γάλα Μαγνησίας» είναι ηθογραφία, καθώς το κύριο θέλγητρό του και ο στόχος του είναι η ανασύσταση του παρελθόντος. Στο κρίσιμο ερώτημα αν η ηθογραφία είναι ακριβής αναπαράσταση ή «απλά» λογοτεχνία, ο συγγραφέας απαντάει ότι όσο και να θέλει να είναι ακριβής, ο δημιουργός πάντα επηρεάζει όσο και επηρεάζεται από το παρελθόν. Άρα το ερώτημα θα είναι πάντα αναπάντητο. Για αυτό και ο αφηγητής, όσο κι αν προσπαθήσει να θυμηθεί τα περιστατικά της νιότης του, πρέπει κυρίως να μάθει από τους υπόλοιπους της παρέας τη δική τους αλήθεια. 

Άξια αναφοράς είναι η προσέγγιση του Ακρίβου στο θέμα της Εκκλησίας. Στο ένα άκρο, ο Χριστόδουλος περιγράφεται ως ικανός αλλά κυρίως φιλόδοξος: προσεγγίζει όλα τα συμβάντα από την προοπτική του δικού του λαμπρού μέλλοντος, κάτι που σημαίνει ότι σημασία έχει να φαίνονται όλα τακτοποιημένα και να αποφεύγεται κάθε αρνητική δημοσιότητα. Στο άλλο, ο διάκος είναι κακός και αυστηρός με τους μαθητές, αλλά στα κρυφά προσεγγίζει ομοφυλοφυλικά τον πιο αδύναμο. 

Έμπειρος και ικανός, ο Ακρίβος δείχνει και εδώ ότι κατέχει την τέχνη του. Χρησιμοποιεί την αθωότητα και τις αδρές γραμμές του εφηβικού βλέμματος παράλληλα με την περιπετειώδη πλοκή για να μιλήσει για τα σοβαρά ερωτήματα μιας κοινωνίας που ακόμα δεν ξέρει προς τα πού θέλει να πάει.


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.