Κ Α Τ Ο Ι Κ Ι Ο  Δ Α Σ Ο Σ

 

του Αντώνη Φωστιέρη

 

 

Στο δροσερό σαλόνι σας θροΐζει ένα δάσος

Αυτά τα έπιπλα που ακούτε ν’ ανασαίνουν

Φυλάνε ακόμα ενστικτώδη φτερωτά

Μες στα φυλλώματα. Κι αν τρίζουνε

Κάθε που μπαίνει νέος επισκέπτης

Θα ‘ναι που νιώθουνε κρυμμένο το τσεκούρι

Να τροχίζεται. Σε ανώδυνο χαμόγελο

Αβροφροσύνης τούτη τη φορά.

Τις νύχτες αλαφιάζονται

Και το χοντρό τους νύχι από ρίζα

Χώνεται

Στο βράχο του τσιμέντου. Οι κλώνοι τους

Ρημάζουν τα ταβάνια — να οι ρωγμές

Του ξύλου που μουγκρίζει. Αφήστε τα·

Ούτε μ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται

Οι ρόζοι σε μια φλούδα γηρατειών· αφήστε τα.

Κι αν το τικ τακ του σκουληκιού υποδύεται

Το χτύπο της καρδιάς τους

Αυτά ονειρεύονται το ηρωικό λαμπάδιασμα

Να ‘ρθεί επιτέλους να χωρίσει πνεύμα

Από κορμί.

— Λάμψη και κάρβουνο.