ΒΙΒΛΙΟ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΠώς ο Τζόναθαν Λη, με φόντο την βόμβα εναντίον της Θάτσερ, έγραψε ένα από τα πιο ανθρώπ...

Πώς ο Τζόναθαν Λη, με φόντο την βόμβα εναντίον της Θάτσερ, έγραψε ένα από τα πιο ανθρώπινα μυθιστορήματα των τελευταίων ετών…

Ο Παναγιώτης Μένεγος μίλησε μαζί του για την «Κατάδυση», ένα έργο που προτάσσει τις γλυκόπικρες προσωπικές ιστορίες έναντι του «πολιτικού θρίλερ» της βομβιστικής επίθεσης του IRΑ στο Μπράιτον το 1984...
Εικονογράφηση: Κατερίνα Καραλή

Το Μπράιτον, αυτή η πανέμορφη «μεσογειακή» πόλη της νοτιοανατολικής Αγγλίας, τον Οκτώβριο του 1984 απείχε δύο δεκαετίες από τότε που είχε υπάρξει το θέατρο της βρετανικής νεανικής παραβατικότητας αναγκάζοντας τα ταμπλόιντ να κυκλοφορούν «σκανδαλισμένα» πρωτοσέλιδα για τις παραλιακές μάχες μοντάδων – ροκάδων. Ακόμα περισσότερα χρόνια είχαν περάσει από τότε που ο Γκρέιαμ Γκριν είχε κυκλοφορήσει το κλασικό γκανγκστερικό δράμα Brighton Rock στα τέλη των 30s. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, η πόλη -σκάρτη μία ώρα με το τρένο από το Λονδίνο- είχε καθιερωθεί ως καταφύγιο για όσους δεν άντεχαν τον φρενήρη ρυθμό της πρωτεύουσας και ήθελαν να ζήσουν πιο ήρεμα κάπου προοδευτικά (σε μια πόλη που σταδιακά εξελισσόταν σε gay capital του Νησιού). Αντιβρετανικά καλός καιρός, έντονη ζωή, πληθώρα δραστηριοτήτων εκτός ημερησίας διατάξεως, εξαιρετικά ξενοδοχεία κατά μήκος της ακτής – ιδανική τοποθεσία για να διεξαχθεί εκεί το Συνέδριο των Συντηρητικών υπό την ηγεσία της Μάργκαρετ Θάτσερ.

Η «Σιδηρά Κυρία» έκλεινε, το 1984, πέντε ταραγμένα χρόνια στην πρωθυπουργία. Είχε θέσει τη συντηρητική ατζέντα της προχωρώντας σε βίαιες ιδιωτικοποιήσεις κι απελευθέρωση της αγοράς με ανυπολόγιστο κοινωνικό κόστος. Είχε ενισχύσει το προφίλ της μετά τον (αχρείαστο;) πόλεμο στα Φόκλαντ κι εξακολουθούσε να μην υποχωρεί ούτε βήμα στην απεργία των ανθρακωρύχων που δίχαζε τη χώρα, χαρακτηρίζοντάς τους «εχθρό εντός των τειχών». Ανάλογη άτεγκτη στάση είχε δείξει στο ιρλανδικό ζήτημα, μετατρέποντας το 1981 σε μάρτυρα τον απεργό πείνας Μπόμπι Σαντς, μπαίνοντας για τα καλά στο στόχαστρο του IRA.

Τον Σεπτέμβριο του 1984 τοποθετήθηκε στο ξενοδοχείο Γκραντ μια ωρολογιακή βόμβα, με σκοπό να εκραγεί σε 24 μέρες και να βγάλει την Μάγκι από τη μέση. Ο εκρηκτικός μηχανισμός έσκασε στις 12 Οκτωβρίου, ανοίγοντας σαν τούρτα το επιβλητικό οικοδόμημα. 5 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, 31 τραυματίστηκαν, η Θάτσερ δεν έπαθε τίποτα. Την επόμενη μέρα ο IRA ανέλαβε την ευθύνη με την ανατριχιαστική φράση: «Ήμασταν άτυχοι, αλλά θυμίσου ότι χρειάζεται να φανούμε τυχεροί μόνο μια φορά. Εσύ θα πρέπει να είσαι συνέχεια». Η πρωθυπουργός όμως δεν άλλαξε το πρόγραμμά της. Το επόμενο πρωί ανέβηκε, όπως ήταν καθορισμένο, κανονικά στο βήμα, πλεονάζοντας για άλλη μια φορά σε πυγμή. Οι περισσότεροι είπαν, εκ των υστέρων, ότι με την εμφάνισή της χαλύβδωσε οριστικά το ακλόνητο προφίλ που την κράτησε μέχρι το 1990 in office.


Τζόναθαν Λη

O Τζόναθαν Λη, από τις σημαντικότερες νέες λογοτεχνικές φωνές στη Μεγάλη Βρετανία, τρυπώνει με την Κατάδυση στις ζωές τριών ανθρώπων για τέσσερις εβδομάδες πριν την έκρηξη. Οι ήρωές του είναι ο νεαρός Νταν (ειδικός περί τα εκρηκτικά, στρατολογημένος από έφηβος στον IRA), ο υποδιευθυντής του ξενοδοχείου Μους (ένας πρώην υπεραθλητής που τον έχει παρατήσει η γυναίκα του κι ονειρεύεται την άφιξη της Μάγκι ως το εφαλτήριο για να πάρει προαγωγή και να βρει κάποιο νόημα στη ζωή του) και η κόρη του Φρεγια (έχει μόλις τελειώσει το σχολείο και ψάχνεται ακαδημαϊκά, σεξουαλικά και, προπάντων, υπαρξιακά). Η δεξιοτεχνία με την οποία ο Λη μπερδεύει πραγματικά και φανταστικά γεγονότα, προτάσσοντας το προσωπικό και διατηρώντας ένα διακριτικό σαρδόνιο χιούμορ, είναι μαεστρική. Στη Βρετανία τον έχρισαν διάδοχο του Μάρτιν Έιμις, ενώ Guardian, Observer και Independent on Sunday ανέδειξαν την Κατάδυση σε «καλύτερο μυθιστόρημα του 2015». Καταφέρνει να διατηρήσει το σασπένς σε μια πλοκή που όλοι γνωρίζουμε την εξέλιξή της και, παράλληλα, γράφει ένα μυθιστόρημα-κέντημα που καταλήγει να είναι βαθιά ανθρώπινο και τελικά «μόνο ελαφρά πολιτικό» όπως έγραψαν οι New York Times.

Του το επισημαίνω αυτό το τελευταίο… «Υποθέτω ότι ήθελα να γράψω ένα “πολιτικό μυθιστόρημα” που να μην κάνει κήρυγμα και να μην πιέζει τους αναγνώστες να υιοθετούν τη μία απλοϊκή στάση μετά την άλλη. Η μυθοπλασία, για μένα, είναι καταλληλότερος χώρος να θέτεις ερωτήματα, παρά να προσφέρεις απαντήσεις. Ακόμα και σήμερα σε αυτά τα εξωφρενικά χρόνια του τυράννου Τραμπ, δεν περνάμε όλον μας τον χρόνο αναλύοντας λεπτό προς λεπτό την πολιτική. Αντίθετα εγκλωβιζόμαστε στις μικρές, ταπεινες, καθημερινές μας ανησυχίες. Το ίδιο συμβαίνει και στους ήρωές μου. Οι στενόμυαλες εμμονές τους μου φαίνονται πιο αυθεντικές, σε συγκρισή με τα βαριά πολιτικά μηνύματα που ξεχειλίζουν αυτά που χαρακτηρίζουμε τυπικά “πολιτικά μυθιστορήματα”. Συνήθως, λειτουργούν ως δήλωση αποστολής των δημιουργών, την οποία εγώ προσωπικά ξεχνάω με το που τελειώσω την ανάγνωση».

Με έναν, τελικά όχι και τόσο περίεργο, τρόπο, το τέχνασμα λειτουργεί. Ο Λη δε θέλει να δικάσει ούτε τη Θάτσερ, ούτε τον IRA. Τους τοποθετεί ως φόντο στις φαινομενικά ασήμαντες ιστορίες των τριών ηρώων. Σχολιάζει προσεκτικά (ίσως προσπαθώντας αρκετά να τηρήσει ίσες αποστάσεις), σίγουρα θέλοντας να καταδείξει τη ματαιότητα της βίας (και του «ιερού σκοπού»). Αποφάσισε να πει την ιστορία βάζοντας τη φαντασία του να δουλέψει στα κενά όσων είναι γνωστά από το ρεπορτάζ της επίθεσης. Π.χ. ο Πατρικ ΜακΓκι που κρίθηκε ένοχος υπήρχαν βάσιμες υποψίες ότι δούλεψε με κάποιον συνεργό ονόματι «Ρόι Ουόλς». Ε, στην Κατάδυση ο «Ρόι Ουόλς» παίρνει σάρκα κι οστά…

«Πάρε για παράδειγμα τον χαρακτήρα του Νταν, του νεαρού στρατιώτη του IRA. Είναι ένας τύπος που οι πολιτικοί και οι ταμπλόιντ δημοσιογράφοι, ακόμα και τα ανώτατα δικαστήρια, θα αποκαλούσαν “τέρας”. Χωρίς να εξετάσουν ότι συγκεκριμένες τερατώδεις συνθήκες που υποκίνησε ή ενορχήστρωσε η Θάτσερ τον έκαναν αυτό που είναι».

Τον ρωτάω τι ήταν αυτό που τον απασχολούσε πλέκοντας το φιξιόν με την αλήθεια. Η ισορροπία; Η ειλικρίνεια; Η ανάγκη για μια καλή ιστορία χωρίς τον βραχνά του εξαντλητικού fact checking; Κι, επίσης, γιατί έχει τόσο λίγες αναφορές στην ποπ κουλτούρα των 80s; «Υπάρχουν μεγάλα κενά στην κατανόηση της υπόθεσης. Έτσι, για να πω μια ιστορία με συναισθηματική αλήθεια, ήταν απαραίτητο να προσπαθησω να ενώσω τις τελείες με τη φαντασία μου. Όχι, έχοντας στο μυαλό μου τη λογοτεχνική ελευθερία, αλλά το να γράψω ένα βιβλίο που θα σήμαινε αληθινά κάτι. Έκανα πολλές φορές στον εαυτό μου όλες τις πιθανές ερωτήσεις σχετικά με τα πολλά ηθικά ζητήματα που προκύπτουν. Αναρωτήθηκα ακόμα κι αν δικαιούμαι ηλικιακά να το γράψω (σ.σ. ο Λη γεννήθηκε το 1981, τρία χρόνια πριν το συμβάν). Πιστεύω όμως ότι είναι πιο παραγωγικό το γεγονός ότι σκέφθηκα τόσο πολύ για κάτι που σχεδόν έχει ξεχαστεί και το ερεύνησα, από το να επέτεινα τη σιωπή.
Τώρα, για τις ποπ αναφορές, ο
ι ήρωές μου ζώντας τα 80s, δεν τα θεωρούσαν κιτς με τον τρόπο που τα θεωρούμε εμείς σήμερα. Ζούσαν απλά τις ζωές τους. Οι ποπ παρατηρήσεις μέσα από το πρίσμα της ύστερης γνώσης για μένα σκοτώνουν την καλή μυθοπλασία».

Το βομβαρδισμένο Grand Hotel

Οι δύο κεντρικές έννοιες του βιβλίου, απολύτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, είναι εκείνες του «θύματος» και της «απογοήτευσης». Ο Λη τις διερευνά αμφισβητώντας διαρκώς τον ορισμό της πρώτης και παίζοντας με τη δίψα για λύτρωση από τη δεύτερη. «Ένα τρομοκρατικό γεγονός αυτόματα χωρίζει τον κόσμο σε στρατόπεδα: Θύματα, Μάρτυρες κι Αυτουργοί. Καθένας από τους τρεις κεντρικούς χαρακτήρες μπορεί να καλύψει και τους τρεις ρόλους, αλλά αυτό που ήθελα να δείξω είναι ότι, όταν ξεχνιούνται οι τίτλοι των εφημερίδων, η κάθε ταυτότητα αιμορραγεί την επόμενη. Πάρε για παράδειγμα τον χαρακτήρα του Νταν, του νεαρού στρατιώτη του IRA. Είναι ένας τύπος που οι πολιτικοί και οι ταμπλόιντ δημοσιογράφοι, ακόμα και τα ανώτατα δικαστήρια, θα αποκαλούσαν “τέρας”. Χωρίς να εξετάσουν ότι συγκεκριμένες τερατώδεις συνθήκες που υποκίνησε ή ενορχήστρωσε η Θάτσερ τον έκαναν αυτό που είναι».

Ο Νταν είναι όντως μια τραγική φιγούρα. Έχοντας χάσει τον πατέρα του στον ακήρυχτο ιρλανδικό πόλεμο καταλήγει σχεδόν πεπρωμένα στην ένοπλη πάλη.  Έχει βιώσει απώλεια κι εξευτελισμό. Έχει σχεδόν παρακάμψει τη νιότη του, μεγαλώνοντας απότομα. Το βράδυ που είναι προγραμματισμένη να γίνει η έκρηξη αποφασίζει να βγει έξω. Να πνίξει την ένταση στο ποτό. Να κάνει κάτι που η ζωή μοιάζει να του στέρησε, να φλερτάρει. Σε μια αριστοτεχνικά σκηνοθετημένη σκηνή με κοφτερούς διαλόγους, ο Λη τον βάζει να προσπαθεί να καταφέρει μια γυναίκα που γνωρίζει στο μπαρ ενός ξενοδοχείου. Παρότι, η κορύφωση το δράματος επίκειται επιστρέφοντας στο Μπράιτον για τις τελευταίες σελίδες, όλη η τραγική ειρωνεία του χτυπήματος ξεδιπλώνεται εδώ. Ο θάνατος που καταδικάζει τη ζωή να προκαλεί κι άλλον θάνατο. «Κι εγώ πιστεύω ότι είναι το αποκορύφωμα του ξεγυμνώματος του Νταν. Η απόρριψή του από τη γυναίκα έχει βαθύτερο νόημα. Είναι μια τελευταία προσπάθεια για εγγύτητα που τελικά του δημιουργεί μεγαλύτερη απόσταση. Σκεφτόμουν πολύ, γράφοντας αυτό το σημείο, τον Τζειμς Σάλτερ (σ.σ. αμερικάνος συγγραφέας που διακρινόταν στο διήγημα, 1925-2015) και τον τρόπο που έχει να εκφράζει τόσα πολλά σε τόσες λίγες γραμμές διαλόγου – τον τρόπο που έχει να δραματοποιεί όχι μόνο  όσα λέγονται αλλά κι όσα δε λέγονται».

Η Μάργκαρετ Θάτσερ είναι η φιγουρα που ρίχνει την σκιά της πάνω από το μυθιστόρημα αν και δεν την «βλέπουμε» πουθενά (παρά μόνο το παπούτσι της σε κάποιο σημείο). Ο Λη δεν την έζησε ουσιαστικά σε πρώτο χρόνο. Αναρωτιέμαι ποια είναι η γνώμη του για εκείνη κι αν αυτή τον επηρέασε στο γράψιμο… «Υπάρχουν πράγματα που θαυμάζω στη Θάτσερ: η αυτοπεποίθηση, η αποφασιστικότητα, το κίνητρο. Κι επίσης πιστεύω ότι η πολιτική της ήταν απομονωτική και στενόμυαλη, διάβρωσε την εθνική ενσυναίσθηση με αληθινά απαίσιο τρόπο. Με το Brexit, τα ξαναβλέπουμε όλα αυτά, έχουν περάσει σε άλλα χέρια». Όταν τον ρωτάω αν ανήκει στη γενιά που απογοητεύθηκε από τον Μπλερ και πια ψηφίζει με όρους ριάλιτι τηλεόρασης (όπως έχει δηλώσει στο παρελθόν), έχει διάθεση για αστεία…«Ακόμα τους ακούω, τους Blur. Οι Oasis είναι εκείνοι που εξελίχθηκαν σε απογοήτευση».

Μερικές από τις πιο καλογραμμένες σκηνές του βιβλίου λαμβάνουν χώρο στην πισίνα της πόλης. Εκεί, ο Μους θυμάται τα περασμένα μεγαλεία του πρωταθλητισμού όταν ανεβαίνει στον βατήρα για να επιχειρήσει μια τέλεια βουτιά σαν κι εκείνες του παρελθόντος. Τότε που όλα έμοιαζαν ανοιχτά, για να φυλακιστούν τελικά με τη μορφή διαψευσμένων ονείρων μέσα στην τυπικότητα του αποστειρωμένου ξενοδοχειακού περιβάλλοντος. Ο Λη δεν μπορεί να κρύψει την έλξη που του ασκούν τα ξενοδοχεία και η σημειολογία τους. Ενώ π.χ. αποφεύγει να μας ξεναγήσει στην πόλη του Μπράιτον, είναι περισσή η λεπτομέρεια με την οποία αναφέρεται στα μυστικά του hotelling. «Ω, τα ξενοδοχεία είναι τόσο γοητευτικά. Σύμπαντα σε μινιατούρα. Εκεί οι άνθρωποι παντρεύονται, συνάπτουν σχέσεις, πεθαίνουν, σουτάρουν ναρκωτικά. Ξέρεις, υπάρχει μια αναλογία: τα ξενοδοχεία έχουν την ίδια μόνωση από τον έξω κόσμο με εκείνη που κατασκεύασε η Θάτσερ στα 80s για την Αγγλία σε σχέση με τον υπόλοιπο πλανήτη. Τίθεται λοιπόν η ερώτηση: Τι συμβαίνει όταν το έξω έρχεται προς τα μέσα; Τι συμβαίνει όταν το παιδί απο τη Βόρεια Ιρλανδία καταφτάνει με μια τσάντα γεμάτη εκρηκτικά, μπαίνει στο ξενοδοχείο και φυτεύει μια βόμβα που σκοπό έχει να κάνει κομματάκια το πιο ισχυρό αγγλικό σύμβολο;»

Η Κατάδυση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.