ΒΙΒΛΙΟΌταν ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ βρέθηκε απένταρος στην Αθήνα

Όταν ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ βρέθηκε απένταρος στην Αθήνα

Αποκλειστική προδημοσίευση: Διαβάστε ένα απολαυστικό απόσπασμα από το «Όνειρα στη βροχή», τον πέμπτο τόμο της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας «Ο αγώνας μου» (εκδ. Καστανιώτη) του πολυσυζητημένου Νορβηγού συγγραφέα.

Τα δεκατέσσερα χρόνια που έμεινα στο Μπέργκεν, από το 1988 ως το 2002, έχουν περάσει εδώ και καιρό, τίποτα δεν έχει μείνει, εκτός από διάσπαρτα γεγονότα που ίσως θυμούνται κάποιοι, στιγμιαίες σκέψεις μια εδώ, άλλη μια εκεί, και φυσικά όλα όσα έχω κρατήσει από τότε στη μνήμη μου. Όμως κι αυτά, όλως περιέργως, είναι ελάχιστα. Το μόνο που απέμεινε από όλες εκείνες τις τόσες μέρες που πέρασα στη μικρή βροχερή πόλη της Δυτικής Νορβηγίας με τα στενά δρομάκια, είναι κάτι ελάχιστα γεγονότα κι ένα σωρό γλυκόπικρες διαθέσεις. Κράταγα ημερολόγιο, μετά το έκαψα. Έβγαλα πολλές φωτογραφίες, απ’ αυτές απέμειναν δώδεκα, μια μικρή στοίβα κάτω στο πάτωμα, δίπλα στο γραφείο, και μαζί όλα τα γράμματα που είχα λάβει τότε. Τα ξεφύλλισα, διάβασα λίγο διαγωνίως και καθέτως, πάντα μ’ έκαναν να αισθάνομαι απέραντη θλίψη, τόσο φριχτή εποχή ήταν. Ήξερα ελάχιστα πράγματα, ήθελα άπειρα, και τίποτα δεν κατάφερνα. Όμως η διάθεση που είχα όταν πήγα για να μείνω εκεί, ήταν άλλο πράγμα! Εκείνο το καλοκαίρι είχα πάει με οτοστόπ ως τη Φλωρεντία με τον Λαρς, μείναμε εκεί μια δυο μέρες πριν κατέβουμε με το τρένο στο Μπρίντιζι, είχε τόση ζέστη, που καιγόσουνα, και μόνο που έβγαζες το κεφάλι σου από το ανοιχτό παράθυρο του τρένου. Νύχτα στο Μπρίντιζι, σκοτεινός ουρανός, άσπρα σπίτια, μια σχεδόν ονειρική ζέστη, πλήθη κόσμου στα πάρκα, νέοι με μηχανάκια παντού, φωνές και θόρυβος. Στηθήκαμε στην ουρά, μπροστά στην είσοδο του τεράστιου φεριμπότ για τον Πειραιά, μαζί με ένα σωρό άλλους, σχεδόν όλοι νέοι και με σακίδια στον ώμο όπως εμείς. 49 βαθμοί στη Ρόδο. Μια μέρα στην Αθήνα, το πιο χαοτικό μέρος που ήμουν ποτέ, και ζέστη να χάνεις το μυαλό σου, μετά φεριμπότ για Πάρο και Αντίπαρο, όπου την πέφταμε στην παραλία κάθε μέρα και γινόμασταν λιάρδα κάθε βράδυ. Ένα βράδυ γνωριστήκαμε με κάτι κορίτσια απ’ τη Νορβηγία, την ώρα που εγώ είχα πάει στην τουαλέτα, ο Λαρς τους είπε ότι ήταν συγγραφέας και το φθινόπωρο θα άρχιζε σπουδές στην Ακαδημία Συγγραφέων. Όταν γύρισα, μόνο γι’ αυτό μιλούσαν. Ο Λαρς απλά με κοίταξε και χαμογέλασε. Τι διάολο μαγείρευε; Το ότι έλεγε ψέματα για μικροπράγματα το ήξερα, αλλά μόνο όταν ήμουν κι εγώ εκεί. Δεν είπα τίποτα, αλλά αποφάσισα στο μέλλον να τον κάνω πέρα. Πήγαμε μαζί στην Αθήνα, εμένα μου τέλειωσαν τα λεφτά, ο Λαρς είχε αρκετά ακόμα και αποφάσισε την άλλη μέρα να γυρίσει πίσω με αεροπλάνο. Καθόμασταν σ’ ένα εστιατόριο που είχε τραπεζάκια έξω, στο πεζοδρόμιο, εκείνος έτρωγε κοτόπουλο, το πιγούνι του γεμάτο λάδια, εγώ έπινα ένα ποτήρι νερό. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα να του ζητήσω ήταν λεφτά, θα δεχόμουνα λεφτά απ’ αυτόν μόνο δανεικά κι αν εκείνος μου το πρότεινε. Δεν το έκανε, έτσι πήγα για ύπνο πεινασμένος. Την άλλη μέρα εκείνος έφυγε για το αεροδρόμιο, κι εγώ πήρα ένα λεωφορείο που πήγαινε εκτός πόλεως, κατέβηκα σε έναν δρόμο ταχείας κυκλοφορίας και βάλθηκα να κάνω οτοστόπ. Μετά από λίγα λεπτά ήρθε ένα περιπολικό, δεν ήξεραν λέξη αγγλικά, αλλά κατάλαβα ότι απαγορευόταν το οτοστόπ εκεί, έτσι πήρα το λεωφορείο πίσω στο κέντρο, και με τα τελευταία μου λεφτά αγόρασα ένα εισιτήριο με τρένο για τη Βιέννη, ένα ψωμί, μια μεγάλη κόκα κόλα και μια κούτα τσιγάρα.

Πίστεψα ότι το ταξίδι θα κρατούσε λίγες ώρες, έτσι έπαθα σοκ όταν διαπίστωσα ότι θα διαρκούσε σχεδόν δύο εικοσιτετράωρα. Στο κουπέ καθόταν ένας Σουηδός σχεδόν συνομήλικός μου και δύο Αγγλίδες, που, όπως φάνηκε, ήταν κάνα δυο χρόνια μεγαλύτερες. Είχαμε ήδη μπει πολύ βαθιά στη Γιουγκοσλαβία, μέχρι να καταλάβουν ότι δεν είχα ούτε λεφτά ούτε φαγητό, και μου πρότειναν να μοιραστώ το δικό τους. Το τοπίο έξω απ’ το παράθυρο ήταν τόσο όμορφο, που σ’ έκανε να πονάς. Κοιλάδες και ποτάμια, αγροκτήματα και χωριά, ο κόσμος ήταν ντυμένος έτσι όπως πίστευα ότι ντύνονταν τον 18ο αιώνα, και σίγουρα δούλευαν στα χωράφια ακριβώς όπως τότε, με άλογα και κάρα, δρεπάνια και αλέτρια. Ένα μέρος του τρένου ήταν σοβιετικό, το βράδυ έκανα βόλτες στα βαγόνια, μαγεμένος από τα ξένα γράμματα, τις ξένες μυρωδιές, τον ξένο εσωτερικό σχεδιασμό, τα ξένα πρόσωπα. Όταν φτάσαμε στη Βιέννη, η μία από τις δύο κοπέλες, η Μαρία, μου ζήτησε να ανταλλάξουμε διευθύνσεις, ήταν ελκυστική, και υπό νορμάλ συνθήκες θα σκεφτόμουν ότι θα μπορούσα κάποια στιγμή να την επισκεφτώ στο Νόρφολκ, ίσως να τα φτιάχναμε και να έμενα εκεί, αλλά εκείνη τη μέρα, που γυρνούσα στους δρόμους της Βιέννης σαν την άδικη κατάρα, δεν σήμαινε τίποτα, μέσα μου είχα ακόμα ζωντανή την Ίνγκβιλντ, που την είχα συναντήσει μόνο μια φορά, το Πάσχα εκείνη την άνοιξη, αλλά μετά της έγραψα ένα γράμμα, εκείνη έκανε όλες τις άλλες να ωχριούν και να σβήνουν μπροστά της. Με πήρε με οτοστόπ μια ξανθιά τριαντάρα με αυστηρό παρουσιαστικό μέχρι ένα βενζινάδικο στον διεθνή, εκεί ρώτησα κάτι φορτηγατζήδες αν είχαν θέση για μένα, ένας τους έγνεψε καταφατικά, ήταν γύρω στα πενήντα, λεπτός με κατακόκκινα μάτια, απλά, είπε, ήθελε λίγο χρόνο πρώτα να τσιμπήσει κάτι.

Στάθηκα έξω στο ζεστό σούρουπο και κοίταζα όλα τα φώτα κατά μήκος του δρόμου, που άρχιζε να γίνεται όλο και πιο εμφανής, ενώ έπεφτε το βράδυ, έχοντας ολόγυρά μου το βουητό της κίνησης, που αραιά και πού το διέκοπταν σύντομα, αλλά σκληρά χτυπήματα από πόρτες αυτοκινήτων, ξαφνικές φωνές ανθρώπων που διέσχιζαν το πάρκινγκ στον δρόμο για το μεγάλο βενζινάδικο ή που έφευγαν απ’ αυτό. Μέσα οι άνθρωποι κάθονταν σιωπηλοί κι έτρωγαν μόνοι τους, πού και πού έβλεπες και μια οικογένεια με παιδιά μπροστά σε τραπέζια γεμάτα απ’ τα πράγματά τους. Μέσα μου αισθανόμουν έναν σιωπηλό θρίαμβο, περισσότερο απ’ όλα αυτό ειδικά λάτρευα, το συνηθισμένο, το γνώριμο, την εθνική, το βενζινάδικο, το κυλικείο, που δεν ήταν και τόσο οικεία, ήταν διαφορετικά απ’ ό,τι είχα συνηθίσει. Ο οδηγός βγήκε έξω, μου έγνεψε, εγώ τον ακολούθησα, σκαρφάλωσα στο τεράστιο φορτηγό, φόρτωσα τον σάκο πίσω και βολεύτηκα. Εκείνος έβαλε μπρος τη μηχανή, τα πάντα μούγκριζαν κι έτρεμαν, τα φανάρια άναψαν, βγήκαμε σιγά σιγά έξω στον δρόμο και συνεχίσαμε όλο και πιο γρήγορα, μέχρι που μπήκαμε στη σιγουριά της εσωτερικής λωρίδας της εθνικής κι εκείνος μου έριξε ένα βλέμμα για πρώτη φορά. Sweden? είπε. Norwegen, είπα εγώ. Ah Norwegen! είπε εκείνος.

Όλη τη νύχτα και λίγο απ’ την επόμενη μέρα συνέχισα μαζί του. Είχαμε ανταλλάξει ονόματα ποδοσφαιριστών, ειδικά ο Ρούνε Μπράτσετ τον είχε ξετρελάνει, αλλά καθότι δεν ήξερε λέξη αγγλικά, δεν είπαμε άλλα.

Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 29 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη

Ήμουν στη Γερμανία, πεινούσα φοβερά, αλλά χωρίς φράγκο στην τσέπη, δεν είχα άλλη λύση, παρά μόνο να κάνω καπνίζοντας οτοστόπ και να ελπίζω στην καλή μου τύχη. Ένας νεαρός με κόκκινο Γκολφ σταμάτησε, είπε πως τον έλεγαν Μπγιορν και ότι είχε μακρύ ταξίδι, ήταν εύκολος στην κουβέντα, και το βράδυ, όταν έφτασε εκεί που ήθελε, με προσκάλεσε στο σπίτι του και μου έδωσε να φάω μούσλι με γάλα, έφαγα τρεις μερίδες, μου έδειξε φωτογραφίες από ταξίδια στη Σουηδία και τη Νορβηγία, που είχε κάνει με τον αδερφό του, όταν ήταν μικροί, ο πατέρας τους είχε τρέλα με τη Σκανδιναβία, είπε, γι’ αυτό και τον έβγαλε Μπγιορν. Τον αδερφό του τον έλεγαν Τορ, είπε και κούνησε το κεφάλι. Με πήγε ως τον αυτοκινητόδρομο, κι εγώ του έδωσα την τριπλή μου κασέτα με τους Κλας, εκείνος μου έδωσε το χέρι, ευχηθήκαμε ο ένας στον άλλο καλή τύχη και στάθηκα ξανά δίπλα σε μια έξοδο. Μετά από τρεις ώρες σταμάτησε ένας αχτένιστος τύπος με γένια και γυαλιά με ένα κόκκινο Ντεσεβό, θα πήγαινε Δανία, θα μ’ έπαιρνε για όλη τη διαδρομή. Με φρόντισε, ενδιαφέρθηκε όταν του είπα ότι έγραφα, σκέφτηκα ότι ίσως ήταν καθηγητής πανεπιστημίου ή κάτι τέτοιο, μου πήρε φαγητό σε μια καντίνα, κοιμήθηκα μια δυο ώρες, μπήκαμε στη Δανία, μου πήρε κι άλλο φαγητό, και όταν εντέλει τον άφησα, ήμουν στη μέση της Δανίας, μόνο δυο ώρες από το Χίρτσχαλς, δηλαδή κόντευα να φτάσω στο σπίτι. Όμως το τελευταίο κομμάτι το έβγαλα πολύ πιο αργά, μ’ έπαιρναν κάθε φορά μόνο για δέκα είκοσι χιλιόμετρα, στις 11 το βράδυ δεν είχα φτάσει παρά μόνο ως το Λόεκεν και αποφάσισα να περάσω τη νύχτα στην παραλία. Κατέβηκα με την ησυχία μου από ένα μονοπάτι μέσα από ένα δάσος με χαμηλά δέντρα, μεριές μεριές η άσφαλτος είχε σκεπαστεί από άμμο, και πολύ γρήγορα μπροστά μου ορθώθηκαν τα βράχια, ανέβηκα επάνω τους, είδα τη θάλασσα ν’ απλώνεται μπροστά μου γκρίζα και αστραφτερή στο φως της σκανδιναβικής καλοκαιριάτικης νύχτας. Από ένα κάμπινγκ με μπάνγκαλοους καμιά διακοσαριά μέτρα πιο πέρα αντηχούσαν φωνές και μηχανές αυτοκινήτων.

Ήταν υπέροχο να είμαι κοντά στη θάλασσα. Να αισθάνομαι τη λεπτή μυρωδιά του αλατιού και τον αψύ αέρα. Ήταν η δική μου θάλασσα, κόντευα να φτάσω σπίτι μου.

Βρήκα ένα βαθούλωμα και άπλωσα εκεί το σλίπινγκ μπαγκ, χώθηκα μέσα, ανέβασα το φερμουάρ κι έκλεισα τα μάτια. Δεν ήταν ευχάριστο συναίσθημα, οποιοσδήποτε μπορούσε να περάσει, έτσι ένιωθα, αλλά ήμουν τόσο πτώμα μετά τις τελευταίες μέρες, που με πήρε ο ύπνος αμέσως.

Ξύπνησα όταν έβρεχε. Παγωμένος και μουδιασμένος βγήκα από το σλίπινγκ μπαγκ, φόρεσα παντελόνι, μάζεψα τα πράγματα και βάλθηκα να προχωράω προς την πόλη. Η ώρα ήταν έξι. Ο ουρανός ήταν γκρίζος, ένα ψιλόβροχο έπεφτε σιωπηλά, σχεδόν ανεπαίσθητα, κρύωνα και περπατούσα γρήγορα για να ζεσταθώ. Με βασάνιζε ο απόηχος από ένα όνειρο που είχα δει. Ήταν για τον θείο Γκούναρ ή τον θυμό του, είχα πιει τόσο πολύ κι έκανα τόσες βλακείες, που, όπως καταλάβαινα, διέσχιζα βιαστικός το ίδιο δάσος με τα χαμηλά δέντρα, το ίδιο που είχα περάσει και χτες το βράδυ. Όλα τα δέντρα στέκονταν ακίνητα και γκρίζα κάτω από τα πυκνά σύννεφα, πιο κοντά στον θάνατο παρά στη ζωή. Η άμμος σχημάτιζε μικρές στοίβες ανάμεσά τους, καθώς ο αέρας τις μάζευε εκεί σε εναλλασσόμενα και απρόβλεπτα, αλλά ωστόσο πάντα δεδομένα σχήματα, κάποιες φορές σαν ποτάμι από λεπτούς κόκκους άμμου πάνω στην άσφαλτο.

Βγήκα σ’ έναν κάπως πιο μεγάλο δρόμο, συνέχισα εκεί ένα δυο χιλιόμετρα, άφησα το σακίδιο σ’ ένα σταυροδρόμι και βάλθηκα να κάνω οτοστόπ. Δεν ήμουν πολύ μακριά από το Χίρτσχαλς. Αλλά τι θα γινόταν εκεί, δεν το ήξερα, δεν είχα φράγκο, και δεν θα ήταν εύκολο ν’ ανέβω στο φεριμπότ ως το Κριστιανσάντ. Μήπως γινόταν να μου στείλουν λογαριασμό; Αν κάποιος καλός άνθρωπος καταλάβαινε την κατάστασή μου;

Αχ όχι! Τώρα οι σταγόνες έγιναν πιο χοντρές.
Τουλάχιστον δεν έκανε κρύο.
Άναψα τσιγάρο, χτένισα τα μαλλιά μου με το χέρι μου. Η βροχή είχε κάνει το ζελέ να κολλάει, σκούπισα το χέρι στο παντελόνι μου, έσκυψα και έβγαλα το γουόκμαν από το σακίδιο, έψαξα τις λίγες κασέτες που είχα πάρει μαζί μου, διάλεξα το «Skylarking» των XTC, έβαλα την κασέτα και σηκώθηκα όρθιος.

Είχε άραγε και κομμένο πόδι το όνειρό μου; Ναι. Κομμένο σύρριζα ακριβώς κάτω απ’ το γόνατο.

Χαμογέλασα, και μετά, όταν η μουσική άρχισε να ξεχύνεται από τα μικρά ηχεία, ένιωσα να με πλημμυρίζουν διάφορα συναισθήματα από την εποχή που κυκλοφόρησε ο δίσκος. Δευτέρα λυκείου πρέπει να ήταν. Πιο πολύ ερχόταν στη σκέψη μου το σπίτι στο Τβάιτ, καθόμουν λέει στην κουνιστή πολυθρόνα, έπινα τσάι, κάπνιζα και άκουγα το «Skylarking», ερωτευμένος με τη Χάνε. Τον Ίνγκβε που κι αυτός ήταν ερωτευμένος με την Κριστίν. Όλες τις συζητήσεις με τη μαμά.

Απ’ τον δρόμο ήρθε ένα αμάξι.

When Miss Moon lays down
And Sir Sun stands up
Me I’m found floating round and round Like a bug in brandy
In this big bronze cup…

Ήταν ένα αγροτικό, το όνομα μιας εταιρείας ήταν γραμμένο με κόκκινα γράμματα στο καπό, μάλλον τεχνίτης θα ήταν που θα πήγαινε στη δουλειά, ούτε καν με κοίταξε καθώς έτρεχε φουριόζος, και αμέσως μετά το πρώτο ξεχύθηκε το επόμενο τραγούδι, αυτό το πέρασμα το λάτρευα, κάτι με πλημμύρισε μέσα μου, και σήκωσα το χέρι μου πολλές φορές στον αέρα, ενώ έκανα αργά βήματα γύρω γύρω.

Ένα άλλο αυτοκίνητο φάνηκε. Σήκωσα ψηλά τον αντίχειρα. Κι αυτή τη φορά ο οδηγός ήταν ένας αγουροξυπνημένος τύπος που δεν μπήκε στον κόπο να με κοιτάξει ούτε δευτερόλεπτο. Μάλλον στεκόμουν σε δρόμο που κυκλοφορούσαν πολλοί ντόπιοι. Όμως και πάλι μπορούσαν να σταματήσουν. Να με πάνε μέχρι ένα μεγαλύτερο δρόμο.

Μόνο μετά από δυο ώρες κάποιος με λυπήθηκε. Ένας Γερμανός γύρω στα είκοσι πέντε με στρογγυλά γυαλιά και σοβαρό ύφος πάρκαρε το μικρό Όπελ στο πλάι, εγώ έτρεξα προς το μέρος του, έριξα το σακίδιο στο πίσω κάθισμα, που ήταν ήδη γεμάτο μπαγκάζια. Ερχόταν από τη Νορβηγία, είπε, και πήγαινε νότια, μπορούσε να με αφήσει στην εθνική, πολύ μακριά δεν ήταν, όμως και πάλι καλά ήταν. Είπα «Yes, yes, very good». Τα παράθυρα ήταν γεμάτα πάχνη, εκείνος έσκυβε προς τα μπρος ενώ οδηγούσε και σκούπιζε το παρμπρίζ με ένα πανί. «Maybe it’s my fault!» είπα εγώ. «What?» είπε εκείνος. «The mist on the window», είπα εγώ. «Of course it’s you», μούγκρισε μέσα στα δόντια του εκείνος. Ωραία, σκέφτηκα, αν έτσι ήθελε, και έγειρα πίσω στο κάθισμα.

Είκοσι λεπτά αργότερα με άφησε δίπλα σε ένα μεγάλο βενζινάδικο, εγώ πήγαινα πέρα δώθε απέξω και ρωτούσα όποιον έβλεπα, αν πήγαιναν στο Χίρτσχαλς κι αν γινόταν να μ’ έπαιρναν μαζί τους. Ήμουν μούσκεμα και πεινούσα, έδειχνα χάλια μετά από τόσες μέρες στους δρόμους, και για πολλή ώρα όλοι κουνούσαν το κεφάλι τους αρνητικά, αλλά στο τέλος ένας άντρας από ένα φορτηγάκι, γεμάτο ψωμιά και γλυκά, χαμογέλασε και είπε, βεβαίως, ανέβα, πάω στο Χίρτσχαλς. Σ’ όλο τον δρόμο σκεφτόμουν να τον ρωτήσω αν μπορούσε να μου δώσει λίγο ψωμί, αλλά δεν τολμούσα, το μόνο που του είπα ήταν ότι πεινούσα, αλλά ούτε που το κατάλαβε και έτσι δεν μου έδωσε τίποτα.

Όταν τον αποχαιρέτησα στο Χίρτσχαλς, ένα φεριμπότ ήταν έτοιμο να φύγει. Έτρεξα στο εκδοτήριο των εισιτηρίων με το σακίδιο στην πλάτη, εξήγησα λαχανιασμένος στην υπάλληλο ότι δεν είχα λεφτά και ρώτησα αν μπορούσα να βγάλω εισιτήριο και να μου στείλουν τον λογαριασμό. Είχα διαβατήριο, έτσι μπορούσα να αποδείξω ποιος ήμουν και χωρίς συζήτηση θα πλήρωνα. Εκείνη χαμογέλασε φιλικά και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, αυτό δυστυχώς δεν γινόταν, έπρεπε να πληρώσω μετρητά. Ναι, αλλά πρέπει να φύγω! της είπα. Αφού εκεί μένω! Και δεν έχω λεφτά! Εκείνη ξανακούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Λυπάμαι, είπε και γύρισε αλλού.

Κάθισα σε ένα κράσπεδο στο λιμάνι με το σακίδιο ανάμεσα στα πόδια και έβλεπα το τεράστιο φεριμπότ να φεύγει από το λιμάνι, να γλιστράει στη θάλασσα και να χάνεται.

Τι έπρεπε να κάνω;

Μία λύση είχα να ξανακάνω οτοστόπ νότια, ως τη Σουηδία, και μετά από εκεί πάλι βόρεια. Όμως κι εκεί δεν έπρεπε να περάσω θάλασσα;

Προσπάθησα να φανταστώ τον χάρτη αναζητώντας ένα πέρασμα ανάμεσα στη Δανία και τη Σουηδία διά ξηράς, αλλά μάλλον δεν υπήρχε. Έπρεπε να πάω ως την Πολωνία, μετά μέσω Σοβιετικής Ένωσης στη Φινλανδία και από κει στη Νορβηγία; Δηλαδή μια δυο βδομάδες οτοστόπ. Και για να μπω στο ανατολικό μπλοκ χρειαζόμουν βίζες και τα σχετικά. Όμως μπορούσα βέβαια να πάω ως την Κοπεγχάγη, μόνο δυο ώρες δρόμος ήταν, και μετά να προσπαθήσω να βρω εκεί λεφτά για το φεριμπότ ως τη Σουηδία. Ακόμα και να ζητιανέψω, αν χρειαζόταν.

Μια άλλη λύση ήταν να πω στη μαμά να στείλει λεφτά σε μια δανέζικη τράπεζα. Δεν θα ήταν πρόβλημα, αλλά ίσως να έπαιρνε μια δυο μέρες. Και έπειτα ούτε για τηλέφωνο δεν είχα λεφτά.

Άνοιξα καινούργιο πακέτο Κάμελ και κοίταζα τ’ αυτοκίνητα που γλιστρούσαν συνεχώς στην ουρά, ενώ εγώ κάπνισα τρία τσιγάρα το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο. Ήταν πολλές νορβηγικές οικογένειες που είχαν πάει στη Λέγκολαντ ή στην παραλία του Λόεκεν. Κάτι Γερμανοί που πήγαιναν βόρεια. Μπόλικοι τροχοσπιτάδες, αρκετές μοτοσικλέτες και τέρμα μέσα τα μεγάλα φορτηγά.

Με το στόμα μου να έχει στεγνώσει ξανάβγαλα το γουόκμαν. Αυτή τη φορά έβαλα την κασέτα της Ρόξι Μιούζικ. Όμως μετά το δεύτερο κιόλας τραγούδι η μουσική άρχισε να παίζει περίεργα και το λαμπάκι της μπαταρίας να αναβοσβήνει. Το ξανάβαλα μέσα και σηκώθηκα, φόρεσα το σακίδιο και βάλθηκα να προχωράω προς την πόλη, μέσα από τους θλιβερούς δρόμους του Χίρτσχαλς. Κάπου κάπου η πείνα μου θέριζε το στομάχι. Σκεφτόμουν να πήγαινα σε κάνα φούρναρη να τον παρακαλούσα να μου δώσει λίγο ψωμί, αλλά μάλλον δεν μπορούσα. Δεν άντεχα καν στη σκέψη να γίνω τόσο ρεζίλι και να μου πει και όχι, έτσι αποφάσισα να περιμένω συνεχίζοντας να πεινάω και ξεκίνησα πάλι για το λιμάνι. Μπροστά από μια καφετέρια-σαντουιτσάδικο στάθηκα, τουλάχιστον ένα ποτήρι νερό θα μου το έδιναν.

Ο υπάλληλος έγνεψε καταφατικά και μου γέμισε ένα ποτήρι από τη βρύση. Κάθισα δίπλα στο παράθυρο. Μέσα ήταν σχεδόν τίγκα. Έξω είχε ξαναρχίσει να βρέχει. Έπινα νερό και κάπνιζα. Μετά από λίγη ώρα άνοιξε η πόρτα και μπήκαν δυο αγόρια της ηλικίας μου, με αδιάβροχα μακριά από την κορυφή ως τα νύχια, έλυσαν τις κουκούλες τους και κοίταξαν γύρω. Ο ένας τους ήρθε κοντά μου και ρώτησε αν ήταν πιασμένο ή αν μπορούσε να καθίσει. Of course, είπα εγώ. Πιάσαμε κουβέντα, ήταν απ’ την Ολλανδία και πήγαιναν Νορβηγία και είχαν κάνει όλο αυτό το ταξίδι με το ποδήλατο. Δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους όταν τους είπα ότι είχα έρθει με οτοστόπ από τη Βιέννη χωρίς λεφτά και ότι τώρα προσπαθούσα να γυρίσω σπίτι με το φεριμπότ. Γι’ αυτό πίνεις νερό; είπε ο ένας, εγώ έγνεψα καταφατικά, εκείνος με ρώτησε αν ήθελα έναν καφέ, εγώ είπα «that would be nice», εκείνος σηκώθηκε και με κέρασε έναν.

Πήγα μαζί τους, είπαν ότι έλπιζαν να βρεθούμε στο πλοίο και εξαφανίστηκαν στα ποδήλατά τους, εγώ συνέχισα σέρνοντας τα πόδια μου ως τον χώρο με τα φορτηγά και βάλθηκα να ρωτάω τους φορτηγατζήδες αν γινόταν να μ’ έπαιρναν μαζί τους, δεν είχα λεφτά για το φεριμπότ. Όχι, δεν ήθελε κανείς τους εννοείται. Ένα ένα τα μοτέρ έβαλαν μπρος και τα φορτηγά μπήκαν αργά στο πλοίο, ενώ εγώ πήγα πίσω στην καφετέρια, κάθισα κι έβλεπα το φεριμπότ, που ακόμα μια φορά απομακρυνόταν από την αποβάθρα και ολοένα και μίκραινε, μέχρι που μετά από μισή ώρα χάθηκε τελείως.

Το τελευταίο φεριμπότ έφευγε το βράδυ. Αν δεν έφευγα μ’ αυτό, έπρεπε να κάνω οτοστόπ ως την Κοπεγχάγη. Αυτό ήταν το σχέδιό μου. Ενώ περίμενα, έβγαλα το χειρόγραφο από το σακίδιο και βάλθηκα να διαβάζω. Είχα γράψει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην Ελλάδα, δυο πρωινά είχα πάει τσαλαβουτώντας απ’ τα ρηχά σε ένα νησάκι και από κει σε ένα άλλο νησί, με τα παπούτσια, το μπλουζάκι, το μπλοκάκι, το στυλό, ένα βιβλίο τσέπης, με τίτλο Τζακ, στα σουηδικά, και τα τσιγάρα σ’ έναν μικρό μπόγο πάνω στο κεφάλι. Εκεί, σ’ ένα μικρό βαθούλωμα στα βράχια, είχα καθίσει ολομόναχος κι έγραφα. Ένιωθα σαν να είχα επιτέλους φτάσει εκεί που ήθελα να είμαι. Καθόμουν σ’ ένα ελληνικό νησί, μες στη Μεσόγειο, και έγραφα το πρώτο μου μυθιστόρημα. Ταυτόχρονα ένιωθα ανήσυχος, σαν να μη με χωρούσε ο τόπος, δεν υπήρχε θαρρείς τίποτ’ άλλο εκεί, μόνο εγώ, και το κενό που υπήρχε μέσα μου, το είδα μονάχα όταν δεν υπήρχε παρά μόνο αυτό. Έτσι ήταν εκεί, το δικό μου κενό ήταν όλα όσα υπήρχαν εκεί, και όταν καθόμουν βυθισμένος στις σκέψεις μου και διάβαζα τον Τζακ ή έγερνα πάνω στο μπλοκάκι με το χαρτί και έγραφα για τον Γκάμπριελ, τον ήρωα του βιβλίου μου, δεν ένιωθα παρά μόνο το κενό.

Κάπου κάπου βουτούσα στη θάλασσα, σκουρογάλανη και πανέμορφη, όμως δεν προλάβαινα να κάνω δυο τρεις απλωτές και μου ’ρχόταν στον νου ότι ίσως είχε καρχαρίες. Ήξερα ότι δεν είχε καρχαρίες στη Μεσόγειο, αλλά και πάλι το σκεφτόμουν κι έβγαινα έξω στη στεριά και τα έπαιρνα με τον εαυτό μου, τι μαλακία να φοβάμαι τους καρχαρίες εδώ, τι στην ευχή, εφτάχρονο ήμουνα; Όμως ήμουν μόνος μου κάτω από τον ήλιο, μόνος μου μπροστά στη θάλασσα και μέσα μου το απόλυτο κενό. Ένιωθα σαν να ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο. Αυτό έκανε και το διάβασμα αλλά και το γράψιμό μου σαν να μην είχαν κανένα νόημα.

Όταν όμως διάβασα το κεφάλαιο γι’ αυτό που φανταζόμουν σαν ταβέρνα ναυτικών στην περιοχή του λιμανιού του Χίρτσχαλς, μου φάνηκε καλό. Το ότι είχα μπει στην Ακαδημία Συγγραφέων ήταν απόδειξη του ταλέντου μου, τώρα δεν έμενε παρά να το δημοσιοποιήσω. Το σχέδιό μου ήταν να γράψω ένα μυθιστόρημα μέσα στην επόμενη χρονιά και να το εκδώσω του χρόνου το φθινόπωρο, ανάλογα με το πόσον καιρό θα έπαιρνε για να τυπωθεί κι έτσι.

Νερό πάνω / νερό κάτω, θα λεγότανε.


Το βιβλίο «Όνειρα στη βροχή» του Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ θα κυκλοφορήσει στις 29 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.