ΔΙΕΘΝΗΗ καθημερινότητα ενός «φορολογικού παραδείσου»

Η καθημερινότητα ενός «φορολογικού παραδείσου»

Οι περισσότεροι όταν ακούμε τον όρο «φορολογικός παράδεισος» φανταζόμαστε αμμουδιές με κοκοφοίνικες, πολυτελείς θαλαμηγούς, ποτάμια από σαμπάνια και βαλίτσες με μαύρο χρήμα. Πώς είναι όμως η καθημερινότητα σε μία offshore επικράτεια;

Η νήσος Jersey, στη θάλασσα της Μάγχης κοντά στις ακτές της Νορμανδίας. [Oli Scarff/ AFP για λογαριασμό του InsideStory)

 

H νήσος Τζέρσεϋ εντοπίζεται στο δυτικό άκρο της θάλασσας της Μάγχης, 12 ναυτικά μίλια από τις γαλλικές ακτές. Αν και γεωγραφικά πλησιέστερο στη Γαλλία, το Τζέρσεϋ και τα υπόλοιπα νησιά της Μάγχης ανήκουν στα λεγόμενα British Crown Dependencies, ημιαυτόνομες επικράτειες υπό την προστασία του Ηνωμένου Βασιλείου, και πιο συγκεκριμένα του αγγλικού θρόνου.

Το νησί έχει πληθυσμό 105.000 ανθρώπων σε μια έκταση 120 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Πρόκειται για ένα κρατίδιο στο μέγεθος της Αμοργού, με πληθυσμό ανάλογο της Κέρκυρας, δική του νομοθεσία, βουλή και κυβέρνηση, και ΑΕΠ 4 δισ. στερλίνες (περίπου 4,5 δισ. ευρώ).

Ο χρυσός βράχος

Αυτό το νησάκι, που οι ντόπιοι αποκαλούν χαϊδευτικά «βράχο» (“the rock”), συγκαταλέγεται στις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Το κατά κεφαλήν εθνικό προϊόν ανέρχεται στις 40.800 στερλίνες (περίπου 46.500 ευρώ), είναι δηλαδή 25% υψηλότερο από αυτό του Ηνωμένου Βασιλείου, και συγκρίσιμο με αυτό του Κατάρ και της Νορβηγίας. Όμως σε αντίθεση με αυτές τις χώρες, το Τζέρσεϋ δεν διαθέτει φυσικούς πόρους. Έχει αμμουδιές, όπου οι ντόπιοι κάνουν σερφ όλο το χρόνο, και χάρη στο (σχετικά) ευνοϊκό μικροκλίμα έχει και μερικούς διάσπαρτους φοίνικες. Όμως όταν προσγειώνεται κανείς στο μικρό αεροδρόμιο, η αίθουσα αφίξεων δίνει τις πρώτες ενδείξεις ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο θέρετρο.

Δίπλα σε αφίσες που δείχνουν χαμογελαστές οικογένειες να απολαμβάνουν τα γραφικά καταπράσινα μονοπάτια και τις λευκές παραλίες, φιγουράρουν διαφημίσεις για εταιρείες άγνωστες στον περισσότερο κόσμο, με μυστήρια αντικείμενα ενασχόλησης (διαχείριση πλούτου, τραστ, φαντ, θεματοφυλακή), και γραφεία στο Ντουμπάι, στα νησιά Κέυμαν, στις Βερμούδες, στο Χονγκ Κονγκ. Ανάμεσα σε αυτές θα βρει κανείς την Appleby, το δικηγορικό γραφείο που έγινε ευρύτερα γνωστό για την υπόθεση Paradise Papers, όταν το πελατολόγιό του διέρρευσε στον Τύπο, αποκαλύπτοντας έναν πακτωλό μαύρου χρήματος από όλες τις γωνιές του πλανήτη.

[Oli Scarff/AFP]

Για διαρροές είναι γνωστή τα τελευταία χρόνια και η τράπεζα HSBC, της οποίας τα γραφεία δεσπόζουν στην παραλιακή οδό της πρωτεύουσας St Helier. Σε λίστα πελατών του υποκαταστήματος του Τζέρσεϋ που παραδόθηκε στις βρετανικές αρχές το 2012, συμπεριλαμβάνονταν και 97 Έλληνες καταθέτες με λογαριασμούς ύψους 22,3 εκατομμυρίων ευρώ.

Ένας αμαρτωλός «παράδεισος»

Ο ελληνικός όρος «φορολογικός παράδεισος», αν και συνειρμικά παραπέμπει σε τροπικά νησιά, στην ουσία προέρχεται από λανθασμένη ανάγνωση του “tax haven”, που αποδίδεται πιο σωστά ως «φορολογικό απάγκιο», δηλαδή καταφύγιο. Δεν είναι μόνο ο ελληνόφωνος κόσμος που κάνει αυτό το σημειολογικό «σαρδάμ», με πρόσφατο παράδειγμα την επωνυμία Paradise Papers που επέλεξε ο διεθνής δημοσιογραφικό όμιλος International Consortium of Investigative Journalists για τις αποκαλύψεις του.

Όμως ο χαρακτηρισμός tax haven προκαλεί κάθε άλλο παρά «παραδείσιους» συνειρμούς στους κατοίκους του Τζέρσεϋ. «Στο γραφείο, ο όρος tax haven απαγορεύεται», μου είπε κάποτε υψηλόβαθμο στέλεχος σε δημόσιο οργανισμό του νησιού. «Μου το εξήγησαν ξεκάθαρα όταν ξεκίνησα. Το Τζέρσεϋ είναι “Διεθνές Οικονομικό Κέντρο” (International Finance Centre ή IFC) ή “φορολογικά ουδέτερη επικράτεια” (tax-neutral jurisdiction)». Παρόμοια αντίδραση προκαλεί και η χρήση του όρου offshore (υπεράκτιος), που στην κυριολεξία απλά περιγράφει συναλλαγές για λογαριασμό πελατών που εδρεύουν σε άλλη επικράτεια, έχει όμως αποκτήσει άλλη σημασία, με σαφὠς αρνητική χροιά.

Υπάρχουν μερικές δεκάδες επικράτειες σαν το Τζέρσεϋ διάσπαρτες σε διάφορα μέρη του πλανήτη, από τα νησιά της Καραϊβικής και τον Παναμά ως τη Μάλτα, την Κύπρο και το Λουξεμβούργο, το Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη. Κοινό τους χαρακτηριστικό είναι (σύμφωνα με τον ορισμό του ΔΝΤ) ότι διαχειρίζονται δυσανάλογο όγκο οικονομικών συναλλαγών σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας τους, για λογαριασμό πελατών σε τρίτες χώρες.

Κάπου μεταξύ 8 και 21-32 τρισεκατομμύρια δολάρια υπολογίζεται ότι διαχειρίζονται συνολικά οι υπεράκτιες επικράτειες, ανάλογα με τη μέθοδο υπολογισμού (το χαμηλότερο νούμερο προέρχεται από την ετήσια έρευνα της συμβουλευτικής εταιρείας Boston Consulting Group, το υψηλότερο από την ομάδα πίεσης Tax Justice NetworkT). Ο οργανισμός Jersey Finance, που εκπροσωπεί τον οικονομικό τομέα του Τζέρσεϋ, υποστηρίζει ότι οι τράπεζες και οι επενδυτικοί οίκοι του νησιού διαχειρίζονται κεφάλαια με συνολική αξία πάνω από ένα τρισεκατομμύριο στερλίνες (1,3 δισ. δολάρια ή 1,12 δισ. ευρώ σε σημερινές αξίες). Τα δύο τρίτα των κεφαλαίων προέρχονται από χώρες εκτός Ευρώπης. Σε κάποιους τομείς, μέχρι και το 90% των επενδυτών ή καταθετών εδρεύουν εκτός συνόρων.

Τα ποσά είναι τεράστια σε σχέση με το μέγεθος, τον πληθυσμό και την οικονομία του νησιού. Με τόσο πλούτο να περνά μέσα από τα χέρια τους, πώς βλέπουν οι ντόπιοι τον ρόλο τους; Πώς επηρεάζει την καθημερινότητά τους αυτή η ενασχόληση;

Σε αναζήτηση οικονομικού μοντέλου

Οι κάτοικοι του Τζέρσεϋ είναι περήφανοι για την αυτονομία τους, που διατηρούν από το 1205, με εξαίρεση τη σκοτεινή περίοδο της γερμανικής κατοχής κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όμως ένα τόσο μικρό νησί είναι δύσκολο να αναπτύξει ένα σταθερό και συγχρόνως αυτόνομο οικονομικό υπόβαθρο. Γι᾽ αυτόν το λόγο ιστορικά έχουν δοκιμαστεί διάφορα οικονομικά μοντέλα, τα περισσότερα από τα οποία έφεραν πρόσκαιρη ευημερία, αλλά δεν άντεξαν στο πέρασμα του χρόνου.

Για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα η οικονομία του νησιού στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στη γεωργία και τον τουρισμό. Όμως η τεχνολογία και η παγκοσμιοποίηση έπληξαν ακαριαία και τους δύο τομείς. Σήμερα, οι πατάτες ΠΟΠ “Jersey Royals”και τα γαλακτοκομικά προϊόντα από την τοπική ποικιλία αγελάδων συνεχίζουν να έχουν απήχηση στη Βρετανία ως προϊόντα πολυτελείας. Όμως η Κοινή Αγορά, οι υδροπονικές καλλιέργειες και οι μαζικές αερομεταφορές έφεραν στις ευρωπαϊκές αγορές εξωτικά λουλούδια από την Κένυα και φθηνές ντομάτες από την Ολλανδία σε ανταγωνιστικές τιμές. Ο τουρισμός που άκμασε τη δεκαετία του ᾽70 καταποντίστηκε με την έλευση των πτήσεων τσάρτερ, που «εξαφάνισαν» τους Βρετανούς τουρίστες μεταφέροντάς τους στις παραλίες της Μεσογείου.

Μαγνητάκια-ενθύμια της νήσου Τζέρσεϋ με τις παραδοσιακές αγελάδες. [Oli Scarff/AFP]

Όταν η πολιτική ηγεσία του νησιού είδε το τέλος να έρχεται, ζήτησε τη συνδρομή του Άγγλου οικονομολόγου Κόλιν Πάουελ (απλή συνωνυμία με τον πρώην Αμερικανό ΥπΕξ). Ο Πάουελ συνέταξε το 1971 μια έκθεση που έμελλε να γίνει ορόσημο στη μετεξέλιξη του Τζέρσεϋ από τοπικό θέρετρο σε διεθνές τραπεζικό κέντρο. Η περίοδος αυτή συνέπεσε με την κατάργηση της συνθήκης του Bretton Woods, που απελευθέρωσε τις αγορές συναλλάγματος και τη διασυνοριακή κίνηση κεφαλαίων. Στην έκθεσή του ο Πάουελ επιχειρηματολόγησε υπέρ της θέσπισης ενός οικονομικού κέντρου που θα πρόσφερε παρόμοιες υπηρεσίες με το Σίτι του Λονδίνου, χωρίς την αντίστοιχη φορολογική επιβάρυνση. «Αν η θελκτικότητα του Τζέρσεϋ ως επικράτειας με χαμηλή φορολογία οφείλεται στους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές που επιβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο», έγραψε στην αιτιολογία του, «το νησί δεν μπορεί να κατηγορηθεί για το ότι προσφέρει μια οδό διαφυγής».

Οι αλλαγές ήταν ραγδαίες. Σήμερα η γεωργία συμβάλλει μόλις 1% στην εθνική οικονομία, ενώ ο τουρισμός και η εστίαση 4%. Οι οικονομικές δραστηριότητες συνεισφέρουν πάνω από 40%, ενώ απασχολούν το 22% του εργατικού δυναμικού

Η μεταστροφή αυτή γέννησε μια ιδιαίτερη μυθοπλασία, που εξακολουθεί να διαμορφώνει την εικόνα του νησιού στον «έξω κόσμο». Ο κοσμοπολιτισμός και το οικονομικό έγκλημα είναι οι αναφορές με τις οποίες ταυτίστηκε το Τζέρσεϋ στη συνείδηση του τηλεοπτικού κοινού την δεκαετία του ᾽80, όταν γυρίστηκε εκεί η δημοφιλής αστυνομική σειρά Bergerac. Ο κεντρικός ήρωας του σίριαλ, ένας αντισυμβατικός μπάτσος, εξιχνίαζε κάθε εβδομάδα επί μια δεκαετία υποθέσεις διαφθοράς στις πολυτελείς βίλες και τα κότερα του νησιού, όπου διεθνείς εγκληματίες συναναστρέφονταν τη διεφθαρμένη τοπική ελίτ.

Κατά πόσο συμβαδίζει η πραγματικότητα με την τηλεοπτική εικόνα;

Γηγενείς, μέτοικοι και άλλα ζώα

Η αλήθεια είναι ότι γύρω από την οικονομία του νησιού έχει αναπτυχθεί μια ιδιόμορφη ανθρωπογεωγραφία. Τα παλιά «τζάκια» του νησιού, οικογένειες με γαλλόφωνα ονόματα και ρίζες στην εποχή των Σταυροφοριών, είναι κλειστός κύκλος, που αποτελείται κυρίως από γαιοκτήμονες. Πρόκειται ουσιαστικά για μια κάστα εισοδηματιών που σήμερα τρέφεται έμμεσα (και) από τον οικονομικό τομέα. Είναι ενδεικτικό ότι η δεύτερη σε μέγεθος πηγή εισοδήματος για το νησί είναι τα ενοίκια.

Όμως για να κινηθεί η οικονομία χρειάζεται συνεχώς «νέο αίμα». Την τελευταία δεκαετία ο πληθυσμός του νησιού έχει αυξηθεί κατά 11.500, αριθμό μεγάλο σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς ότι η αγορά εργασίας και κατοικίας ρυθμίζονται αυστηρά. Το νησί «εισάγει» ειδικευμένο προσωπικό, όπως γιατρούς και νοσηλευτές, αλλά και ειδικούς στον οικονομικό κλάδο, όπως λογιστές, δικηγόρους και τραπεζικά στελέχη που αποτελούν την κινητήρια δύναμη της οικονομίας.

Ως σύγχρονοι μέτοικοι, οι νεοεισερχόμενοι έχουν περιορισμένη πρόσβαση στην αγορά κατοικίας και αποκτούν δικαίωμα ψήφου μόνο μετά από δυο χρόνια διαμονής. Όμως η πλειοψηφία θεωρεί τον εαυτό της τυχερό. «Είναι σαν να γίνεσαι μέλος σε ένα κλαμπ πριβέ», μου λέει ο Φ.Ν., που έζησε για χρόνια στο νησί όπου εργάστηκε ως σύμβουλος στον οικονομικό τομέα. «Ακόμα κι αν δεν γνώριζες την ύπαρξή του από πριν, σύντομα γίνεσαι μέλος της κλίκας. Κυρίως όσοι έχουν μικρά παιδιά δεν σταματούν να μιλούν για το πόσο ασφαλές είναι το νησί, πόσο καλά τα σχολεία, πόσο άπαιχτο το λαϊφστάιλ. Δίνεται η αίσθηση ότι ζουν σε μια φούσκα, όπου έχει χαθεί η επαφή με τον έξω κόσμο». Πολλοί περιγράφουν το Τζέρσεϋ με όρους νοσταλγικούς, λένε πως τους θυμίζει την Αγγλία των παιδικών τους χρόνων, «πριν πάρει τον κατήφορο» (σ.σ. συνήθως αναφέρονται στην πολυπολιτισμικότητα). Άλλοι χρησιμοποιούν λιγότερο κολακευτικούς όρους. Κάποιοι παρομοιάζουν τον κοινωνικό περίγυρο με το δυστοπικό θρίλερ «Οι Γυναίκες του Στέπφορντ», όπου οι γυναίκες μετατρέπονται σε υπάκουα ρομπότ αφοσιωμένα στον παραδοσιακό ρόλο της νοικοκυράς, ενώ οι άνδρες απολαμβάνουν σαφώς αναχρονιστικά προνόμια.


Διάβασε όλο το άρθρο στο inside story (https://bit.ly/2RUBali). 

Το inside story είναι το πρώτο συνδρομητικό–ενημερωτικό site χωρίς διαφημίσεις στην Ελλάδα. Ανεξάρτητο αποκαλυπτικό με οικονομική αυτοτέλεια και διαφάνεια. 

Ειδικά για τους αναγνώστες της Popaganda: Γνώρισε το inside story για ένα μήνα δωρεάν, βάζοντας τον κωδικό κουπονιού popaganda στην http://bit.ly/2hKhNL9

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.