ΜΟΥΣΙΚΗ : ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗGus G: Η Ζωή Δίπλα στον Ozzy, η εκτόξευση των Firewind κι άλλες μεταλλικές ιστορίες…

Gus G: Η Ζωή Δίπλα στον Ozzy, η εκτόξευση των Firewind κι άλλες μεταλλικές ιστορίες…

Λίγο πριν τα 30 μπήκε στην μπάντα του θρυλικού ηγέτη των Black Sabbath, λίγο μετά τα 30 βρέθηκε με το γκρουπ του στην κορυφή του IFPI chart πάνω από τον Justin Bieber. Με την αφορμή του νέου σόλο άλμπουμ του, τα είπε όλα στον Γιώργο Τσίγκο.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Τον Αύγουστο του 2009, ανακοινώθηκε ότι ο Ozzy Osbourne προσέλαβε για κιθαρίστα στo προσωπικό του σχήμα τον Έλληνα Gus G, κατά κόσμον Κωνσταντίνο Καραμητρούδη. O Gus μέχρι τότε ήταν γνωστός ως η ηγετική φυσιογνωμία των Firewind, ενός ελληνικού power metal συγκροτήματος που είχε ήδη κάνει επιτυχία στο εξωτερικό γράφοντας στο ενεργητικό του παγκόσμιες περιοδείες. Λίγο πριν κλείσει τα 30, είχε έρθει η ώρα να βρεθεί στα μεγάλα σαλόνια δίπλα σε έναν από τους θρύλους. Δίπλα στον Θρύλο, αν προτιμάτε…

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, γεμάτος εμπειρίες και εικόνες, αποτελεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της ελληνικής metal σκηνής με παρουσία σε κάθε γωνιά του πλανήτη. ‘Εχοντας στις πλάτες του επτά άλμπουμ με τους Firewind καθώς και μία ηχογράφηση και δύο περιοδείες με τον Ozzy, o Gus G επιστρέφει με το τρίτο του προσωπικό άλμπουμ που έχει τίτλο Fearless.

Τον συναντήσαμε και μιλήσαμε μαζί του για τη διεθνή του επιτυχία, τα έργα και τις ημέρες του δίπλα στον Ozzy Osbourne, καθώς και για τις αλλαγές στην ελληνική και διεθνή μουσική σκηνή…

Κατά τη διάρκεια της σύνθεσης του νέου άλμπουμ άκουγες μουσικές από άλλους καλλιτέχνες για έμπνευση; Πάντα ακούω. Βέβαια όταν γράφω προσπαθώ να μην είμαι κολλημένος σε κάτι συγκεκριμένο γιατί μπορεί να βγει παρόμοιο. Πολλές φορές, όταν κολλάω, ακούω έναν παλιό δίσκο από κάποιον αγαπημένο μου κιθαρίστα ή κάποια αγαπημένη μου μπάντα για έμπνευση. Σκέφτομαι, δηλαδή, τι θα έκαναν οι Black Sabbath ή βάζω έναν παλιό Gary Moore. Γενικά η έμπνευσή μου προέρχεται από κλασικό 70s και 80s hard rock.

Πώς εξελίχθηκες ως καλλιτέχνης μέσα από την εμπειρία της συνεργασίας σου με τον Ozzy; Ήταν ένα μεγάλο σχολείο για μένα ο Ozzy, δηλαδή με βοήθησε να γίνω καλύτερος επαγγελματίας και μουσικός. Όπως και να ‘χει παίρνεις πράγματα από έναν τέτοιο άνθρωπο που ανήκει στους διαμορφωτές αυτού του είδους μουσικής που παίζουμε, ένας από τους προπάτορες αν θέλεις. Πήρα πολλά πράγματα: στο συνθετικό τομέα, στο performing και στον επαγγελματισμό. Θεωρώ ότι με βοήθησε πολύ στο να αναπτύξω την κιθαραστική περσόνα που είμαι σήμερα, τη θέση μου δηλαδή στους Firewind, κάτι που δεν το είχα πριν τόσο πολύ. Δηλαδή, μπήκα στο ρόλο πιο δυνατά και τον είδα να εξελίσσεται.

Από την ηγετική προσωπικότητα του Ozzy τι πήρες για τη δική σου μπάντα; Ούτως ή άλλως στους Firewind πάντα ήμουν η κεντρική φιγούρα και κινητήρια δύναμη. Πριν πάω στον Ozzy, όμως, δεν ήμουν εξοικειωμένος και με το ρόλο του guitar hero. Όλοι μου έλεγαν ότι είμαι βιρτουόζος, όμως εγώ δεν έβλεπα τον εαυτό μου έτσι, ούτε τώρα το κάνω για να πω την αλήθεια. Ξέρω ποιες είναι οι δυνάμεις μου, ξέρω που είμαι καλός και που δεν είμαι. Απλώς όταν μπαίνεις σε από τις μεγαλύτερες μπάντες στον κόσμο και παίζεις σε αυτό το επίπεδο, πρέπει να έχεις μια larger than life προσωπικότητα, και στην σκηνή αλλά και γενικά. Παίζει ρόλο πώς παρουσιάζεις τον εαυτό σου και πώς σε βλέπει ο κόσμος. Δίπλα στον Ozzy τα πέρασα όλα αυτά σε άλλο επίπεδο.

Πώς διαχειρίστηκες τα συναισθήματά σου στην αρχή της γνωριμίας με τον Ozzy; Στην αρχή ήμουν νευρικός όταν ήμουν γύρω του. Δεν ήξερα τι να του πω, ήξερα ότι ήμουν εκεί για ένα λόγο και προσπαθούσα να καταλάβω τι ήταν αυτός ο κόσμος -γιατί μιλάμε για έναν άλλο κόσμο- και τα πράγματα συνέβαιναν επίσης πολύ γρήγορα. Δεν είχα χρόνο να σκεφτώ για να τα βάλω σε μία τάξη. Έχω ένα υπόβαθρο και θεωρώ ότι έχω καλούς τρόπους, ξέρω ποια είναι η θέση μου, ξέρω που με παίρνει να πω κάτι και θεωρώ ότι τους άρεσε αυτό και τελικά ταιριάξαμε. Προσπάθησα να κάνω το καλύτερο που μπορώ παικτικά γιατί στο τέλος της ημέρας γι’ αυτό ήμουν εκεί, για να παίζω κιθάρα.

Ο Ozzy πώς ήταν απέναντι σου; Πώς σε υποδέχθηκε; Πολύ απλός, πολύ σωστός. Θυμάμαι όταν πήγα στο ξενοδοχείο πριν το audition με πήρε τηλέφωνο για να σπάσει ο πάγος και μου είπε «χάλαρωσε, μην ανησυχείς και κάποιο λάθος να κάνεις αύριο, δεν πειράζει». Ήταν πολύ χαλαρός μαζί μου και με βοήθησε κι όταν ξεκίνησαμε την περιοδεία. Μου έλεγε να βγω έξω και να είμαι ο εαυτός μου, ο Gus. Δεν καταλάβαινα και πολύ τι εννοούσε, τώρα πια καταλαβαίνω αρκετά πράγματα. Γενικά, πάντα ήταν πολύ καλός και υποστηρικτικός, με έκανε να νιώθω άνετα. Μου έδινε περιθώριο πρωτοβουλίας, γιατί ήθελε ο καθένας να μπορεί να κάνει το καλύτερο στο πεδίο του. Από την άλλη, είχε και μια μπάντα τριγύρω του που ήξερε ότι ήταν ο σταρ της. Δεν προσπαθούσε κάποιος να κλέψει την παράσταση από κάποιον άλλο. Ο καθένας ήξερε το ρόλο του.

Με τα άλλα δύο μέλη της μπάντας του Ozzy, τον Blasko (μπάσο) και τον Cluffetos (τύμπανα) πώς δέσατε; Κι από αυτούς έμαθα πολλά, γιατί έρχονται επίσης από άλλον κόσμο. Εγώ ξεκίνησα ως ένα παιδί που έχει μια μπάντα, γράφει κάποια τραγούδια, τα παίζει παραέξω προσπαθώντας να φτιάξει το κοινό του. Αυτοί οι μουσικοί είναι αυστηρά hired guns σε όλη τους την καριέρα. Γνωρίζουν άλλους κώδικες που δεν τους γνώριζα εγώ, οπότε δίπλα τους έμαθα επίσης πολλά, καθώς μέχρι να τους γνωρίσω ήξερα μόνο πως είναι να παίζω στη δικιά μου μπάντα. Με καθοδηγήσαν, χωρίς να είμαι ο «μικρός» ή ο «καινούργιος». Υπήρχε απόλυτος σεβασμός.

Σκεφτόσουν ότι έπρεπε να «γεμίσεις τα παπούτσια» του Randy Rhoads και του Zakk Wylde που ήταν οι προκάτοχοί σου στην μπάντα του Ozzy; Μιλάμε για μια πολύ ιερή θέση στο χώρο του heavy metal. Είναι μια θέση που ξέρεις από την αρχή ότι μπορεί να αποδειχθείς και ο χειρότερος. Είναι μια θέση που δύσκολα την καλύπτει κάποιος. Σίγουρα ήμουν νευρικός και αγχωμένος, είχα όμως και μια προσέγγιση ότι μία είναι η ευκαιρία μου και δεν υπάρχει άλλη. Προσπάθησα να κάνω το καλύτερο από σεβασμό προς τον Ozzy, στους οπαδούς τους αλλά στα ίδια τα τραγούδια. Προσπάθησα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση του κοινού: πώς θα ήθελα να ακούγονται αυτά τα κομμάτια αν πήγαινα σε μια συναυλία;

Κάθε μέρα σε περιοδεία με τον Ozzy ήταν μεγάλη μέρα. Ήταν όπως τα φανταζόμουν, δεν έπεσα έξω στη φαντασία μου. Δε μιλάω για το lifestyle της υπερβολής. Μιλάω για το επίπεδο χλιδής. Δε μπορώ να το αρνηθώ, μείναμε στα καλύτερα ξενοδοχεία, είχαμε δικό μας αεροπλάνο, παίξαμε στις μεγαλύτερες αρένες και βγάλαμε λεφτά.

Τι αντιδράσεις έλαβες από το κοινό τόσο στο ξεκίνημα όσο και στην πορεία; Ήταν ανάμεικτες, αλλά αναμενόμενες. Υπήρχαν αυτοί που με υποστήριζαν, αλλά ήξερα ότι θα δεχόμουν και πολλές επιθέσεις. Δεν το άφησα να με επηρεάσει. Εγώ ήμουν εκεί, το ζούσα, δε χρειαζόταν να μπαίνω στα social media για να δω τι έλεγε ο κόσμος. Ήξερα ότι κι εδώ στην Ελλάδα υπήρχαν πολλές αντιδράσεις, γιατί μου έλεγαν «τώρα στη χώρα σου θα σε έχουν σαν εθνικό ήρωα» και τους απαντούσα «δεν είναι έτσι ακριβώς – οι περισσότεροι δεν το ξέρουν καν, ενώ κι αυτοί που ξέρουν δεν είναι και πολύ χαρούμενοι». Είπαμε, είναι μια ιερή θέση, υπάρχει ιεραρχία κι ο κόσμος δε μπορεί να δεχθεί αλλαγές τόσο εύκολα. Εδώ στους Firewind αλλάξαμε τραγουδιστή και υπήρξαν αντιδράσεις, κι ας είμαστε μια μπάντα με συγκεκριμένη ιστορία. Το θέμα είναι ότι το άλμπουμ που κάναμε ως μπάντα του Ozzy πήρε πολύ καλές κριτικές, όπως και η περιοδεία. Δε γίνεται να σταματήσουμε να παίζουμε επειδή δεν αρέσουμε σε κάποιους, άλλωστε όλοι έχουμε τη δυνατότητα να μην ακούμε αυτό που δε μας αρέσει.

Είχες βρεθεί στο στούντιο με τον Ozzy για το Scream. Τι διαφορετικό είδες κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης συγκριτικά με αυτό που είχες συνηθίσει; Ήταν ένας δίσκος που μπήκα τελευταία στιγμή και δεν υπήρχαν κιθάρες. Άλμπουμ που γράφτηξε εξ ολοκλήρου από τον παραγωγό τον Kevin Churko και χρειαζόταν έντονα κιθαρίστα. Δεν είχε τίποτα εκτός από κάποια riffs που είχε παίξει ο παραγωγός που δεν ήταν καν κιθαρίστας. Η δικιά μου δουλειά ήταν να βάλω την κιθάρα στο άλμπουμ, ας πούμε να φτιάξω όλα τα σόλο. Ήταν μεγάλη εμπειρία γιατί είχα συνηθίσει να συνθέτω τα άλμπουμ στα οποία παίζω.

Με τον Ozzy ήρθες δύο φορές στην Ελλάδα, το 2010 και το 2012. Από αυτές τις δύο εμφανίσεις, ποια ξεχωρίζεις περισσότερο; Δύσκολο, γιατί και οι δύο είναι πολύ ιδιαίτερες. Όταν ήρθαμε το 2012 ήμουν σε καλύτερη φόρμα και πιο ξεψαρωμένος, ενώ μοιράστηκα την σκηνή με μερικά από τα είδωλα μου όπως ο Geezer Butler, o Slash και ο Zakk Wylde. Ήταν μια πολύ μεγάλη στιγμή. Αλλά και το 2010 ήταν πολύ σημαντική. 

Η κρίσιμη ερώτηση: το touring με τον Ozzy, πώς ήταν; Τέλειο. Κάθε μέρα ήταν μεγάλη μέρα. Ήταν όπως τα φανταζόμουν. Πως σκέφτεσαι δηλαδή να είσαι στη μεγαλύτερη μπάντα του κόσμου; Ακριβώς αυτό ήταν, δεν έπεσα έξω στη φαντασία μου. Δε μιλάω για το lifestyle της υπερβολής. Μιλάω για το επίπεδο χλιδής. Δε μπορώ να το αρνηθώ, μείναμε στα καλύτερα ξενοδοχεία, είχαμε δικό μας αεροπλάνο, παίξαμε στις μεγαλύτερες αρένες και βγάλαμε λεφτά, κάτι που με βοήθησε πολύ στην καριέρα μου.

Γύρισες μαζί του όλο τον κόσμο, τι αποκόμισες; Αυτό το κάνω από τα 17 μου. Γενικά το γεγονός ότι έφυγα μικρός από την Ελλάδα με βοήθησε πάρα πολύ στο να απορροφήσω πράγματα από άλλες κουλτούρες, θεωρώ ότι ο χαρακτήρας μου είναι ένα μείγμα τους. Έχω κάποια πράγματα εννοείται ως Έλληνας, αλλά και μικρός που πήγα στην Αμερική είδα πως σκέφτονται εκεί. Όταν πήγα στη Σουηδία, σε ηλικία 19 ετών, κατάλαβα πως σκέφτονται οι Σκανδιναβοί, πως ζούνε, τι κάνουνε και γιατί είναι έτσι όπως είναι. Στην Ιαπωνία έχω πάει 15 φορές και κάθε φορά παθαίνω πλάκα, είναι πολιτισμικό σοκ  η Ασία γιατί διαφέρει πολύ. Μία από τις ευλογίες στη μουσική βιομηχανία είναι το γεγονός ότι μπορούμε και ταξιδεύουμε τον κόσμο, παίζουμε τη μουσική μας και γνωρίζουμε ανθρώπους από άλλες κουλτούρες που έχουμε ένα κοινό παρανομαστή; τη μουσική.

Με τους Firewind έχετε βρεθεί στο νούμερο 1 των charts στην Ελλάδα (το 2012 πάνω από… Justin Bieber, Πάνο Κιάμο και Χαρούλα Αλεξίου-Δήμητρα Γαλάνη). Πως το πετύχατε αυτό από την στιγμή που το είδος που εκπροσωπείτε δεν είναι το κυρίαρχο στην Ελλάδα; Το πετύχαμε επειδή έχουμε έναν σκληρό πυρήνα οπαδών στην Ελλάδα που μας ακολουθεί για χρόνια. Έχουμε ανθρώπους που μας στηρίζουν από το πρώτο μας άλμπουμ, στην ουσία μεγαλώνουμε μαζί και για κάποιο φοβερό λόγο το κοινό μας ανανεώνεται, βλέπουμε νεότερες γενιές που έρχονται στα live. Όλο αυτό σε κάποια φάση γιγαντώθηκε. Επίσης πηγαίνουμε χέρι χέρι με κάποιες θρυλικές μπάντες όπως οι Rotting Christ που έχουν επίσης μεγάλο πυρήνα οπαδών που τους στηρίζει φανατικά. Έτσι αι εμείς βοηθήσαμε στο να ανοίξουν οι πόρτες και για κάποια άλλα παιδιά. Δείξαμε στον κόσμο ότι είναι οκ να είσαι από την Ελλάδα και να κάνεις παγκόσμιες περιοδείες παίζοντας power ή heavy metal. Πιστεύω αυτό μίλησε σε πολλά παιδιά εκείνο τον καιρό και το βλέπουμε μέχρι και σήμερα. Όταν βλέπεις τον κόσμο να σε στηρίζει έμπρακτα, ξέρεις ότι η όποια επιτυχία δεν είναι εφήμερη – επειδή σε στήριξε ένα κανάλι ή ένα περιοδικό – , αντίθετα είναι αληθινή. Υπάρχουν δυνατοί δεσμοί μεταξύ της μπάντας και των οπαδών.

Η επιτυχία στην Ιαπωνία, πώς προέκυψε; Από εκεί ξεκινήσαμε βασικά. Εγώ έκανα το ντεμπούτο μου με μια σουηδική μπάντα τους Dream Evil που είχαν επιτυχία στην Ιαπωνία. Πουλούσαμε αρκετούς δίσκους και μας είχαν καλέσει σε περιοδείες. Εγώ ήμουν πιτσιρικάς, 21 ετών, και επειδή ως γνωστόν τους αρέσουν οι κλασικοί κιθαρίστες κατευθείαν ξεχώρισα για τη δική τους αγορά. Αυτό συνεχίστηκε και με τους Firewind. Στο δεύτερο άλμπουμ μας έκαναν πρόταση να πάμε να παίξουμε για μια περιοδεία στην Ιαπωνία. Ήταν πολύ σημαντική στο να γίνουν οι Firewind αυτό που είναι σήμερα. Τα πράγματα βέβαια έχουν αλλάξει, όπως και η εκεί αγορά καθώς το κοινό μας έχει μεγαλώσει ηλικιακά. Έχει υπάρξει στροφή στην στα εγχώρια προϊόντα, στις J-Pop μπάντες και στα anime. Αλλά πάντα υπάρχει ένα σταθερό κοινό.

Η δική μου άποψη είναι ότι δε θα έπρεπε να απασχολεί κανέναν η πολιτική θέση του κάθε καλλιτέχνη. Δε θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν τι ψηφίζω, entertainer είμαι.

Πώς βλέπεις την στροφή των ροκ συγκροτημάτων από την Ελλάδας προς το stoner που τείνει να γίνει mainstream και τους εξασφαλίζει μέχρι κι ευρωπαϊκές περιοδείες; Το stoner είναι μια παγκόσμια μόδα. Ανεξάρτητα από το αν μου αρέσει ή όχι, προσωπικά δεν ακούω αυτό το είδος, τίποτα δεν αναιρεί ότι αυτά τα παιδιά παίρνουν αυτό που τους αξίζει. Ξέρω ότι δουλεύουν σκληρά, ξέρω ότι έχουν πολύ μεγάλο κοινό και κάνουν βήματα προς τα έξω. Με χαροποιεί γιατί είναι καλό για την ελληνική σκηνή, είτε λέγεται mainstream, είτε ποπ, είτε ροκ-μέταλ, είτε οτιδήποτε. Οι Σουηδοί το κάνουν αυτό από το 1975, εμείς πολύ αργήσαμε.

Εκτός από το stoner, έχει γίνει και το hip hop αρκετά mainstream. Τι πιστεύεις ότι κάνει καλύτερα το hip hop συγκριτικά με το metal αυτήν την εποχή και είναι τόσο επιδραστικό παγκοσμίως; Η μόνη εποχή που το μέταλ ήταν mainstream, ραδιοφωνικό και στο MTV, ήταν στα 80s. Στη συνέχεια ήρθε το grunge που σκότωσε το μέταλ, εξαφανίζοντας δηλαδή τα heavy κιθαριστικά σόλο. Οι Led Zeppelin ήταν ραδιοφωνική μπάντα στα 70s; Όχι, αλλά έπαιζαν στο Madison Square Garden για τρεις βραδιές. Είναι διαφορετική η κουλτούρα του ροκ. Στο hip hop γίνεσαι γνωστός αν έχεις το ένα hit στο ραδιόφωνο ενώ στο ροκ και στο metal είναι λίγο αλλιώς, δηλαδή μπορεί να έχεις μεγάλη επιτυχία χωρίς να κάνεις θόρυβο στα media. Προσωπικά δεν καταλαβαίνω πολύ την κουλτούρα του hip hop. Ας πούμε, μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πως έγινε πριν μερικούς μήνες μεγάλη επιτυχία το “Rockstar” του Post Malone. Το τραγούδι σίγουρα έχει κάτι το μοναδικό, αν και δεν ξέρω τι είναι αυτό.

Εσύ θα έδινες πολιτική χροιά στη μουσική σου όπως κάνουν οι hip hop καλλιτέχνες; Όχι. Η δική μου άποψη είναι ότι δε θα έπρεπε να απασχολεί κανέναν η πολιτική θέση του κάθε καλλιτέχνη. Δε θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν τι ψηφίζω, entertainer είμαι. Θεωρώ ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να εκφράσεις μέσω της μουσικής σου πέρα από τα πολιτικά. Από την άλλη, ελευθερία λόγου έχουμε. Οι Rage Against the Machine ήταν απίστευτη μπάντα και είχε έντονες πολιτικές θέσεις – μου αρέσουν αν και είναι κάτι που εγώ δε θα το έκανα ποτέ. Όπως και οι Megadeth, ο Mustaine είχε πάντα άποψη πολιτική. Σίγουρα μπορείς να πεις πράγματα που βασανίζουν τον κόσμο όταν απευθύνεσαι στο κοινό, αλλά γενικά απεχθάνομαι όταν βλέπω κάποιον μουσικό να υιοθετεί πλευρά πολιτικού ή όταν κατεβαίνει σε καμπάνιες μαζί τους. Στην ουσία, γίνονται οι σπόνσορές τους.

Εσένα τι σε εμπνέει ως καλλιτέχνη; Γενικά δε γράφω στίχους αλλά μουσική. Εμπνέομαι από διάφορα πράγματα. Μπορεί να είναι μια ταινία που θα δω, μια κατάσταση που περνάω, το χρώμα του ουρανού μια συγκεκριμένη μέρα. Ας πούμε, στο τελευταίο μου άλμπουμ εμπνεύστηκα από μία κιθάρα. Πήρα μία Stratocaster που ήταν επανέκδοση του 1961 και την έκανε tribute η Fender στον Gary Moore (έβγαλαν μόνο 60 σε όλον τον κόσμο και έχω μία από αυτές). Την ημέρα που ήρθε η κιθάρα στο σπίτι με το που την έπιασα, έγραψα το riff του τραγουδιού Big City που βρίσκεται στο νέο δίσκο. Το πρώτο μου άλμπουμ, το I Am the Fire, ήταν μία πιο καθαρτική απόπειρα για μένα. Είχα κάποια πράγματα που ήθελα να βγουν, είχα περάσει κάποιες καταστάσεις κι έγραψα αυτά τα τραγούδια. Πιστεύω ότι όλοι οι μουσικοί τα περνάνε αυτά. Μπορείς να εμπνευστείς από ένα ηλιοβασίλεμα, από μια ωραία γυναίκα. Από ο,τιδήποτε.

Λειτουργεί μια μπάντα όταν είναι βασισμένη στις ιδέες ενός ατόμου; Ναι, θεωρώ ότι κυρίως έτσι πρέπει να λειτουργεί. Δεν πιστεύω τόσο πολύ στη δημοκρατία μέσα σε μια μπάντα. Δε μιλάω για μια δικτατορία τύπου «θα κάνουμε αυτό και τέλος», αλλά κάθε καράβι πρέπει να έχει κι έναν καπετάνιο. Ήμουν σε μπάντα που και οι πέντε είχαν ισάξιες γνώμες και δεν έβγαινε άκρη. Όταν είναι ένας άνθρωπος, που έχει ένα όραμα, ξέρει πως να πάει από το α στο β ή έχει μια ιδέα και θέλει να την προσπαθήσει, τότε καλό είναι να τον αφήνουμε για να δούμε αποτελέσματα.

Το τρίτο προσωπικό άλμπουμ του Gus G με τίτλο Fearless κυκλοφόρησε στις 20/4 από την AFM Records. Στην Ελλάδα θα το βρείτε σε διανομή της Infinity Entertainment.

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.