ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 20.05.2017

Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος δεν τα έχει βρει με τον εαυτό του αλλά είναι σε καλό δρόμο

Ο ηθοποιός που μεγάλωσε μαζί μας μιλάει για τον πρώτο του τηλεοπτικό ρόλο ως Βασιλομήτωρ, τα χρόνια του Λονδίνου και τη δυσκολία του να ξεκαθαρίζεις τα πράγματα μέσα σου.
Φωτογραφίες: Δημήτρης Κουλελής
ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΟ Γιώργος Πυρπασόπουλος δεν τα έχει βρει με τον εαυτό του αλλά είναι σε καλό δρόμο

Τον θυμόμαστε από την εφηβεία του, τότε που για πρώτη φορά –ήταν ακόμη στο γυμνάσιο- εμφανίστηκε στην τηλεόραση. Το μεγάλο μπαμ ήρθε με το «Λόγω Τιμής», μετά κινηματογράφος και θέατρο και μια ήρεμη πορεία χωρίς μεγάλες εξάρσεις ούτε και πτώσεις. Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος στο θέατρο αναδίδει μια σχεδόν συγκινητική φυσικότητα, δεν θα διακρίνεις ποτέ πάνω του ούτε ένα από τα θεατρικά κλισέ-τεχνάσματα υποκριτικής αλλά ξέρεις ότι η φωνή, το βλέμμα, η κίνηση είναι πυρπασοπουλικά. Δεν είναι μανιέρα, είναι το δικό του στίγμα κι αυτό είναι μεγάλο χάρισμα τελικά. Καθόμαστε στο «Σκάζη» στην πλατεία Βαρνάβα, έχει έρθει με τη βερμούδα αν και ο καιρός έχει ψυχράνει, πατάω το on στο μαγνητοφωνάκι και παρατηρώ έναν άνθρωπο που κομπιάζει καθώς μιλάει, σταματάει και σκέφτεται, είναι σα να ψάχνει το επόμενο πάτημα –λέει ότι κάνει αναρρίχηση κι αυτό κάπως εξηγεί τα πράγματα- και κυρίως ξεκαθαρίζει ότι για όσα λέει δεν μπορεί να είναι σίγουρος, ακόμη ψάχνει τα πράγματα, ακόμη προσπαθεί να τα ξεκαθαρίσει μέσα του. Κι αυτό είναι εξαιρετικά ανακουφιστικό –ίσως όχι για εκείνον- σε μια εποχή που όλοι μιλούν με τόση σιγουριά που δεν τους περνάει καν από το μυαλό ότι ίσως κάνουν λάθος.

Από πότε ήθελες να γίνεις ηθοποιός; Στο δημοτικό είχα στείλει αίτηση για μια οντισιόν που έκανε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος για το «Τοπίο στην ομίχλη». Πολύ στεναχωρήθηκα όταν συνειδητοποίησα ότι τελικά ήθελαν κοριτσάκι.

Για αυτό αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός; Για τον κινηματογράφο; Όχι, στην πορεία προέκυψε αυτό. Δεν έχω παίξει σε πολλές ταινίες αν και γουστάρω τον κινηματογράφο αλλά εδώ δεν υπάρχουν πολλές ευκαιρίες. Ενεργό ρόλο είχα στο «Τέλος Εποχής», το “Guiness” και το “Chevalier”.

Στο “Chevalier” ήσασταν ανδροπαρέα υπό τη γυναικεία καθοδήγηση της Αθηνάς Τσαγγάρη. Πώς είναι οι άνδρες όταν δεν υπάρχει γυναίκα στην παρέα; Περάσαμε πολύ ωραία και κάναμε και διάφορες άλλες ανδρικές μαλακίες που δεν μπήκαν στην ταινία, υπήρχε για παράδειγμα μια σκηνή που παίζαμε πόλεμο με εικονικές μάχες. Οι άνδρες όταν δεν υπάρχει γυναίκα στη μέση είναι πιο χαλαροί. Όχι ότι δεν υπάρχει ανδρικός ανταγωνισμός αλλά εάν δεν έχουν ποια να εντυπωσιάσουν είναι πιο ήπια τα πράγματα. Έχω την αίσθηση πάντως ότι οι γυναίκες είναι πιο ανταγωνιστικές μεταξύ τους.

Οι γυναίκες είναι ανταγωνιστικές ως προς τον εαυτό τους, οι άνδρες μεταξύ τους. Όχι; Νομίζω ότι ούτως ή άλλως το πρόσταγμα της εποχής είναι να είμαστε συνεχώς ανταγωνιστικοί με τον εαυτό μας, να είμαστε πάντα όσο το δυνατόν καλύτεροι και να ανταποκρινόμαστε σε όλα. Κάπου εκεί χάνεται η μπάλα. Επικεντρώνεσαι σε αυτά που πρέπει να πετύχεις και ξεχνάς τα δικά σου θέλω.

Ποιο είναι το πιο αδιάφορο για σένα από τα κοινωνικά «πρέπει»; Ότι οι άνδρες πρέπει να ασχολούνται με το ποδόσφαιρο. Το βαριέμαι γιατί εδώ δε παίζουν καλή μπάλα. Έχει τύχει όμως να δω ξένες ομάδες σε τελικούς και εκεί έχει ενδιαφέρον.

«Νομίζω ότι η βλακεία είναι άγνοια και έλλειψη ικανότητας να αντιληφθείς ότι ίσως κάνεις λάθος».

Η γιαγιά σου ήταν η Μαρίκα Νέζερ. Τη θυμάσαι; Ναι, ειδικά το ότι κάθε Κυριακή πηγαίναμε σπίτι της για να φάμε κοτόπουλο λεμονάτο με πατάτες. Μου έχουν πει ότι της μοιάζω παρότι δεν ήταν εξ αίματος η συγγένεια. Ήταν ετεροθαλής αδερφή της μητέρας του πατέρα μου. Ήταν ένας άνθρωπος που πέθανε στην ψάθα γιατί τα χρήματά της τα έδινε σε όσους είχαν ανάγκη, δεξιά κι αριστερά. Την έζησα λίγο γιατί ήταν κατάκοιτη λόγω της αρθρίτιδας της όμως με επηρέασε με τις αφηγήσεις της για το θέατρο. Είχε και κάτι κοστούμια γυναικεία και τα φορούσαμε εγώ και ο αδερφός μου και παίζαμε τις κυρίες. Είχε ενδιαφέρον όλο αυτό με τις φωτογραφίες, τα κοστούμια, τις ιστορίες από τη σκηνή, είχε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από την καθημερινότητά μου. 

Υπήρχαν άλλοι στην οικογένεια που είχαν ασχοληθεί με το θέατρο; Ο πατέρας μου ήταν ηθοποιός μέχρι τα 30 του, στη χούντα τα παράτησε. Παντρεύτηκε τη μάνα μου, πήγαν στην Αυστραλία, εγώ μεγάλωσα μέχρι τα δύο μου εκεί και αναμνήσεις δεν έχω . Ήταν κάπως δύσκολα τα παιδικά μου χρόνια γιατί η μητέρα μου ήταν καθηγήτρια  και ο πατέρας μου είχε ένα μαγαζί με αντίκες και δούλευαν πολλές ώρες. Έλειπαν πολύ από το σπίτι οπότε ήμασταν ψιλομόνοι μας με τον αδερφό μου.

Και πότε έγινε η πρώτη επαφή με την τηλεόραση; Ήμουν δευτέρα ή τρίτη γυμνασίου και συμμετείχα στην σειρά 8 επεισοδίων «Πρίγκιψ Μιχάλης», που ήταν απόδοση ενός βιβλίου της  Λείας Χατζοπούλου-Καραβία. Έπαιζα τη βασιλομήτωρ. Μου άρεσαν πολύ τα γυρίσματα. Κάθε φορά που μπαίνω στην ΕΡΤ υπάρχει η χαρακτηριστική μυρωδιά του χώρου που δεν έχει αλλάξει καθόλου κι αμέσως μου έρχονται αναμνήσεις. Αυτή τη μυρωδιά δε ξεχνάω και τη μυρωδιά του ασανσέρ στο σπίτι της γιαγιάς μου. Θυμάμαι ότι όταν πήγα σπίτι της, Μυτιλήνης 7 στα Πατήσια, μετά από πολλά χρόνια και κοίταξα το κουμπί του ασανσέρ, σκέφτηκα: «Τελικά ήταν χαμηλά, γαμώτο».

Ένιωθες ότι έκανες κάτι ξεχωριστό λόγω της δουλειάς σου στην τηλεόραση από τόσο μικρός; Ναι, ήμουν περήφανος. Ένιωθα πολύ καλά δημιουργικά χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς τι συμβαίνει. Έπαιρνα και μια αποδοχή που κάπως μου έλειπε από το σπίτι. Μου έλειπε η φροντίδα και η αφιέρωση που έχει ο γονιός προς το παιδί του καθώς οι γονείς μου ασχολούνταν μόνο με τα βασικά που μας αφορούσαν, όπως είναι το φαγητό. Υπήρχε όλο αυτό το περιβάλλον που με φρόντιζε στα γυρίσματα κι αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα. Ακολούθησε το «Παιχνίδι που σκοτώνει» πάλι στην ΕΡΤ, μετά ήταν το «Σόι μας», ύστερα είχα κάνει ένα άλλο που ήταν αποτυχία τεράστια το «Βανίλια Σοκολάτα» και καλά το ελληνικό Μπέβερλι Χιλς και μετά από όλα αυτά ήρθε το «Λόγω Τιμής».  Μέσω του «Λόγω Τιμής» ήρθα όσο πιο κοντά μπορούσα στη λεγόμενη φοιτητική ζωή. Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα στη δουλειά μας. Μας δίνει μια ευκαιρία να ζήσουμε κάποια πράγματα που δεν θα τα ζούσαμε διαφορετικά.

Σχολή δεν πήγες;  Οι περισσότερες δεν με δεχόντουσαν γιατί με θεωρούσαν «τηλεοπτικό» και μας ήθελαν «λευκά χαρτιά». Ίσως και ήταν καλύτερα τελικά που δεν γιατί όλες οι σχολές σε βάζουν σε μια φόρμα και ξέρεις από το παίξιμο ότι αυτός τελείωσε το Τέχνης για παράδειγμα. Πήγα σε κάποια για ένα χρόνο αλλά δεν έμεινα ευχαριστημένος και δε συνέχισα. Αργότερα, στα είκοσι φεύγα μου πήγα στη Rada, στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου όπου έκανα ένα course και διάφορα workshops. Τουλάχιστον έτσι έδιωξα μακριά μια αίσθηση ανασφάλειας που μου είχε μείνει όσον αφορά το τεχνικό κομμάτι. Αλλά μου είχε μείνει για πολύ καιρό η στάμπα του «τηλεοπτικού». Τώρα νομίζω πια ότι αναγνωρίζεται η αξία του καθενός σε αυτό που κάνει. Τότε οι του θεάτρου ήταν πιο επικριτικοί προς όσους είχαν κάνει τηλεόραση.

Σου έχει πει ποτέ κανείς ευθέως ότι δε σε θέλω σε δουλειά μου λόγω της προϋπηρεσίας στην τηλεόραση;  Σε μένα δεν το είχε πει κανείς καταπρόσωπο αλλά μου είχαν μεταφέρει σχόλια που με αφορούσαν . Με χαλούσε γιατί άλλωστε είχα παράλληλα μια πορεία θεατρική που αν και ερασιτεχνική εξελίσσονταν μαζί με τις τηλεοπτικές μου δουλειές. Είχα ήδη κερδίσει πράγματα από αυτήν κι έτσι αποφάσισα να μην επηρεάζομαι τόσο από τα σχόλια.

Η πρώτη σου επαγγελματική δουλειά στο θέατρο ήταν «Η θηλειά». Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία. Ο Πέτρος Ζούλιας μόλις είχε ανοίξει το θέατρο «Χώρα» και ήταν όλα καινούρια για μένα, μεγάλα και ωραία. Θυμάμαι ότι κάποια βράδια είχα μείνει μέσα στο θέατρο, είχα κοιμηθεί εκεί. Είχα αγαπήσει πολύ τον χώρο και την ίδια την παράσταση.

Με την πάροδο των χρόνων πώς αντιμετώπιζες τις δουλειές σου και πώς εξελισσόσουν μέσα από αυτές; Επειδή δεν ήμουν ποτέ μελετηρός αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να μπω σε αυτή τη διαδικασία να διαβάζω κείμενα και να ασχολούμαι με αυτά. Σαν παιδί ήμουν πιο πολύ της δράσης, έξω στους δρόμους και σε πλατείες για παιχνίδι και εξερευνήσεις. Μου αρέσουν τα έργα του Γιον Φόσσε και προτιμώ τα πιο υπαρξιακά και κάπως αφαιρετικά κείμενα. Ο Φόσσε μοιάζει με τον Μπέκετ.

«Εάν μπορείς να συγχωρέσεις τον εαυτό σου, μπορείς και τους άλλους. Πρέπει να βιώσεις τη συγχώρεση για να την αντιληφθείς».

Σου αρέσει η πραγματικότητα; Άλλες φορές ναι, άλλες φορές όχι. Λιγότερο γέρνω προς το ναι.

Τη βαριέσαι ή δεν σου αρέσει; Δεν μου πολυαρέσει για να είμαι ειλικρινής. Από την άλλη δεν έχω ψυχαναλύσει τόσο τον εαυτό μου για να νιώσω έτοιμος να απαντήσω σε τέτοιου τύπου ερωτήματα. Θαυμάζω πάρα πολύ τους ανθρώπους που έχουν διαμορφώσει άποψη και τη λένε με σιγουριά αλλά από την άλλη το βρίσκω κάπως απόλυτο.

Οι άνθρωποι σου αρέσουν; Ναι και πιστεύω σε αυτούς. Δε μου αρέσουν οι εγωκεντρικοί, οι αλαζόνες, οι δήθεν, οι αγενείς. Τους ευαίσθητους μπορώ να τους καταλάβω πολύ καλύτερα. Μου αρέσουν όμως οι δυναμικοί και θα ήθελα να τους μοιάζω περισσότερο για να εξισορροπήσω τις ευαισθησίες μου. Νομίζω όμως ότι έχω τόσα πολλά προβλήματα με τον εαυτό μου που δυσκολεύομαι να πω με σιγουριά τι μου αρέσει, γιατί κι εγώ δε τα έχω ξεκαθαρίσει καλά.

Ο εαυτός σου σου αρέσει; Τώρα τελευταία έχω αρχίσει λίγο και τον αποδέχομαι.

Με τι είσαι ευχαριστημένος από εσένα; Θεωρώ ότι είμαι ανοιχτός, καλοπροαίρετος και εμπιστεύομαι πολύ εύκολα. Καλά είναι όλα αυτά αλλά μπορείς να την πατήσεις και να μην βάλεις μυαλό. Τί να κάνεις όμως; Να γίνεις ένας επιφυλακτικός άνθρωπος; Μετά αποκτάς μια άμυνα που φοβάσαι μην δεν είναι αντικειμενική. Τα τελευταία χρόνια αποδέχτηκα ότι δεν πρέπει να βάζεις ταμπέλες και πρέπει να αναγνωρίζεις ότι ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να έχει και καλά και κακά στοιχεία.

Δεν υπάρχουν κάποια στεγανά; Για παράδειγμα είσαι σε μια παρέα και ο άλλος είναι χρυσαυγίτης κι αρχίζει τα δικά του. Θα κάνεις διάλογο μαζί του; Ναι, γιατί πιστεύω ότι οι περισσότεροι ζουν σε μια πλάνη, σε μια άγνοια και γι’ αυτό αξίζει ακριβώς να τους μιλήσεις. Αυτό βέβαια μόνο αν δω ότι έχει την πρόθεση να συζητήσει, αν δω ανθρώπους απόλυτους που δεν έχουν την ευφυΐα να πουν «α, μπορεί και να κάνω λάθος» τότε δεν μπαίνω στη διαδικασία.

Νιώθεις κάποιες φορές ηττημένος από τη βλακεία; Ναι, αρκετά συχνά. Νομίζω ότι η βλακεία είναι επίσης άγνοια και έλλειψη ικανότητας να αντιληφθείς ότι ίσως κάνεις λάθος. Το δικό μου λάθος είναι ότι δε ζητάω εύκολα βοήθεια. Δεν είναι ντροπή να ζητάς βοήθεια και τώρα πια το δουλεύω.

 

Στην «Τάξη μας» παίζεις έναν από τους καθολικούς που έκαψαν γυναικόπαιδα Εβραίων κατά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο. Το ότι καλείσαι να παίξεις έναν τέτοιο χαρακτήρα και να τον υποδυθείς πειστικά μπορεί να σε τρομάξει; Θυμάμαι ότι είχα τρομάξει όταν για να γλιτώσω τον στρατό είχα σκεφτεί  πώς θα παίξω τον «τρελό» και σκεφτόμουν «ρε μήπως τελικά όντως είμαι τρελός και γι’ αυτό δε θα πάω κιόλας;». Όταν μπαίνεις πολύ χοντρά σε αυτό τον κομμάτι του να υπερασπιστείς κάτι δεν ξέρω, μπορεί να συμβεί. Εν προκειμένω πιο πολύ με τρόμαξε ότι πρέπει να δικαιολογήσω αυτόν τον χαρακτήρα και εκείνη τη στιγμή, πάνω στη σκηνή εννοώ,  πρέπει να πιστέψω απόλυτα αυτή τη δικαιολογία ώστε να την στηρίξω πειστικά.

Ποια είναι η δικαιολογία; Ότι ο ήρωας έχει δεχτεί πολύ έντονα σωματική και ψυχολογική βία από τους γονείς του. Μεταφέρει λοιπόν την ευθύνη για όλα αυτά που του συμβαίνουν σε κάποιους άλλους.

Εάν μπορείς να κατανοήσεις γιατί ο άλλος βρίσκεται σε μια κατάσταση, ακόμη κι αν αυτή βρίσκεται μίλια μακριά σου συναισθηματικά αλλά και λογικά, μπορείς να τον συγχωρέσεις; Νομίζω ότι μπορώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι συνθήκες είναι ακραίες και παίζεται ένα παιχνίδι επιβίωσης οπότε είναι κάπως διαφορετικά τα πράγματα από την καθημερινή ζωή.  Σε αυτές τις συνθήκες «ή ζωή σου ή η ζωή μου» δεν ξέρω αν επαρκεί ο χρόνος για να σκεφτείς να θυσιαστείς για μια ιδέα. Νομίζω πάντως ότι η συγχώρεση ξεκινάει από τον εαυτό σου. Εάν μπορείς να συγχωρέσεις τον εαυτό σου, μπορείς και τους άλλους. Πρέπει να τη βιώσεις την συγχώρεση για να την αντιληφθείς.

«Δεν μου πολυαρέσει η πραγματικότητα για να είμαι ειλικρινής».

Με τον εαυτό σου πώς δουλεύεις; Κυρίως μέσα από τη σχέση μου και από τη δουλειά.

Όταν δε δουλεύεις πώς είσαι; Δεν είμαι ευτυχισμένος. Δεν έχω συνηθίσει την καθημερινότητα χωρίς να δουλεύω. Η δουλειά μού δίνει ώθηση για όλα τα πράγματα, να τα αντιμετωπίσω με καλή ψυχολογία.

Όταν είσαι σε μια σχέση δεν αισθάνεσαι το ίδιο; Μόνο στην αρχή. Γιατί αυτό κάποια στιγμή τελειώνει. Ο ενθουσιασμός τελειώνει. Τώρα τελευταία προσπαθώ να το ισορροπήσω αυτό δηλαδή να διαχειριστώ την ψυχολογία μου όταν δεν έχω δουλειά. Αλλά είναι και πρακτικό το ζήτημα, βιοποριστικό.

«Δεν έχω συνηθίσει την καθημερινότητα χωρίς να δουλεύω. »

Στο Λονδίνο πότε είχες πάει; Αρχικά το 2002 για έναν χρόνο και το 2004 για άλλα δύο. Έκανα τη Rada, έκανα μια παράσταση στα αγγλικά σε ένα off West End και μετά δούλεψα στο box office ενός θεάτρου, πουλώντας εισιτήρια. Τότε σκέφτηκα ότι παίζει να μείνω στο ταμείο για πάντα, παίζει να μου έρθει μια ευκαιρία και αύριο. Μου τελείωναν και τα χρήματα, ζούσα μια ζωή φοιτητική κάπως κι έτσι μπήκε το δίλημμα εάν άξιζε να θυσιάσω την ποιότητας της ζωής που είχα στην Ελλάδα για μια ευκαιρία που ίσως ποτέ δε θα ερχόταν, γιατί εκεί είναι πολύ ανταγωνιστική η αγορά. Το άφησα τελικά αλλά εκεί είχα αποκτήσει μια πιο συγκροτημένη και καθαρή σκέψη την οποία έχασα όταν επέστρεψα. Εκεί οι συνθήκες σου επιτρέπουν όταν δουλεύεις να έχεις όλες τις ανέσεις ώστε να αφοσιωθείς στον ρόλο σου. Επίσης οι Άγγλοι προσεγγίζουν τον ρόλο με χειρουργική ακρίβεια που τους βοηθάει να μπουν σε μεγάλος βάθος.

Τι άλλο αγαπάς εκτός από το θέατρο;  Μου αρέσει το βουνό, το αγαπώ. Έκανα και κάνω αναρρίχηση. Η αναρρίχηση είναι σαν χορός πάνω στον βράχο, ψάχνεις να βρεις την επόμενη κίνηση, το πάτημα σου. Θέλει προσήλωση και συγκέντρωση. Έχει κάτι από διαλογισμό. Και είναι μεγάλη η χαρά και όταν ανεβαίνεις και όταν φτάνεις στην κορυφή. Κι έτσι απολαμβάνεις και το ταξίδι, που λέει ο Καβάφης, αλλά και το τέλος του.

«Η τάξη μας» του Ταντέους Σλομποντζιάνεκ, Εθνικό Θέατρο, Κτίριο Τσίλλερ, Κεντρική Σκηνή σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά.
ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.