ΘΕΑΤΡΟ: ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗΓεωργία Μαυραγάνη: «Το σύστημα σε καταπίνει σε δευτερόλεπτα»

Γεωργία Μαυραγάνη: «Το σύστημα σε καταπίνει σε δευτερόλεπτα»

Η σκηνοθέτρια ανεβάζει στο Εθνικό το «Γκιακ» του Δημοσθένη Παπαμάρκου, προσπαθεί μέσω του θεάτρου να φωτίσει αυτή τη ζωή που δεν είναι μόνο καθημερινότητα και έχει απογοητευθεί από την επανάσταση που δεν έρχεται.
Φωτογραφίες: Γεράσιμος Δομένικος / FOSPHOTOS

Η Γεωργία Μαυραγάνη έχει καθαρά, γαλανά μάτια. Κάνουν ωραίο συνδυασμό με την καθαρή, θαρραλέα προσωπικότητά της. Τι εννοώ θαρραλέα; Μπορεί και να μη μου έχει τύχει ξανά καλλιτέχνης που στην διάρκεια της συνέντευξης θα παραδεχτεί με ειλικρίνεια ότι έχει συμβιβαστεί αλλά δεν το βάζει κάτω και θα κάνει τη δουλειά του, όσο πιο αιχμηρά μπορεί. Δεν υιοθετεί το ζωτικό ψεύδος ότι θα αλώσει το σύστημα από μέσα, ήταν εκείνη που έριξε την ιδέα για τη δράση κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Πάνου Παναγιωτόπουλου στο Μέγαρο, λατρεύει να δουλεύει με εφήβους γιατί αυτό που επιστρέφουν είναι κάτι σαν έρωτας.

Με το «Γκιακ» γιατί ασχολήθηκες; Είναι πολύ ωραία λογοτεχνία και προσωπικά αισθάνομαι πολύ συγγενικά με αυτά τα κείμενα. Έπαιξε κάποιο ρόλο ότι οι ήρωες έρχονται από μικρές κοινωνίες όπως εγώ και μπορούσα να αισθανθώ τη νοοτροπία. Επίσης, είναι καταπληκτικό πώς ο Παπαμάρκος δούλεψε με τον λόγο μεταδίδοντας ακέραιη μια αίσθηση προφορικότητας. Στο έργο του μιλούν πραγματικοί άνθρωποι, όχι εγκεφαλικά δημιουργήματα ενώ είναι πολύ αληθινός και ο τρόπος που διαχειρίζονται το τραύμα. Μου άρεσε επίσης ότι κανένας χαρακτήρας δεν είναι ούτε απολύτως θετικός ούτε απολύτως αρνητικός, είναι και καθάρματα και αθώοι, μπλεγμένοι σε μια συνθήκη που τους βγάζει έξω από τα όρια τους.

Πώς το δούλεψες; Διάλεξα τέσσερις ιστορίες. Δεν ήθελα όμως να τις παρουσιάσω σε μορφή μονολόγων. Αν είναι έτσι, πάρε καλύτερα να διαβάσεις το βιβλίο. Αποφάσισα λοιπόν να πάρω την πιο έντονη δραματική στιγμή που υπάρχει στα διηγήματα: στο «Νόκερ», ο θειος του τον ρωτά πάνω στο γλέντι «Και πώς ήταν λοιπόν σε αυτόν τον πόλεμο;». Η σκηνή αυτή ανοίγει για να ξεχυθούν όλες οι αφηγήσεις μέχρι να ξαναγυρίσουμε στην αρχική για να μας αφηγηθεί ο νόκερ πώς εξαιτίας αυτών «εγώ σηκώθηκα κι έφυγα».

Ποια είναι η δομή και η γλώσσα της παράστασης;  Παίζει με την αφήγηση και την αναπαράσταση. Οι ηθοποιοί κάθονται σε ένα τραπέζι και οι θεατές γύρω από αυτό.

Αυτό με το τραπέζι γιατί το έχεις; Το είχες χρησιμοποιήσει και στο «Εύθραστον-Ένας απολογισμός». Γιατί το «λέω ιστορίες γύρω από ένα τραπέζι είναι απολύτως αρχετυπικό». Βέβαια, δεν είναι απλώς ότι κάθονται και μιλάνε, γίνεται χαμός σε αυτό το τραπέζι. Ο βασικός λόγος όμως είναι ότι όλα αυτά ξεπηδούν από εκείνη τη σκηνή γλεντιού στο «Νόκερ».

Όταν η τέχνη έχει κέφια αυτό κάνει, ξανακερδίζει τον «Ξανακερδισμένο Χρόνο» που λέει και ο Προυστ. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο μαμ, κακά και νάνι.

Τα οικογενειακά τραπέζια της Κυριακής μπορεί να είναι από τα πιο ωραία πράγματα, αν όσοι μαζεύονται αγαπιούνται, μέχρι σωστός εφιάλτης. Γιατί όλα και όλοι εκεί ξεσπούν; Μοιραζόμαστε κάτι. Θα φάμε, θα πιούμε, μετά αναγκαστικά θα κάνουμε κάτι. Θα αφηγηθούμε ιστορίες και από εκεί θα αρχίσουν να ξεπηδούν οι σχέσεις που έχουμε μεταξύ μας. Δεν μπορείς να αποφύγεις την αναμέτρηση. Είναι ένας τόπος πολύ σημαντικός. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, κάτι πιο περισπούδαστο. Το τραπέζι είναι ένα από τα πράγματα που με απασχολούν.

Όταν σπούδαζες παιδαγωγικά στην Πάτρα είχες ήδη αποφασίσει ότι θέλεις να ασχοληθείς με το θέατρο; Ναι, από πριν κιόλας. Στην Πάτρα μπήκα αμέσως στην ερασιτεχνική θεατρική ομάδα των φοιτητών και κάναμε πολλά και ωραία πράγματα. Αλλά το πήρα το πτυχίο μου γιατί είχα τον φόβο «εάν δεν τα καταφέρω, άμα δεν μπορώ;». Ο φόβος με έχει κρατήσει αρκετές φορές πίσω.

Σαν αρνητικός απολογισμός αυτό; Σαν πραγματικός.

Έχασες πράγματα; Εξαρτάται πώς το βλέπεις. Έκανα τα «Καπνά» όχι επειδή έχω μεγαλώσει στο Αγρίνιο αλλά γιατί ξέρω τι σημαίνει δουλειά. Κι αυτό, να σου πω την αλήθεια, δεν το αλλάζω. Ναι και ο καλλιτέχνης δουλεύει, και μάλιστα αρκετές φορές πολύ συχνά. Αλλά είναι εμπειρία να κάνεις μια δουλειά καθημερινή, που οι συνθήκες δε σου επιτρέπουν να την κάνεις όπως θες, που έχει ωράριο, περιορισμούς και κανόνες.

Αλλά σε εμένα δεν λειτουργεί αυτό το ζωτικό ψεύδος του «θα αλώσω το σύστημα από μέσα». Ναι, έχω συμβιβαστεί προσπαθώντας να κάνω τη δουλειά μου όσο πιο αιχμηρά γίνεται αλλά δεν πιστεύω ότι θα αλλάξω και τα πράγματα έτσι.

Πέρα από τη ότι είσαι δασκάλα, ασχολείσαι και με το Φεστιβάλ Εφηβικού Θεάτρου στη Στέγη. Αυτό είναι το αγαπημένο μου. Ήξερα πώς να λειτουργώ με παιδιά κι αυτό με διευκόλυνε σε σχέση με άλλους σκηνοθέτες γιατί μπορούσα να προσαρμοστώ. Έχω η ίδια μια πολύ έντονη σχέση και μεγάλο ενδιαφέρον για την εφηβική ηλικία. Ακόμη κουβαλάω φοβερά εφηβικές συμπεριφορές. Έτσι ανοίχτηκε ένας δρόμος να μιλήσω πολύ προσωπικά ενώ μιλούσαν εκείνα. Με ανάγκασαν οι έφηβοι να μιλήσω προσωπικά. Τους ξεκαθάρισα από την αρχή ότι δεν πάμε να κάνουμε δραματοθεραπεία ή ψυχανάλυση αλλά ότι ο στόχος είναι να φτιάξουμε μαζί πολύ ωραίες παραστάσεις και τα αντιμετώπισα ως ηθοποιούς. Έτσι με εκτίμησαν. Και μέσω από όλο αυτό έμαθα πολλά για το θέατρο.

Το σημαντικότερο; Να μπαίνω στη θέση του άλλου, να μπαίνω στον κόσμο του υπερασπιζόμενη ταυτόχρονα αυτό που οραματίζομαι.

Τι έχεις ακούσει από αυτά τα παιδιά που σου έμεινε;  Στην προσωπική συνέντευξη, γιατί με αυτή δουλεύω εγώ, εκμυστηρεύονται πάρα πολλά πράγματα. Τα παιδιά είναι πολύ καθαρά ως προς την επιθυμία τους: να τα δει κάποιος. Βέβαια όλοι την ίδια επιθυμία έχουμε, να μας δουν όπως πραγματικά είμαστε. Όταν νιώθουν ότι αυτό συμβαίνει είναι σχεδόν σαν έρωτας αυτό που επιστρέφουν, μπορεί να κολλήσεις άσχημα. Έχουν το θάρρος ή την αφέλεια να εκφράζουν αλογόκριτα αυτά που αισθάνονται. Το συναίσθημα παίρνει τα ηνία και οι αντιστάσεις πέφτουν σε δευτερόλεπτα.

Στα πρώτα σου βήματα ήσουν κοντά στον Μαρμαρινό. Εδώ και χρόνια δημιουργείς τις δικές σου παραστάσεις. Πώς βλέπεις την εξέλιξη της performance στην Ελλάδα;  Καταρχάς δεν πιστεύω ότι το κοινό δεν καταλαβαίνει. Μια χαρά καταλαβαίνει, τη ζημιά συνήθως την κάνουν αυτοί που πάνε να του εξηγήσουν. Επίσης εκτιμώ πολύ τους ανθρώπους που δεν έχουν ρίξει το επίπεδο της δουλειάς τους για να γίνουν κατανοητοί, όπως για παράδειγμα ο Μαρμαρινός. Όμως τελικά ποιο είναι το ζητούμενο; Γιατί ασχολείσαι με το θέατρο είτε ως δημιουργός είτε ως θεατής;

Εσύ γιατί ασχολείσαι; Ποιο είναι το δικό σου ζητούμενο;  Έλα μου ντε. Μου έχει συμβεί να έχω ξεχάσει κάποιες φορές το ζητούμενο. Για μένα είναι το να μπορέσει η τέχνη, το θέατρο να σου αποκαλύψει αυτό που χάνεται. Έχουμε την αίσθηση του στην ζωή, έχουμε την αίσθηση ότι τρέχουν κι άλλα πράγματα πέρα των καθημερινών, μια άλλη ζωή. Το θέατρο λοιπόν θα έρθει να φωτίσει την πιο απλή στιγμή που δεν έδωσες καμία σημασία. Για παράδειγμα, ένα απλό, τυχαίο άγγιγμα την ώρα που έπαιρνες τα ρέστα από κάποιον και το ξέχασες μέσα στη μέρα. Όταν η τέχνη έχει κέφια αυτό κάνει, ξανακερδίζει τον «Ξανακερδισμένο Χρόνο» που λέει και ο Προυστ. Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο μαμ, κακά και νάνι.

Καλλιτέχνης είναι εκείνος που δεν ξεχνά αυτό το άγγιγμα;  Είναι εκείνος που του γίνεται εμμονή ότι πρέπει να μοιραστεί αυτό το πράγμα. Αλλά θέλει πολύ κόπο γιατί δεν είναι εύκολο να το καταφέρει. Είναι δύσκολο αυτό να χτιστεί. Πρέπει να μάθει τα εργαλεία της τέχνης του.

Ήσουν και στην ομάδα των καλλιτεχνών που έκαναν τη δράση κατά τη διάρκεια της ομιλίας του Πάνου Παναγιωτόπουλου στο Μέγαρο. Μάλιστα, είχα μάθει ότι εσύ έδωσες την ιδέα με τα γέλια.  Είχαμε μαζευτεί και σκεφτόμασταν τι να κάνουμε. Τους λέω «Εδώ γίνεται το έλα να δεις. Μόνο η φάρσα μπορεί να επιβιώσει. Τα πράγματα είναι τόσο τραγέλαφος». Βέβαια το γέλιο είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, έχει μια υπαρξιακή επιθετικότητα.

Η μεγαλύτερη επιθυμία μου είναι η αγάπη.

Γιατί μετά αυτό δεν συνέχισε; Σαν ομάδα, σαν δράσεις; Υπήρχε φόβος ότι θα δυσκολευτείτε να κάνετε δουλειές; Μπα, δεν ήταν φόβος. Στο κάτω κάτω το σύστημα σε καταπίνει, ούτως ή άλλως, σε δευτερόλεπτα. Απλώς, οι ομάδες είναι δύσκολο πράγμα. Όταν αρχίζει το «εγώ πιστεύω αυτό», «όχι, εγώ πιστεύω το άλλο» τότε διαλύονται. Είναι από τα πράγματα που με έχουν απασχολήσει πάρα πολύ. Είναι αυτό που σε κάνει να λες ότι δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα για επανάσταση, ποτέ. Μόνο η θυμική αντίδραση μπορεί να φέρει μια πρωτοβουλία, αλλά μετά όταν πρέπει να υπάρξει οργάνωση και να μπουν οι βάσεις δεν ξέρω τι γίνεται. Αλλά το θυμικό δεν μπορεί να φέρει διάρκεια. Όταν ωριμάσουμε περισσότερο μπορεί να καταφέρουμε κι άλλα πράγματα.

Μόλις μου είπες «Το σύστημα σε καταπίνει σε δευτερόλεπτα». Εσύ δουλεύεις στη Στέγη, εκεί το χρησιμοποιείς εσύ το σύστημα;  Όχι, δεν μπορεί να γίνει αυτό. Πρέπει να βρεθεί μια μαγική ισορροπία αλλά ας μη δουλευόμαστε. Τα πράγματα είναι απλά. Αν είσαι πραγματικά επικίνδυνος δε θα βρεις φωνή. Θα στην κόψουν.

Νιώθεις ότι έχεις συμβιβαστεί για να βρίσκεσαι εκεί;  Σαφέστατα.

Συνειδητή απόφαση, όμως. Συνειδητή, μη συνειδητή κάτι άλλο λειτούργησε και την πήρα. Το ψώνιο μου, ίσως. Με τρώνε κάτι βράδια οι ενοχές αλλά μη μου λες τώρα κι εσύ τέτοια. Δεν μπορείς όμως να γίνεσαι και τελείως γραφικός. Δεν είναι εύκολο. Αλλά σε εμένα δεν λειτουργεί αυτό το ζωτικό ψεύδος του «θα αλώσω το σύστημα από μέσα». Ναι, έχω συμβιβαστεί προσπαθώντας να κάνω τη δουλειά μου όσο πιο αιχμηρά γίνεται αλλά δεν πιστεύω ότι θα αλλάξω και τα πράγματα έτσι.

Ποια είναι η μεγαλύτερη σου ελπίδα; Η μεγαλύτερη επιθυμία μου είναι η αγάπη. Αλλά δεν είναι εύκολο.

Γιατί; Νιώθω ότι παλεύουμε περισσότερο για το φαίνεσθαι, ακόμη και χωρίς να το καταλάβουμε μερικές φορές. Επίσης έχω την αίσθηση ότι σαν γενιά θεωρούμε ότι δεν μας αξίζει πάρα πολύ η αγάπη. Το βλέπω και στους εφήβους. Το πρόβλημα τους με τους γονείς τους δεν είναι επειδή τους λένε να κάνουν ή να μην κάνουν κάτι. Αλλά γιατί τους βλέπουν ως ανθρώπους που δεν διεκδικούν την ευτυχία τους. Στο τέλος αυτό που τους μαθαίνεις είναι ότι η ευτυχία είναι ανέφικτη, τους γεμίζεις ενοχές για τη χαρά. Αλλά ακόμη κι έτσι αν είναι, γιατί να μη δοκιμάσεις να πας προς αυτήν; Και τι έγινε αν αποτύχεις; Τώρα τα πράγματα λόγω συνθηκών είναι πιο πιεστικά. Δεν ξέρω που θα οδηγήσει όλο αυτό, ίσως σε ένα μπουμ αυτοκαταστροφής. Πάντως για ένα είμαι σίγουρη, ότι η ενοχή δεν είναι καλό πράγμα.

Γκιακ, του Δημοσθένη Παπαμάρκου, σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη. Εθνικό Θέατρο, (Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος), Αγ. Κωνσταντίνου 22-24, τηλ. 2105288170. Παραστάσεις 5/10-8/10 στις 9:00 μ.μ. Από 12/10 στο Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών, Κολοκοτρώνη 25, Θεσσαλονίκη. 

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΣΤΟ INBOX ΣΟΥ
Διαβάζοντας την POPAGANDA αποδέχεστε την χρήση cookies.