Φ Θ Ι Ν Ο Π Ω Ρ Ι Ν Ο  Σ Χ Ε Δ Ι Α Σ Μ Α

του Μήτσου Παπανικολάου

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει έρθει
Μοιράζει το χρυσάφι του, μοιράζει το μαράζι
Και γύρω δέντρο, ούτε κλαρί χλωρό δεν θα βρεθεί
Για ένα πουλί, για μια ψυχή, λιμάνι που αράζει.

Και να, το βράδυ κι η βροχή το τζάμι μου χτυπάει
Σα μια ερωμένη μου παλιά, μέσα σε τόσες άλλες,
Μα είν’ η ψυχή μου αισθαντική και ξέρει ν’ αγαπάει
Κάθε που κλαίει μες την ζωή και της βροχής οι στάλες.

Κουβέντες μες στη σκοτεινιά, του ανέμου μοιρολόι,
Ώρες μεγάλες κι αδειανές και νοσταλγία τόση,
Μα, στη γωνιά, καθώς χτυπά τα’ αλύπητο ρολόι
Θυμίζει τόσα πράματα που τα χει πια σκοτώσει.

Σαν πάντα το φθινόπωρο και σήμερα έχει ρθει.
Μοιράζει το χρυσάφι το, μοιράζει το μαράζι.
Πώς να μπορέσει μια καρδιά κι αυτή να κρατηθεί
Ως τον Απρίλη που θα ρθει, σαν πάγος που δεν σπάζει;